Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

ΜΑΡΙΑ ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ " Τώρα πια δεν είμαι ρατσιστής (Μια θυσία, μια βοήθεια και μια αλλαγή) "

Ημερομηνία 13/4/2025

Οι εχθροί μας;
Οι εχθροί μας είναι οι σημερινές κατοχικές δυνάμεις του άξονα. Πολεμούν την Ελλάδα. Κάποιοι έχουν πάρει το μέρος αυτού του νέου άξονα.
Δακρύζει ο ουρανός ξανά. Δεν αντέχει άλλο πόλεμο. Όλοι τώρα μοιράζονται το φόβο τους. Μαύροι, Αλβανοί, Πακιστανοί, Τσιγγάνοι, Έλληνες. Δεν τολμάει κανένας όμως να βοηθήσει τον άλλον…
Τα πτώματα μυρίζουν σαπίλα. Και νέα πτώματα πέφτουν στο άγονο χώμα. Νεκροί πολλοί νεκροί. Οι πυροβολισμοί ακούγονται όλη μέρα και το βράδυ αν κάποιος προσπαθήσει να κάνει κάτι, και τον δουν οι εχθροί, τον σκοτώνουν επί τόπου. Όποιος ζητάει έλεος, τον παίρνουν για σκλάβο. Οι περισσότεροι από εμάς έχουν φύγει και έγιναν πρόσφυγες σε απομακρυσμένες χώρες. Όσοι μείναμε πίσω, ξέρουμε ότι το επιλέξαμε, δεν αφήνουμε τη χώρα μας σε ξένα χέρια κι ας πολεμάνε μέρα-νύχτα εναντίον μας. 
Τις γυναίκες μας, τις παίρνουν για δούλες ή τις κακοποιούν σεξουαλικά. Μια μέρα είχα ακούσει από έναν άγνωστο ότι ένας στρατιώτης από το εχθρικό στράτευμα είχε βιάσει μια 15χρονη. Κρίμα σκέφτηκα. Νοιώθω ότι σιγά-σιγά όλα όσα ανήκαν σε μας, θα ανήκουν πλέον σ’ αυτούς. Φόβος και πόνος για την μοίρα των φίλων μου αλλά και αίσθημα αδικίας για όλους εκείνους που έχασα. 
Υπήρχε κάποτε μια κοπέλα όμορφη στη γειτονιά μου. Τη θεωρούσα κολλητή μου. Ήμασταν δεμένοι πολύ. Θα μπορούσε όμως κανείς να πει ότι σε μερικά θέματα διαφωνούσαμε. Ήμουν τότε έντονα ρατσιστής με όλους τους μετανάστες. Τώρα δεν είμαι. Τι άλλαξε; 
Εκείνη το άλλαξε. 
Θυμάμαι μικρός (ήμουν δεν ήμουν 17 χρονών) μου έλεγε συνέχεια «Μην κοροϊδεύεις τους άλλους, θα τα βρεις μπροστά σου». Και εγώ ο ηλίθιος δεν την άκουσα ούτε τότε, ούτε την προτελευταία φορά που της μίλησα.
Ήτανε ένα κρύο βράδυ, μετά από μια ολόκληρη μέρα που γύριζα περιπλανώμενος να βρω νερό για την οικογένειά μου. Καθόμουν μόνος έξω από ένα ερειπωμένο σπίτι ενώ κάποιοι κοιμόντουσαν μέσα. Ήτανε η νύχτα μου, η σειρά μου δηλαδή, που φύλαγα σκοπιά μήπως και εμφανιστεί κανένας εχθρός. Όπλο δεν είχα. Το μόνο που υπήρχε δίπλα μου, ήτανε ένα δρεπάνι. Αλλά θυμάμαι καλά πως κάθε φορά που έκανα σκοπιά, ακόμα και αυτό το απλό αλλά δολοφονικό “όπλο” φοβόμουν να το χρησιμοποιήσω. 
Ξαφνικά κάτι άκουσα, γύρισα σφίγγοντας το δρεπάνι. Και περίμενα. Περίμενα. Ώσπου ένα κρύο χέρι με άγγιξε από πίσω. Έβγαλα μια πνιχτή φωνή. Κρύος ιδρώτας άρχισε να λούζει το μέτωπο μου. Τότε άκουσα τη φωνή της και την ίδια στιγμή στην πλάτη με ακουμπούσε κάτι σαν όπλο.
«Είσαι ο εχθρός ή Έλληνας! Μίλα!», μου είπε με αυστηρότητα.
«Έλληνας» φώναξα με τρόμο. Δεν την είχα καταλάβει και ούτε εκείνη με είχε αναγνωρίσει. 
«Πες όνομα και επώνυμο, και θα σε αφήσω ελεύθερο». Σήκωσα νευρικά τα χέρια μου. Και το σώμα μου αυτόματα γύριζε προς αυτήν. Το πρώτο που πρόσεξα ήταν τα μάτια της.
Όταν τ’ αντίκρισα μετά από τόσα χρόνια, αναφώνησα το όνομα της με έκπληξη.«Στέλλα;!»
«Γιώργο;!» Είχε γουρλώσει τα μάτια της. Το όπλο που κρατούσε, το ακούμπησε σε μια γωνιά και ξεχύθηκε με ορμή στην αγκαλιά μου. Με αγκάλιασε σφιχτά. Ήτανε σαν εκείνες τις φιλικές αγκαλιές που κάναμε παλιά. 
«Ώστε είσαι Ελλάδα, ακόμα;», τη ρώτησα.
«Ναι… Δεν έφυγα».
«Είχα ακούσει ότι είχατε πάει Αμερική, στο θείο σου».
«Ναι, πήγαν. Εγώ έμεινα πίσω».
Παραξενεύτηκα με την απάντησή της και όταν την ρώτησα «γιατί» μου είπε απλά: «Έμεινα πίσω για τους ανθρώπους που χρειάζονται βοήθεια».
«Εμείς οι Έλληνες να μην πάθουμε κάτι. Για τους αλλοδαπούς δεν με ενδιαφέρει», της απάντησα. Τότε ήμουν ακόμα ρατσιστής και δεν ήξερα ότι αυτή όταν έλεγε τη λέξη «ανθρώπους» δεν εννοούσε μόνο εμάς, αλλά και τους μετανάστες.
Αναστέναξε, με κοίταξε και μου είπε: «Άλλαξε πριν να είναι αργά» κι έπειτα έφυγε.
Πέρασαν μήνες, κανένα ίχνος της. Ανησυχούσα. Μόνη της, μια αδύναμη κοπέλα, πώς να ξεφύγει από τους ύπουλους εχθρούς; 
Ήταν καλοκαίρι όταν την ξαναείδα να φοράει μια ζακέτα και το πρόσωπο της να είναι καλυμμένο με κουκούλα. Βρισκόταν σ’ ένα μέρος της πόλης. Προσπαθούσε να ανοίξει κάτι πλέγματα. Μα πριν προλάβω να της μιλήσω, ένα δυνατό χέρι μ’ έριξε κάτω κι αμέσως εκκωφαντικός ήχος σφύριξε στ’ αυτιά μου. Μπροστά μου εκσφενδονίστηκε ο άντρας (αυτός που μ είχε ρίξει κάτω). Έπεσε δίπλα μου. Είδα τότε το αίμα που έβγαινε από την πλάτη του, και έτρεχε καυτό στην άσφαλτο. «Κουράγιο φίλε μου, όλα θα πάνε καλά», του είπα χωρίς να τον γνωρίζω κι εκείνος μου χαμογέλασε πικρά.
«Εγκώ σε ευχαριστώ…».
Κατάλαβα. Ήταν Πακιστανός. Άρα με είχε σώσει ένας Πακιστανός. Ένας Πακιστανός. Ένα από τα έθνη που τότε εγώ μισούσα. Όταν ξεψύχησε, του έκλεισα τα μάτια και του έκανα ένα μικρό επιτάφιο. «Αναπαύσου εν Ειρήνη», είπα στο τέλος και σηκώθηκα προσεχτικά. Φοβόμουν για κείνον που τον σκότωσε. Μ΄ έπιασε φοβερή αγωνία.
Η Στέλλα; Που βρισκόταν η Στέλλα; Τα πλέγματα ήτανε ανοιχτά. Πέρασα από αυτά και κατευθύνθηκα σ’ ένα δρόμο, που οδηγούσε σε ένα παλιό δημοτικό σχολείο από κείνα που είχαν για τους μετανάστες. Καπνός βρώμικος. Κάτι είχε πιάσει φωτιά. Και τότε είδα το κτήριο μπροστά μου να το γλύφουν οι διψασμένες φλόγες. Κάπου στο βάθος διέκρινα μια φιγούρα, τρόμαξα και κρύφτηκα σε ένα εγκαταλειμμένο τανκς. Νόμιζα ότι ήταν στρατιώτης. Αλλά σιγά-σιγά όσο ερχόταν κοντά μου παρατήρησα ότι επρόκειτο για γυναίκα. Θεέ μου! Η Στέλλα!
Κρατούσε δυο μικρά κοριτσάκια που πρέπει να ήταν αφρικάνικης καταγωγής. Τα άφησε να περιμένουν κι έτρεξε προς το σχολείο. Μπήκε μέσα ορμώντας. Η καρδιά μου σφίχτηκε. Έπειτα από λίγα λεπτά ο χαρακτηριστικός της βήχας, ακούστηκε. Βγήκε με μια γυναίκα πολύ μελαψή. Κατάλαβα πως ήταν η μητέρα των δυο κοριτσιών. Έτρεξαν προς την αγκαλιά της γυναίκας κλαίγοντας από χαρά. Και έπειτα έφυγαν μαζί.
Αλλά πριν προλάβει να φύγει κι η Στέλλα, ακούστηκε ξανά ο σφυριχτός ήχος, κι έπεσε στο έδαφος. Πήγα να την βοηθήσω, αλλά ήταν πολύ αργά, οι στρατιώτες την είχαν πιάσει. Την έσυραν κοντά σ’ ένα όχημα τους. Αυτή τη φορά η ζωή της μπήκε σε κίνδυνο όχι για να σώσει κάποιον συμπατριώτη της αλλά ΆΛΛΟΝ διαφορετικό, και σίγουρα όχι Λευκό!

Ημερομηνία 23/08/2025

Καλοκαίρι. Αύγουστος. Σήμερα η Στέλλα είχε τα γενέθλια της. Αποφάσισα να πάω να την ψάξω κοντά στα καταλύματα των στρατιωτών. Είχα ακούσει ότι ήταν κάπου εκεί. Τη βασάνιζαν. Έψαχναν πληροφορίες. Τι πίστευαν; Ότι αυτή θα τους έλυνε την απορία; Το κράτος μάς είχε προδώσει. Και τώρα εξαιτίας τους, τα πλήρωνε η καλή μου η φίλη. Η Στέλλα. 
Όλοι μου φώναζαν «Είσαι τρελός; Δεν ξέρεις καν αν είναι ζωντανή!».
Μα εγώ ακάθεκτος. Θα έψαχνα την φίλη μου! Ένοιωθα ότι ήτανε ζωντανή. Και θα έψαχνα μέχρι το τέλος για να την βρω. Άλλοι με πείραζαν «Ερωτευμένος είσαι ρε;». Όχι ερωτευμένος. Υποχρεωμένος, ευγνώμων, φίλος. Με είχε αλλάξει από τότε εκείνη. Μου είχε πει ότι θα το βρω μπροστά μου. Μάντης ήτανε; Ένοιωθα υποχρεωμένος να τη βγάλω από εκεί.
Θα την σώσω. Θα ξεχάσω τον φόβο μου και θα πάω να την βρω. Πρέπει να την βρω. Πρέπει να της πω τουλάχιστον ένα ευχαριστώ. 

Ημερομηνία 31/12/2025

Την είχα κοντά μου. Όμως τώρα δεν την έχω. Τα μάτια μου τσούζουν ακόμα από το κλάμα. Είμαι άντρας σκέφτηκα. Δεν πρέπει να κλαίω. Τουλάχιστον δεν είμαι μόνος. Μετανάστες, Έλληνες, όλοι κλαίνε γι’ αυτήν. Είχε κάνει τόσα καλά για όλους. 
Την έψαχνα για μήνες. Πριν δυο μέρες την βρήκα. Είχα μπει κρυφά στο στρατόπεδο των εχθρών. Την βρήκα παρατημένη σε ένα ανοιχτό κελί. Θα μπορούσε να είχε φύγει εύκολα, αλλά δεν το έκανε. Όλο το κορμί της έτρεμε, πεσμένη κάτω, με το πρόσωπο της να κοιτάει το πάτωμα. Πήγα κοντά της. Τη σήκωσα και την έβαλα να ανακαθίσει στο τοίχο. Ήταν γεμάτη αίμα. Πληγές, μελανιές σε όλο το σώμα της. Και ήταν παντού βρώμικη. Μόλις με κοίταξε, χαμογέλασε πικρά και με μεγάλη προσπάθεια. είπε «Όπως βλέπεις δεν είμαι και τόσο καλή για να πάμε για καφέ».
Έβηξε και μετά μου ξανά πρόσθεσε: «Γαμώτο! Και ήθελα να σε παίξω ένα ταβλάκι». Σταμάτησε να μιλάει και κοίταξε πέρα στο κενό. Ήμουν σίγουρος ότι προσπαθούσε να πει και κάτι ακόμα. Και είχα δίκιο. Κοιτάζοντας το κενό, από τα ωραία μάτια της έπεσαν τα μικρά της εύθραυστα δάκρυα. «Ξέρεις… Θα πεθάνω. Το νοιώθω».
Μόλις το άκουσα την παίρνω αγκαλιά και πάω προς την έξοδο. «Όχι δεν θα πεθάνεις», της ψιθυρίζω.
«Σταμάτα, θέλω να με αφήσεις να κάνω κάτι τελευταίο σε αυτούς τους “αγαπητούς” εχθρούς». Είπε με τη γνωστή αυστηρότητα.
Την άφησα κάτω. Εκείνη προσπάθησε να φτάσει σε ένα μικρό μετάλλινο κιβώτιο που βρισκόταν πίσω από μια ντουλάπα. Έσυρε με δυσκολία το σκέπασμα και μου έδειξε δυο βόμβες.
«Θέλω να τις τοποθετήσεις κρυφά έξω από το Στρατηγείο τους. Να εκεί που βλέπεις 2-3 σημαίες πάνω απ’ την πόρτα. Μπορείς να τα καταφέρεις;».
Κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου κι έτρεξα να κάνω αυτό που μου ζήτησε. Μπορώ να πω ότι ήτανε δύσκολο αλλά τα κατάφερα.
Γύρισα πίσω, εκεί που την είχα απιθώσει για λίγο. Την είδα σε πιο άθλια κατάσταση απ’ ό, τι προηγουμένως. Άνοιξε τα μάτια της και με κοίταξε γεμάτη θλίψη. Έβηξε και σα να ήθελε να πει «Ήρθε η ώρα μου...», αλλά δεν την άφησα, την πήρα αγκαλιά και προσπαθούσα να απομακρυνθούμε σε ένα πιο ασφαλές μέρος γιατί σε λιγότερη από μισή ώρα θα ανατιναζόταν το στρατόπεδο των εχθρών. 
«Θα γίνεις καλά, στο υπόσχομαι» της είπα μόνο.Είχαμε φτάσει με τα πόδια σ’ ένα μικρό λόφο, ένα χιλιόμετρο μακριά από το στρατόπεδο και θα συνέχιζα ώσπου ακούστηκε βραχνή η φωνή της: «Γιώργο σταμάτα!» Ήταν απαιτητική.
Σταμάτησα. Μου είπε να την αφήσω χάμω σε ένα σημείο απ’ όπου θα έβλεπε προς το στρατόπεδο και έτσι έκανα. «Περίμενε και δες…» μου είπε. Περίμενα. «Πέντε, τέσσερα, τρία, δύο...».
Και ένα μπααάμ σήκωσε σύννεφο σκόνης. Το στρατόπεδο ανατινάχθηκε! 
Γύρισα προς τη Στέλλα, κοιτούσε τις φλόγες με ένα χαμόγελο λυπητερό και δάκρυα έπεφταν στα χλωμά μαγουλά της. Πήγα κοντά της. «Στέλλα. Μην κλαις! Κοίτα θα ήμαστε καλά τώρα.».Με κοίταξε, έκλεισε τα μάτια της και μου είπε με δυσκολία.
«Έλπιζα να δω τον πόλεμο να τελειώνει, γιατί ξέρω ότι δεν έχει τελειώσει».
«Θα τον δεις! Και θα είσαι καλά!» της είπα χαμογελαστά, ενώ ένοιωσα τα μάτια μου υγρά.
«Χάρηκα που σε γνώρισα φίλε μου…».
Σώπασε. Τα δάκρυα της, είχαν εξατμιστεί σε εκείνο το άσπρο αγγελικό πρόσωπό της.
«Θα σε θυμάμαι» είπα και με πήραν τα κλάματα.
Της έκλεισα τα μάτια. Την πήρα αγκαλιά και ξεκίνησα για το ερειπωμένο σπίτι που είχαμε καταφύγιο. Φτάνοντας εκεί με περίμεναν οι φίλοι μου. Μόλις μας αντίκρισαν (αυτή νεκρή κι εμένα να την κουβαλώ) δεν μπορούσαν να το πιστέψουν.
Ειδοποιήσαμε όσο κόσμο γνώριζε για να έρθουν στην κηδεία της.
*
Και τώρα να ’μαι, έπειτα από δύο μέρες, μετά από όλες τις διαδόσεις ότι είχε πεθάνει η Στέλλα. Η φίλη μου.Κάθομαι και γράφω, σε αυτό το ημερολόγιο.Πριν ήμουν στην κηδεία της.
Ήρθε και η οικογένειά της. Μετανάστες.Κόσμος πολύς. Η Αφρικανή με τα μικρά της κοριτσάκια. Άλλοι διάφοροι ντόπιοι. Ξένοι. Κι ένας στρατιώτης.
Απόσπασα πληροφορίες από παντού κι έμαθα πως (ο στρατιώτης) ήτανε κάποιος που η Στέλλα αγαπούσε από μικρή. Ήταν χρόνια μαζί. Αλλά όταν ξεκίνησε ο πόλεμος αυτός πολεμούσε στο πλευρό των Ελλήνων.Πριν φύγω από αυτήν την μεγάλη τελετή προς τιμή της Στέλλας, ο στρατιώτης μ’ έπιασε απ’ τον αγκώνα και με τράβηξε λίγο παραπέρα. «Σε ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ που την έσωσες από κείνο το μέρος» είπε με ύφος στενάχωρο. «Δεν την έσωσα, πέθανε», απάντησα.
Χαμογέλασε πικρά, σα να ήξερε κάτι «Ναι, αλλά πέθανε σε αυτό τον τόπο, τον Ελληνικό. Πέθανε γενναία. Και πέθανε με το καλύτερο φίλο της. Αν και δεν μπόρεσα να της εκφράσω, ένα τελευταίο...». Σταμάτησε και έπειτα:
«Αυτή η κοπέλα, μου ενέπνεε μεγάλη σιγουριά. Κάποια μέρα μου είχε πει: “Γιάννη, θα την πάρουν οι Έλληνες ξανά την χώρα στα χέρια τους”. Και μου χαμογέλασε γλυκά. Πιστεύω ότι είχες γνωρίσει εκείνο το γλυκό χαμόγελό της».
Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά.
«Έτσι με αυτήν την σιγουριά πολεμάω. Και θα το δεις, φίλε μου. Θα την πάρουμε στα χέρια μας την Ελλάδα πάλι» είπε. Κοπάνησε την πλάτη μου απαλά κι έφυγε. Ήτανε μετανάστης κι αυτός. Αλλά πολεμούσε για την Ελλάδα.

Ημερομηνία 16/6/2031

Η Ελλάδα, είναι στα χέρια των Ελλήνων πια. Τα είχαμε καταφέρει όλοι μας. Είχαμε ενώσει τις δυνάμεις μας. Και Έλληνες και μετανάστες. Ξεχάσαμε τις διαμάχες μεταξύ μας και γίναμε ένα, σα γροθιά. 
Στέλλα, αγαπητή μου φίλη, έπειτα από χρόνια τη σώσαμε την Ελλάδα. Σε ευχαριστώ για όλα. Μου έμαθες, μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα τότε, ότι είμαστε όλοι ίσοι. Είμαστε όλοι άνθρωποι.Ο Πακιστανός είχε σώσει τη ζωή μου. Κι έπαψα να είμαι ρατσιστής.
Αγαπητή μου Στέλλα η θυσία σου είναι τιμημένη. Θα σε θυμούνται όλοι. Όπως κι εγώ.

Σε φιλώ
Γιώργος


Η Μαρία Μαυροπούλου έγραψε αυτό το Διήγημα το 2010 σε ηλικία 16 ετών.










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου