Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

ΝΕΛΛΑ ΣΥΝΑΔΙΝΟΥ " ΑΚΟΜΗ ΤΟΥ’ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ, ΡΑΓΙΑΔΕΣ, ΡΑΓΙΑΔΕΣ… (το χρονικό των γεγονότων που σήμαναν την έναρξη της Επανάστασης) "

Εκείνη την άνοιξη του ΄21 σιγόβραζε ο Μοριάς και με βοή υπόκωφη ανέπεμπε ταραχή, πώς κάτι γεννιόταν…
    ▪ Η γεωφυσική του διαμόρφωση, ορεινή στο μέγιστο, η δημογραφική του υπεροχή σε συμπαγείς ελληνικούς πληθυσμούς, υπέρτερους αριθμητικά έναντι των τουρκικών, και η γεωγραφική του απόσταση από τα κέντρα λήψης αποφάσεων της οθωμανικής αυτοκρατορίας, του έδιναν πλεονέκτημα για την εκκίνηση του Αγώνα. Φυσικά τείχη έρχονταν από τον βορρά οι οροσειρές της Ρούμελης κι έφραζαν την είσοδο αφήνοντας λιγοστές διαβάσεις, πρόσθετο στρατηγικό πλεονέκτημα ∙ και τα τουρκικά στρατεύματα, από συγκυρία ευνοϊκότατη, αποδυναμωμένα στην περιοχή λόγω μετακίνησής τους στην Ήπειρο για την εμφύλιά τους σύρραξη με τον Αλή Πασά. Μα πάνω απ’ όλα, Φιλικοί, τα πιο αφοσιωμένα, τα πιο τολμηρά στελέχη, είχαν απλώσει γερά τα δίκτυα της Ιερής Συνωμοσίας κι ο τόπος κόχλαζε από ενέργεια που γύρευε να γίνει δράση…
    ▪ Από το Δεκέμβρη του 1820 στην Πελοπόννησο βρισκόταν ο Παπαφλέσσας,  τάχα με την ιδιότητα του έξαρχου του Πατριαρχείου, στην πραγματικότητα όμως απεσταλμένος της Φιλικής Εταιρείας ως πρόδρομος του Υψηλάντη. Ένθερμος υποστηριχτής της άμεσης έναρξης της Επανάστασης, συγκρούστηκε με τους προκρίτους που έκριναν παράτολμα τα σχέδιά του και στο πρόσωπό του έβλεπαν μια απειλή για την εξουσία τους. Τον Ιανουάριο του 1821 συγκεντρώθηκαν αρχιερείς και πρόκριτοι στη Βοστίτσα (Αίγιο), τάχα για επίλυση μοναστηριακών διαφορών, όπου τι φυσικότερο, παρά να παρευρίσκεται και ο πατριαρχικός έξαρχος, Παπαφλέσσας. Τον πίκραναν ζητώντας του να αποσυρθεί, μα το ζητούμενο του επιτεύχθηκε: να οριστεί ως ημερομηνία έναρξης η 25η  Μαρτίου, με εναλλακτική την 23η Απριλίου ή το αργότερο την 21ηΜαΐου, γιορτές όλες μέγιστες της χριστιανοσύνης. Τον αποκάλεσαν «αγύρτη παλιοκαλόγερο», μα εκείνος με εμπιστοσύνη στη δύναμη των λόγων του συνέχιζε την προπαρασκευή και έβαζε φωτιά στις ψυχές, τις έτοιμες από καιρό.
     ▪ Εξάλλου επίσης τον Ιανουάριο του 1821, ήρθε να επισφραγίσει την τελική φάση της προετοιμασίας του Αγώνα η επάνοδος από τη Ζάκυνθο του Θοδωρή Κολοκοτρώνη. Αν η φωτιά δε θα μπορούσε να ανάψει χωρίς Παπαφλέσσα, πώς θα βαστούσε, μακάρι μια εβδομάδα, χωρίς Κολοκοτρώνη; Αλύγιστη κολόνα έστησε τη θέλησή του μέσα στα άβουλα πλήθη και τους εμφύσησε τη δική του αδάμαστη πνοή, ώστε από απλοί χωρικοί να αναδειχθούν σε πολεμιστές. Ο «Μπουρλοτιέρης των ψυχών» Παπαφλέσσας διέσχιζε την Πελοπόννησο με προκάλυμμα τα ράσα του και συνοδεία τους ένοπλους συντρόφους του. Την ίδια ώρα ο θρυλικός «Γέρος του Μοριά», Κολοκοτρώνης, φυλαγόταν ακόμη στη Μάνη, γιατί τρόμο ενεποίησε σε αγάδες και μπέηδες το μαντάτο της άφιξής του.
    ▪ Εκείνον τον καιρό, ο βελεσής του Μοριά, Χουρσήτ, άνθρωπος ικανότατος και προικισμένος με πολεμικές αρετές, απών από την έδρα του, συμμετείχε στην ένοπλη εμπλοκή με τον Αλή Πασά και στην Τριπολιτσά τον αναπλήρωνε ο καϊμακάμης Μεχμέτ Σελήχ. Αυτός ύστερα από αλλεπάλληλες πληροφορίες περί προετοιμασιών, στρατολογιών και ύποπτων κινήσεων των ραγιάδων, κι ύστερα από φήμες αποκαλυπτικές για τους πραγματικούς σκοπούς της σύσκεψης στη Βοστίτσα, ανησύχησε σοβαρά κι έστειλε έκθεση στην Πύλη. Με φιρμάνι απήντησε ο σουλτάνος και διαταγή αυστηρή να θανατώνονται όσοι από τους προύχοντες και τον λαό ήγειραν υποψίες συμμετοχής σε εξέγερση. Να κληθούν επέτασσε, στην πρωτεύουσα της Πελοποννήσου οι αρχιερείς και οι κοτζαμπάσηδες, προς τους οποίους θα απευθύνονταν ρητές συστάσεις και απειλές. Παράλληλα διατάχθηκε ο Χουρσήτ να αποστείλει ενισχύσεις 3-5.000 ανδρών στην Πελοπόννησο, ενώ στη Μικρά Ασία συγκεντρωνόταν στρατός.
      ▪ Μπρος γκρεμό και πίσω ρέμα σήμαιναν για τους προκρίτους και αρχιερείς του Μοριά οι προσκλήσεις που έλαβαν για άμεση μετάβασή τους στην Τριπολιτσά ∙ ευνόητο ήταν τι τους περίμενε εκεί, όσο ευνόητες και οι συνέπειες της ανυπακοής τους στο κέλευσμα. Συγκεντρωμένοι στα Καλάβρυτα, δήθεν αναμένοντας την αποκατάσταση της υγείας του Παλαιών Πατρών Γερμανού, για να υπάρξει σύσσωμη αντιπροσώπευση, επινόησαν σχέδιο: συνέταξαν επιστολή πως προερχόταν –λέει- από φίλο τους Τούρκο, που τους συμβούλευε να μην υπακούσουν στην πρόσκληση, γιατί κινδύνευε η ζωή τους. Την επιστολή εμπιστεύτηκαν σε άνθρωπό τους, που κρυφά αναχώρησε προς Τρίπολη και από κάποιο σημείο του δρόμου επέστρεψε προς τα Καλάβρυτα. Προσποιητά αγανακτισμένοι από την αποκάλυψη της παγίδας που τους είχε στηθεί, ανακοίνωσαν στον Τούρκο απεσταλμένο πως αρνούνται να συνεχίσουν το ταξίδι. Κατέφυγαν στην Αγία Λαύρα στις 10 ή 13 Μαρτίου, όπου σύμφωνα με αρκετές ιστορικές μαρτυρίες, συσκεπτόμενοι αποφάσισαν την έναρξη της Επανάστασης και στις 17 του μηνός επιτελέστηκε ειδική δοξολογία και ακόλουθη ορκωμοσία. Παρά το γεγονός ότι το παραπάνω τελετουργικό δεν επιβεβαιώνεται από όλες τις πηγές, βέβαιο είναι πως οι σύνεδροι αποχώρησαν με πλήρη συνείδηση του ηγετικού ρόλου που σύντομα θα αναλάμβαναν, ως επικεφαλής των αγωνιζόμενων Ελλήνων. Το έργο, η πίστη και η φλόγα του Παπαφλέσσα, του Κολοκοτρώνη και όσων συνέβαλαν στην προεπαναστατική ιδεολογική προπαρασκευή,  είχαν αποδώσει καρπούς. Με τέτοιο αναβρασμό πνευμάτων που επικρατούσε, οι προνομιούχοι των Ελλήνων βρέθηκαν στην ανάγκη να επιλέξουν ανάμεσα στην ακινησία με ακόλουθη τη σφαγή ή στον πόλεμο με την ελπίδα σωτηρίας.  Και ανέλαβαν τον ρόλο τους.
         ▪ Από τα μέσα ως τις 20 του Μάρτη σημειώθηκαν μεμονωμένες επιθέσεις εναντίον Τούρκων στην επαρχία Καλαβρύτων, αλλά και σε άλλες επαρχίες του Μοριά, που πρόσθεσαν πολύ μεγάλη ένταση στην ήδη τεταμένη ατμόσφαιρα και αποτέλεσαν τον σπινθήρα για την έναρξη της Επανάστασης. Πρώτος σήκωσε τα όπλα ο μυημένος στη Φιλική Εταιρεία, Νικόλαος Σολιώτης, ο οποίος, πιστός σε υπόσχεση που είχε δώσει στον Παπαφλέσσα, έστησε ενέδρα -14 Μαρτίου- και κτύπησε κοντά στο Αγρίδι τους ταχυδρόμους που μετέφεραν επιστολές του καϊμακάμη Σελήχ για τον Χουρσήτ στα Γιάννενα. Κι όταν οι κλέφτες Χονδρογιανναίοι επισκέφτηκαν τον Ασημάκη Ζαΐμη, για να του αποσπάσουν έγκριση επίθεσης σε χρηματαποστολή των Τούρκων από τα Καλάβρυτα στην Τριπολιτσά, αφού «έτσι κι αλλιώς θα ξεσπούσε η Επανάσταση», εκείνος συναίνεσε ∙ η απόπειρα -16 ή 18 Μαρτίου - έγινε στην τοποθεσία Χελωνοσπηλιά κι ο Σελήχ εξέδωσε διαταγή στους προύχοντες να κτυπούν ανελέητα κάθε παρόμοιο κρούσμα στον καζά τους, αν ήθελαν να έχουν την εύνοια της Διοίκησης. Ίσως όμως  πρώτη καθαυτό πολεμική επιχείρηση του Αγώνα θα μπορούσε να θεωρηθεί η επίθεση εναντίον της πομπής του βοεβόδα Αρναούτογλου, που όδευε 18 ή 20 Μάρτη προς Τριπολιτσά. Προπορευόταν ο αράπης δούλος του και χωριστά, ο καφετζής του, που θα γίνονταν και οι δύο θύματα ενέδρας από τους Πετμεζαίους, ιστορική οικογένεια αρματολών. Έντρομος ο Αρναούτογλου, γλίτωσε και έσπευσε να κλεισθεί μαζί με τους Τούρκους κατοίκους της περιοχής στους τρεις οχυρούς πύργους των Καλαβρύτων.
           ▪ Από τη στιγμή εκείνη άρχισαν να φθάνουν στην Τρίπολη  Τούρκοι πρόσφυγες από την ύπαιθρο, ενώ παράλληλα πολλοί Έλληνες να ασφαλίζουν τις οικογένειές τους σε ορεινά κρησφύγετα ή, όσοι μπορούσαν, μακρύτερα, στα νησιά. Ο κλοιός γύρω από τους προύχοντες περιέσφιγγε ασφυκτικά και οι περιστάσεις καλούσαν σε επείγουσα επίσπευση. Η θρυαλλίδα άναβε, για να πυροδοτήσει την ανάφλεξη της εκρηκτικής ύλης, σειρά από αλυσιδωτές αντιδράσεις…
        ▪ Στις 21 Μαρτίου 600 ένοπλοι αγωνιστές με επικεφαλής προκρίτους της Αχαΐας, πολιόρκησαν τον Αρναούτογλου και τους Τούρκους που είχαν καταφύγει στα Καλάβρυτα και  τους ανάγκασαν, ύστερα από αντίσταση πέντε ημερών, να παραδοθούν. Αν όμως στους οχυρούς πύργους των Καλαβρύτων γράφτηκε η πρώτη σοβαρή πολεμική επιχείρηση, η Βοστίτσα ορθά διεκδικεί την τιμή να είναι η πρώτη πόλη της Πελοποννήσου που απελευθερώθηκε. Καθώς η πόλη δε διέθετε ασφαλές οχυρό, οι Τούρκοι κάτοικοί της δεν είχαν άλλη διέξοδο από τις διαπραγματεύσεις για την ασφαλή αναχώρησή τους. Οι πρόκριτοι τους διευκόλυναν, για να αποφύγουν τυχόν αντίποινα των εκδιωχθέντων σε  βάρος των πληθυσμών, και η πόλη ανήκε πια στους Έλληνες. Τότε ο Ανδρέας Λόντος ύψωσε την πρώτη επαναστατική ελληνική σημαία, κόκκινη με μαύρο σταυρό ∙ κατά τις ενδείξεις το γεγονός συνέβη το αργότερο στις 23 Μαρτίου.
      ▪ Την ίδια ημέρα 2.000 αγωνιστές υπό τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, τον Παπαφλέσσα και άλλους οπλαρχηγούς, απελευθέρωσαν την Καλαμάτα. Η  συνέχεια διαδραματίστηκε στην Πάτρα, όπου ένοπλοι Τούρκοι επιτέθηκαν εναντίον της οικίας του πρόκριτου Παπαδιαμαντόπουλου, πρωτεργάτη της κίνησης στην πόλη, και μετά επεκτάθηκαν στη Μητρόπολη και στις γειτονικές περιοχές για πλιάτσικο ∙ όμως σύντομα έλαβαν απάντηση από όπλα ελληνικά σε οργανωμένη άμυνα. Έκπληκτοι οι Τούρκοι, κλείσθηκαν στο φρούριο, ενώ χαράματα της 24ης Μαρτίου πλήθος ένοπλων Ελλήνων προσέρχονταν στην πόλη από τα γειτονικά χωριά και καταλάμβαναν επίκαιρες θέσεις. Την επομένη ημέρα, 25η Μαρτίου το πρωί, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός κατέφθασε μαζί με άλλους προύχοντες στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου και, ενώ οι Τούρκοι κανονιοβολούσαν από το Κάστρο, έστησε τον Σταυρό, πάνω στον οποίο ορκίσθηκαν οι αγωνιστές αναφωνώντας «Ελευθερία ή Θάνατος».
         ▪ Το καριοφίλι είχε πια ηχήσει μέσα στα σπλάχνα της Ελλάδας, τον Μοριά. Η έναρξη της Επανάστασης δεν πραγματοποιήθηκε σε μία μόνο ημέρα ούτε συγχρόνως σε όλες τις περιοχές, κι ας είχε οριστεί η 25η Μαρτίου ως ημέρα γενικής εξέγερσης από τη Φιλική. Έλαβε όμως χαρακτήρα καθολικό από τις 25 Μαρτίου και ως τις 28 Μαρτίου είχε επεκταθεί σε όλες τις πελοποννησιακές επαρχίες. Ουσιαστικά μόνο τα φρούρια, η Τριπολιτσά με τη γύρω περιοχή της και το Λάλα είχαν απομείνει στην εξουσία των Τούρκων.
ν.σ.









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου