Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ - Η «Παθολογία» του πολέμου


 Λαμβάνοντας αφορμή από τα γεγονότα της Κέρκυρας και τις εκεί βαρβαρότητες (βλ. ΘΟΥΚ 3.69.1–3.81.5), ο Θουκυδίδης ανατέμνει στο σημείο αυτό την ανθρώπινη ψυχή και αναπτύσσει την παθολογία του εμφύλιου πολέμου.
ΚΕΙΜΕΝΟ
[3.82.1] Οὕ­τως ὠ­μὴ <ἡ> στά­σις προὐ­χώ­ρη­σε, καὶ ἔ­δο­ξε μᾶλ­λον, δι­ό­τι ἐν τοῖς πρώ­τη ἐ­γέ­νε­το, ἐ­πεὶ ὕ­στε­ρόν γε καὶ πᾶν ὡς εἰ­πεῖν τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸν ἐ­κι­νή­θη, δι­α­φο­ρῶν οὐ­σῶν ἑ­κα­στα­χοῦ τοῖς τε τῶν δή­μων προ­στά­ταις τοὺς Ἀ­θη­να­ί­ους ἐ­πά­γε­σθαι καὶ τοῖς ὀ­λί­γοις τοὺς Λα­κε­δαι­μο­νί­ους. καὶ ἐν μὲν εἰ­ρή­νῃ οὐκ ἂν ἐ­χόν­των πρό­φα­σιν οὐ­δ’ ἑ­το­ί­μων πα­ρα­κα­λεῖν αὐ­το­ύς, πο­λε­μου­μέ­νων δὲ καὶ ξυμ­μα­χί­ας ἅ­μα ἑ­κα­τέ­ροις τῇ τῶν ἐ­ναν­τί­ων κα­κώ­σει καὶ σφί­σιν αὐ­τοῖς ἐκ τοῦ αὐ­τοῦ προ­σποι­ή­σει ῥᾳ­δί­ως αἱ ἐ­πα­γω­γαὶ τοῖς νε­ω­τε­ρί­ζειν τι βου­λο­μέ­νοις ἐ­πο­ρίζον­το.

[3.82.2] καὶ ἐ­πέ­πε­σε πολ­λὰ καὶ χα­λε­πὰ κα­τὰ στά­σιν ταῖς πό­λε­σι, γι­γνό­με­να μὲν καὶ αἰ­εὶ ἐ­σό­με­να, ἕ­ως ἂν ἡ αὐ­τὴ φύ­σις ἀν­θρώ­πων ᾖ, μᾶλ­λον δὲ καὶ ἡ­συ­χα­ί­τε­ρα καὶ τοῖς εἴ­δε­σι δι­ηλ­λαγ­μέ­να, ὡς ἂν ἕ­κα­σται αἱ με­τα­βο­λαὶ τῶν ξυν­τυ­χι­ῶν ἐ­φι­στῶν­ται. ἐν μὲν γὰρ εἰ­ρή­νῃ καὶ ἀ­γα­θοῖς πράγ­μα­σιν αἵ τε πό­λεις καὶ οἱ ἰ­δι­ῶ­ται ἀ­με­ί­νους τὰς γνώ­μας ἔ­χου­σι διὰ τὸ μὴ ἐς ἀ­κου­σί­ους ἀ­νάγ­κας πί­πτειν· ὁ δὲ πό­λε­μος ὑ­φε­λὼν τὴν εὐ­πο­ρί­αν τοῦ κα­θ’ ἡ­μέ­ραν βί­αι­ος δι­δά­σκα­λος καὶ πρὸς τὰ πα­ρόν­τα τὰς ὀρ­γὰς τῶν πολ­λῶν ὁ­μοι­οῖ.

[3.82.3] ἐ­στα­σί­α­ζέ τε οὖν τὰ τῶν πό­λε­ων, καὶ τὰ ἐ­φυ­στε­ρί­ζοντά που πύ­στει τῶν προγε­νο­μέ­νων πο­λὺ ἐ­πέ­φε­ρε τὴν ὑ­περ­βο­λὴν τοῦ και­νοῦ­σθαι τὰς δι­α­νο­ί­ας τῶν τ’ ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων πε­ρι­τε­χνή­σει καὶ τῶν τι­μω­ρι­ῶν ἀ­το­πί­ᾳ.

[3.82.4] καὶ τὴν εἰ­ω­θυῖ­αν ἀ­ξί­ω­σιν τῶν ὀ­νο­μά­των ἐς τὰ ἔρ­γα ἀν­τήλ­λα­ξαν τῇ δι­και­ώ­σει. τόλ­μα μὲν γὰρ ἀ­λό­γι­στος ἀν­δρε­ί­α φι­λέ­ται­ρος ἐ­νο­μί­σθη, μέλ­λη­σις δὲ προ­μη­θὴς δει­λί­α εὐ­πρε­πής, τὸ δὲ σῶ­φρον τοῦ ἀ­νάν­δρου πρό­σχη­μα, καὶ τὸ πρὸς ἅ­παν ξυ­νε­τὸν ἐ­πὶ πᾶν ἀρ­γόν· τὸ δ’ ἐμ­πλή­κτως ὀ­ξὺ ἀν­δρὸς μο­ί­ρᾳ προ­σε­τέ­θη, ἀ­σφα­λε­ί­ᾳ δὲ τὸ ἐ­πι­βου­λε­ύ­σα­σθαι ἀ­πο­τρο­πῆς πρό­φα­σις εὔ­λο­γος.

[3.82.5] καὶ ὁ μὲν χα­λε­πα­ί­νων πι­στὸς αἰ­εί, ὁ δ’ ἀν­τι­λέ­γων αὐ­τῷ ὕ­πο­πτος. ἐ­πι­βου­λε­ύ­σας δέ τις τυ­χὼν ξυ­νε­τὸς καὶ ὑ­πο­νο­ή­σας ἔ­τι δει­νό­τε­ρος· προ­βου­λε­ύ­σας δὲ ὅ­πως μη­δὲν αὐ­τῶν δε­ή­σει, τῆς τε ἑ­ται­ρί­ας δι­α­λυ­τὴς καὶ τοὺς ἐ­ναν­τί­ους ἐκ­πε­πληγ­μέ­νος. ἁ­πλῶς δὲ ὁ φθά­σας τὸν μέλ­λον­τα κα­κόν τι δρᾶν ἐ­πῃ­νεῖ­το, καὶ ὁ ἐ­πι­κε­λε­ύ­σας τὸν μὴ δι­α­νο­ο­ύ­με­νον.

[3.82.6] καὶ μὴν καὶ τὸ ξυγ­γε­νὲς τοῦ ἑ­ται­ρι­κοῦ ἀλ­λο­τρι­ώ­τε­ρον ἐ­γέ­νε­το διὰ τὸ ἑ­τοι­μό­τε­ρον εἶ­ναι ἀ­προ­φα­σί­στως τολ­μᾶν· οὐ γὰρ με­τὰ τῶν κει­μέ­νων νό­μων ὠ­φε­λί­ας αἱ τοια­ῦται ξύ­νο­δοι, ἀλ­λὰ πα­ρὰ τοὺς κα­θε­στῶ­τας πλε­ο­νε­ξί­ᾳ. καὶ τὰς ἐς σφᾶς αὐ­τοὺς πί­στεις οὐ τῷ θε­ί­ῳ νό­μῳ μᾶλ­λον ἐ­κρα­τύ­νον­το ἢ τῷ κοι­νῇ τι πα­ρα­νο­μῆ­σαι.

[3.82.7] τά τε ἀ­πὸ τῶν ἐ­ναν­τί­ων κα­λῶς λε­γό­με­να ἐ­νε­δέ­χον­το ἔρ­γων φυ­λα­κῇ, εἰ προὔ­χοι­εν, καὶ οὐ γεν­ναι­ό­τη­τι. ἀν­τι­τι­μω­ρή­σα­σθαί τέ τι­να πε­ρὶ πλε­ί­ο­νος ἦν ἢ αὐ­τὸν μὴ προ­πα­θεῖν. καὶ ὅρ­κοι εἴ που ἄ­ρα γέ­νοιν­το ξυ­ναλ­λα­γῆς, ἐν τῷ αὐ­τί­κα πρὸς τὸ ἄ­πο­ρον ἑ­κα­τέ­ρῳ δι­δό­με­νοι ἴ­σχυ­ον οὐκ ἐ­χόν­των ἄλ­λο­θεν δύ­να­μιν· ἐν δὲ τῷ πα­ρα­τυ­χόν­τι ὁ φθά­σας θαρ­σῆ­σαι, εἰ ἴ­δοι ἄ­φαρ­κτον, ἥ­διον διὰ τὴν πί­στιν ἐ­τι­μω­ρεῖ­το ἢ ἀ­πὸ τοῦ προ­φα­νοῦς, καὶ τό τε ἀ­σφα­λὲς ἐ­λο­γί­ζε­το καὶ ὅ­τι ἀ­πά­τῃ πε­ρι­γε­νό­με­νος ξυ­νέ­σε­ως ἀ­γώ­νι­σμα προ­σε­λάμ­βα­νεν. ῥᾷ­ον δ’ οἱ πολ­λοὶ κα­κοῦρ­γοι ὄν­τες δε­ξιοὶ κέ­κλην­ται ἢ ἀ­μα­θεῖς ἀ­γα­θοί, καὶ τῷ μὲν αἰ­σχύ­νον­ται, ἐ­πὶ δὲ τῷ ἀ­γάλ­λον­ται.

[3.82.8] πάν­των δ’ αὐ­τῶν αἴ­τιον ἀρ­χὴ ἡ διὰ πλε­ο­νε­ξί­αν καὶ φι­λο­τι­μί­αν· ἐκ δ’ αὐ­τῶν καὶ ἐς τὸ φι­λο­νι­κεῖν κα­θι­στα­μέ­νων τὸ πρό­θυ­μον. οἱ γὰρ ἐν ταῖς πό­λε­σι προ­στάν­τες με­τὰ ὀ­νό­μα­τος ἑ­κά­τε­ροι εὐ­πρε­ποῦς, πλή­θους τε ἰ­σο­νο­μί­ας πο­λι­τι­κῆς καὶ ἀ­ρι­στο­κρα­τί­ας σώ­φρο­νος προ­τι­μή­σει, τὰ μὲν κοι­νὰ λό­γῳ θε­ρα­πε­ύ­ον­τες ἆ­θλα ἐ­ποι­οῦν­το, παν­τὶ δὲ τρό­πῳ ἀ­γω­νι­ζό­με­νοι ἀλ­λή­λων πε­ρι­γί­γνε­σθαι ἐ­τόλ­μη­σάν τε τὰ δει­νό­τα­τα ἐ­πε­ξῇ­σάν τε τὰς τι­μω­ρί­ας ἔ­τι με­ί­ζους, οὐ μέ­χρι τοῦ δι­κα­ί­ου καὶ τῇ πό­λει ξυμ­φό­ρου προ­τι­θέν­τες, ἐς δὲ τὸ ἑ­κα­τέ­ροις που αἰ­εὶ ἡ­δο­νὴν ἔ­χον ὁ­ρί­ζον­τες, καὶ ἢ με­τὰ ψή­φου ἀ­δί­κου κα­τα­γνώ­σε­ως ἢ χει­ρὶ κτώ­με­νοι τὸ κρα­τεῖν ἑ­τοῖ­μοι ἦ­σαν τὴν αὐ­τί­κα φι­λο­νι­κί­αν ἐκ­πιμ­πλά­ναι. ὥ­στε εὐ­σε­βε­ί­ᾳ μὲν οὐ­δέ­τε­ροι ἐ­νό­μι­ζον, εὐ­πρε­πε­ί­ᾳ δὲ λό­γου οἷς ξυμ­βα­ί­η ἐ­πι­φθό­νως τι δι­α­πρά­ξα­σθαι, ἄ­μει­νον ἤ­κου­ον. τὰ δὲ μέ­σα τῶν πο­λι­τῶν ὑ­π’ ἀμ­φο­τέ­ρων ἢ ὅ­τι οὐ υ­νη­γω­νί­ζον­το ἢ φθό­νῳ τοῦ πε­ρι­εῖ­ναι δι­ε­φθε­ί­ρον­το.

[3.83.1] Οὕ­τω πᾶ­σα ἰ­δέ­α κα­τέ­στη κα­κο­τρο­πί­ας διὰ τὰς στά­σεις τῷ Ἑλ­λη­νι­κῷ, καὶ τὸ εὔ­η­θες, οὗ τὸ γεν­ναῖ­ον πλεῖ­στον με­τέ­χει, κα­τα­γε­λα­σθὲν ἠ­φα­νί­σθη, τὸ δὲ ἀν­τι­τε­τά­χθαι ἀλ­λή­λοις τῇ γνώ­μῃ ἀ­πί­στως ἐ­πὶ πο­λὺ δι­ή­νεγ­κεν· [3.83.2] οὐ γὰρ ἦν ὁ δι­α­λύ­σων οὔ­τε λό­γος ἐ­χυ­ρὸς οὔ­τε ὅρ­κος φο­βε­ρός, κρε­ίσ­σους δὲ ὄν­τες ἅ­παν­τες λο­γι­σμῷ ἐς τὸ ἀ­νέλ­πι­στον τοῦ βε­βα­ί­ου μὴ πα­θεῖν μᾶλ­λον προὐ­σκό­πουν ἢ πι­στεῦ­σαι ἐ­δύ­ναν­το.

[3.83.3] καὶ οἱ φαυ­λό­τε­ροι γνώ­μην ὡς τὰ πλε­ί­ω πε­ρι­ε­γί­γνον­το· τῷ γὰρ δε­δι­έ­ναι τό τε αὑ­τῶν ἐν­δε­ὲς καὶ τὸ τῶν ἐ­ναν­τί­ων ξυ­νε­τόν, μὴ λό­γοις τε ἥσ­σους ὦ­σι καὶ ἐκ τοῦ πο­λυ­τρό­που αὐ­τῶν τῆς γνώ­μης φθά­σω­σι προ­ε­πι­βου­λευ­ό­με­νοι, τολ­μη­ρῶς πρὸς τὰ ἔρ­γα ἐ­χώ­ρουν.

[3.83.4] οἱ δὲ κα­τα­φρο­νοῦν­τες κἂν προ­αι­σθέ­σθαι καὶ ἔρ­γῳ οὐ­δὲν σφᾶς δεῖν λαμ­βά­νειν ἃ γνώ­μῃ ἔ­ξε­στιν, ἄ­φαρ­κτοι μᾶλ­λον δι­ε­φθε­ί­ρον­το.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ 
[3.82.1] Εις τοιαύτας υπερβολάς ωμότητος έφθασεν ο εμφύλιος σπαραγμός, ο οποίος εθεωρήθη ακόμη ωμότερος της πραγματικότητος, λόγω του ότι υπήρξεν ο πρώτος. Διότι βραδύτερον τουλάχιστον, όλος σχεδόν ο Ελληνικός κόσμος συνεταράχθη, καθόσον ο ανταγωνισμός των αρχηγών των δημοκρατικών και των ολιγαρχικών, εις τας διαφόρους πόλεις, αποτέλεσμα είχεν οι μεν πρώτοι να επικαλούνται την βοήθειαν των Αθηναίων, οι δε δεύτεροι των Λακεδαιμονίων. Και εν καιρώ μεν ειρήνης ούτε πρόφασιν είχαν, ούτε διάθεσιν να επικαλούνται την επέμβασίν των. Τώρα όμως που αι δύο αυταί πόλεις ευρίσκοντο εις πόλεμον, και οι δημοκρατικοί και οι ολιγαρχικοί των άλλων πόλεων επεδίωκαν βιαίας πολιτικάς μεταβολάς, εύρισκαν ευκόλως την ευκαιρίαν να εξασφαλίζουν συγχρόνως την βοήθειαν των συμμάχων, δια να κατατροπώσουν τους αντιπάλους των, και με το ίδιον μέσον ενισχυθούν οι ίδιοι. 

[3.82.2] Ένεκα τωόντι εμφυλίων σπαραγμών, ενέσκηψαν εις τας πόλεις πολλαί και μεγάλαι συμφοραί, αι οποίαι παρουσιάζονται και θα εξακολουθήσουν να παρουσιάζωνται πάντοτε, εφόσον η ανθρωπίνη φύσις μένει η ιδία, φέρουν όμως βαρύτερον ή έλαφρότερον χαρακτήρα και διαφέρουν κατά την μορφήν, αναλόγως της μεταβολής των παρουσιαζομένων εκάστοτε περιστάσεων. Διότι εν καιρώ μεν ειρήνης και ευημερίας και αι πόλεις και οι ιδιώται διαπνέονται από ευγενέστερα αισθήματα, καθόσον δεν περιπίπτουν υπό την πίεσιν αναποτρέπτων αναγκών. Αλλ' ο πόλεμος, αφαιρών ολίγον κατ' ολίγον από τους ανθρώπους την καθημερινήν ευμάρειαν, γίνεται διδάσκαλος βίαιος, και τείνει ν' αφομοιώση τας διαθέσεις των πολλών προς την παρούσαν αυτών κατάστασιν. 

[3.82.3] Αι πόλεις λοιπόν ήρχισαν μαστιζόμεναι από στάσεις, και όσαι τυχόν περιέπιπταν εις αυτάς βραδύτερον, επειδή εμάνθαναν τα αλλαχού γινόμενα, εφιλοτιμούντο να υπερβάλουν εις εξεύρεσιν νέων επινοήσεων, δια της πολυμηχάνου υπουλότητος των επιθέσεών των και του πρωτοφανούς των εκδικήσεών των. 

[3.82.4] Και κατήντησαν να μεταβάλουν αυθαιρέτως την καθιερωμένην σημασίαν των λέξεων, δια των οποίων δηλούνται τα πράγματα. Τωόντι, η μεν παράλογος τόλμη εθεωρήθη ως ανδρεία, ετοίμη εις θυσίαν χάριν των πολιτικών ομοφρόνων, η προνοητική διστακτικότης ως εύσχημος δειλία, η σωφροσύνη ως πρόσχημα ανανδρίας, η δια κάθε τι σύνεσις ως βραδυκινησία. Η τυφλή παραφορά εκρίθη ως ανδρική αρετή, ενώ η χάριν ασφαλείας περαιτέρω σκέψις ως εύσχημος πρόφασις υπεκφυγής. 

[3.82.5] Ο τα πάντα επικρίνων και τους πάντας κακολογών εθεωρείτο άξιος εμπιστοσύνης εις κάθε περίστασιν, ενώ ο αντιτιθέμενος προς αυτόν, ύποπτος. Ο στήνων επιτυχή παγίδα εθεωρείτο άνθρωπος ευφυής, αλλά πολύ περισσότερον ικανός, ο οσφραινόμενος εγκαίρως αυτήν. Ενώ εκείνος που εφρόντιζε να μην ευρεθή εις την ανάγκην να κάμη ούτε το εν, ούτε το άλλο, εθεωρείτο διαλυτής του κόμματος και πανικόβλητος απέναντι των αντιπάλων. Με μίαν λέξιν, ο προτρέχων άλλου εις την διάπραξιν κακού εκρίνετο άξιος επαίνων, καθώς και ο παρακινών άλλον εις διάπραξιν κακού, το οποίον εκείνος δεν είχε διανοηθή. 

[3.82.6] Και ο ίδιος άλλωστε ο συγγενικός ακόμη δεσμός εθεωρήθη ολιγώτερον στενός τού μεταξύ πολιτιτικών ομοφρόνων δεσμού, διότι οι τελευταίοι ήσαν προθυμότεροι εις το να τολμήσουν κάθε τι χωρίς δισταγμόν. Καθόσον οι φατριαστικοί σύνδεσμοι δεν συνιστώντο χάριν αμοιβαίας βοηθείας, επί τη βάσει των κειμένων νόμων, αλλά χάριν ιδιοτελών σκοπών, αντιθέτων προς τους καθεστώτας νόμους. Και η προς αλλήλους εμπιστοσύνη ενισχύετο όχι τόσον δια των προς τους θεούς όρκων, όσον δια της από κοινού διαπράξεως εγκλημάτων. 

[3.82.7] Οσάκις οι αντίπαλοι διετύπωναν ευλόγους προτάσεις, εκείνοι προς τους οποίους εγίνοντο αι προτάσεις, εάν ήσαν ισχυρότεροι, δεν τας απεδέχοντο με αίσθημα ειλικρινούς εμπιστοσύνης, αλλά λαμβάνοντες συγχρόνως τ' αναγκαία εξασφαλιστικά μέτρα. Επροτίμων πολύ περισσότερον ν' αντεκδικηθούν δια κακόν, το όποιον έπαθαν, παρά να προλάβουν το κακόν. Και οσάκις υπό την πίεσιν των περιστάσεων αντηλλάσσοντο τυχόν όρκοι προς ενίσχυσιν συνδιαλλαγής, οι όρκοι ίσχυαν μόνον προσωρινώς, εφόσον αμφότεροι οι ορκισθέντες δεν είχαν πού αλλού να στηριχθούν. Αλλ' εκείνος, ο οποίος, δοθείσης ευκαιρίας, πρώτος ανέκτα το θάρρος του, εάν έβλεπε τον αντίπαλον απροφύλακτον, εξεδικείτο με μεγαλητέραν ευχαρίστησιν, λόγω του ότι εξηπάτα την προς τον όρκον εμπιστοσύνην του αντιπάλου του, παρά εάν εξεδικείτο παλληκαρίσια. Διότι υπελόγιζεν, ότι εκτός του πλεονεκτήματος της ασφαλείας, εκέρδιζε και το βραβείον της επιτηδειότητος αφού επεκράτησε δι' απάτης. Οι περισσότεροι τωόντι άνθρωποι προτιμούν να είναι αχρείοι και να ονομάζωνται επιτήδειοι, παρά να είναι χρηστοί και να λέγωνται ευήθεις, και δια το τελευταίον τούτο μεν εντρέπονται, ενώ δια το πρώτον υπερηφανεύονται. 

[3.82.8] Αιτία όλων αυτών ήταν η δίψα της εξουσίας, την οποίαν γεννά η πλεονεξία και η φιλαρχία, και το φατριαστικόν πνεύμα, το όποιον εκτρέφουν τα δύο αυτά πάθη, εις όσους περιπέσουν άπαξ εις φατριαστικάς έριδας. Διότι οι αρχηγοί των φατριών εις τας διαφόρους πόλεις, προβάλλοντες εκατέρωθεν εύηχα συνθήματα, οι δημοκρατικοί την πολιτικήν ενώπιον του νόμου ισότητα του πλήθους, οι ολιγαρχικοί την σώφρονα αριστοκρατίαν, λόγω μεν υπηρέτουν τα κοινά, πράγματι όμως καθίστων αυτά βραβείον του προσωπικού των ανταγωνισμού. Αγωνιζόμενοι, εξ άλλου, να υποσκελίσουν αλλήλους με κάθε μέσον, ετόλμησαν τα τερατωδέστερα πράγματα. Αλλά και ταύτα ακόμη υπερέβαιναν αι εκδικήσεις των, τας οποίας και αι δύο μερίδες ώθουν όχι απλώς μέχρι των ορίων, τα οποία θα επέβαλλε το δίκαιον και το κοινόν συμφέρον αλλά μέχρι του σημείου, το οποίον ανταπεκρίνετο εκάστοτε εις την ικανοποίησιν της φατρίας των. Και ήσαν έτοιμοι να κορέσουν τον πόθον της αμέσου εκδικήσεως, είτε δι' αδίκων καταδικών, είτε επιβαλλόμενοι δια της βίας. Και ενώ καμμία από τας δύο μερίδας δεν ενεπνέετο από αισθήματα ευσεβείας, εκείνοι που κατώρθωναν να συγκαλύψουν απεχθείς πράξεις υπό ωραίους λόγους επηνούντο πολύ περισσότερον. Οι πολίται, εξ άλλου, όσοι δεν ανήκαν εις καμμίαν από τας δύο μερίδας, έπιπταν θύματα και των δύο, είτε διότι ηρνούντο ν' αγωνισθούν παρά το πλευρόν των, είτε διότι τους εφθόνουν δια την ακίνδυνον και ήσυχον ζωήν που εζούσαν.

[3.83.1] Τοιουτοτρόπως, ένεκα των εμφυλίων σπαραγμών, όλαι αι μορφαί της μοχθηρίας ενεφανίσθησαν εις τον Ελληνικόν κόσμον. Η αγαθότης, η οποία συνδέεται στενώς με την ευγένειαν του χαρακτήρος, κατεγελάτο τόσον, ώστε εξηφανίσθη, ενώ επεκράτησεν ο πλήρης δυσπιστίας αμοιβαίος ανταγωνισμός, 

[3.83.2] καθόσον δεν υπήρχε τίποτε που να ημπορή να οδηγήση εις συνδιαλλαγήν, ούτε υποσχέσεις πανηγυρικαί, ούτε όρκοι φοβεροί. Έκαστος, εφόσον ήτον ισχυρότερος, σκεπτόμενος πόσον απελπιστικώς αναξιόχρεοι ήσαν αι διδόμεναι εγγυήσεις, ελάμβανε τ' αναγκαία δια την ασφάλειάν του μέτρα, χωρίς να ημπορή να στηριχθή εις άλλους. 

[3.83.3] Και οι έχοντες ασθενεστέραν την αντίληψιν επεκράτουν ως επί το πλείστον. Διότι, φοβούμενοι, ως εκ της ιδικής των ανεπαρκείας και της ευφυίας των αντιπάλων των, μήπως όχι μόνον ηττηθούν κατά την συζήτησιν, αλλά και ένεκα της ευστροφίας του πνεύματος των τελευταίων πέσουν πρώτοι θύματα των μηχανορραφιών των, έφθαναν τολμηρώς μέχρις εγκλήματος. 
[3.83.4] Ενώ εκείνοι, επειδή ένεκα καταφρονήσεως των αντιπάλων των ενόμιζαν ότι ημπορούν εγκαίρως ν' αντιληφθούν τους σκοπούς των, και ότι δεν υπάρχει ανάγκη να επιδιώξουν δια της δυνάμεως ό,τι ηδύνατο να επιτευχθή δια της ευφυίας, κατελαμβάνοντο απροφύλακτοι και εφονεύοντο ως επί το πλείστον.


Μτφρ. Ε.Κ. Βενιζέλος. [1940] 1960. Θουκυδίδου Ιστορίαι. Ι–ΙΙ. 2η έκδ. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας. (1η έκδ. Οξφόρδη: Οxford University Press).





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου