Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016

ΜΑΡΘΑ ΠΑΤΛΑΚΟΥΤΖΑ - ΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΡΓΟ


Βιογραφικό 

Η Μάρθα Πατλάκουτζα γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη από γονείς που κατάγονται από την Ανατολική Θράκη.
Σπούδασε Παιδαγωγικά στο Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης , απ' όπου αποφοίτησε το 1990.
Από το 1996 διδάσκει σε δημοτικά σχολεία της χώρας και τα τελευταία χρόνια σε δημοτικά της Θεσσαλονίκης.
Είναι παντρεμένη, μητέρα δυο κοριτσιών και πρόσφατα και γιαγιά.
Παράλληλα το 2012 ξεκίνησε να ασχολείται με τη συγγραφή μυθιστορημάτων. Τα θέματα των βιβλίων της τα αντλεί από τις ζωές των ανθρώπων και ασχολείται κυρίως με τη μυθιστορηματική βιογραφία.


Εργογραφία:
Ζαχάρα, η θύελλα της καρδιάς Εκδόσεις Ελληνική Πρωτοβουλία, 2013
Μερτζανή, το δάκρυ της Θράκης, Εκδόσεις Έξη, 2014
Άγιος Παΐσιος, ο Αγιορείτης, Εκδόσεις Έξη, 2015



i) Ζαχάρα, η θύελλα της καρδιάς  

Εκδόσεις Ελληνική Πρωτοβουλία, 2013 
Οπισθόφυλλο 

Η θερμή απαλή παλάμη της αγκαλιάζει τα παγωμένα μου δάχτυλα. Πρωτόγνωρες εικόνες με περικυκλώνουν. Κίνηση σε εξωτικά μέρη, ψυχικός πόνος, μοναξιά ατελείωτη, επώδυνη. Δεν αντέχω άλλο. Αφήνω απότομα το χέρι της και κρύβω το δικό μου πίσω από την πλάτη μου. Θέλω να κρύψω όσα είδα, όσα μου φανέρωσε για μια ακόμα φορά η Ιουδίθ".
Μύρα και Ζωή, δυο γυναίκες αντιμέτωπες με τη μοίρα και τη ζωή, αποφασίζουν να ξεφύγουν από τα σύνορα της συμβατικότητας. Έρωτας και λόγια τυλιγμένα στη θύελλα της ανέμης, ένα κουβάρι η μοίρα της ζωής τους. 
Το ταξίδι της αγάπης ξεκινά!
Καμία απόσταση δεν είναι αρκετή για να παλέψει με το όνειρο.
Μια βαλίτσα γίνεται η καρδιά της Ζωής, που ταξιδεύει από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα και οδηγείται στην τελική αναμέτρησή της με την κοσμοπολίτικη Σαγκάη, την αμαρτωλή πόλη στη λήθη του χρόνου.
Η χρόνια κατάθλιψη είναι ο δαίμονας που θα νικήσει η Μύρα στους πορτοκαλί αμμόλοφους της Σαχάρας, στην έρημο των ονείρων της.
Μια τυχαία συνάντηση και η μοίρα ξετυλίγει το μίτο της ζωής.

Αποσπάσματα  

Ο αγώνας δεν τελειώνει όταν χάνεις, αλλά όταν τα παρατάς! Κι εγώ δεν θέλω να τα παρατήσω. Σε ένα σάκο ρίχνω ένα χαμόγελο, μια ιδέα ζωής και μια δόση γαλήνης. Προχωρώ σε ένα νέο, απάτητο δρόμο... που οδηγεί στο άγνωστο. Δε φοβάμαι πια. Τα βήματα μου από αργά γίνονται γοργά, σίγουρα, σταθερά. Στο τέλος του δρόμου με περιμένει εκείνος. Αφού δεν μπορώ να τρέξω με τα πόδια, τρέχω με το μυαλό.''

 ****
Ίσως γι’ αυτό με πληγώνει, όταν οι άνθρωποι γύρω μου υποδύονται έναν ρόλο. Θέλουν να δείχνουν κάτι άλλο. Αυτό που τους συμφέρει. Κοιτούν την μάσκα με προσοχή, τη μελετούν με κάθε λεπτομέρεια και μετά τη φορούν. Ζουν τη δική τους αλήθεια μέσα στο ψέμα και την υποκρισία. Επόμενη στάση η προδοσία. Η λέξη που πονάει πιο πολύ για μένα. Έχει πολλά μέσα της. Το ψέμα, την εξαπάτηση, την υποτίμηση, την απόρριψη. Αυτό που με πλήγωσε πιο πολύ ήταν η απιστία του Άγγελου, η προδοσία του. Ειδικά σε στιγμές που ήμουν πολλή ευάλωτη. Έχασα την εμπιστοσύνη μου σε αυτόν χάνοντας πια την εμπιστοσύνη στον ίδιο μου τον εαυτό.
Είναι δυνατόν να υπάρχει αγάπη, όπου υπάρχει ψέμα και προδοσία; Διαθέτω, δυστυχώς ή ευτυχώς, έναν δυνατό και γρήγορο τρόπο αντίληψης, αν και όχι τόσο αισιόδοξο, από τον οποίο ο Άγγελος δεν μπόρεσε να ξεφύγει, δεν μπόρεσε να μου κρυφτεί. Όμως εξακολουθούσε σε όλα αυτά τα χρόνια να είναι το καταφύγιό μου. Και τώρα μετά από τόσα χρόνια γάμου, έρχομαι εγώ στη θέση του. Μόνο που εγώ, δεν έκρυψα τι κάνω και τι νιώθω. Τον καταλαβαίνω από τι τρικυμία περνάει, αλλά δεν μπορώ να τον βοηθήσω με κάποιον τρόπο, παρά μόνο ελευθερώνοντάς τον από εμένα. Αν είναι αυτό που θέλει πραγματικά.
Για χρόνια έκανα κακό στον εαυτό μου,ώστε να με προσέξει ο άντρας μου, να νιώσει ενοχές για την κατάσταση μου. Όμως ούτε έτσι με πρόσεξε. Έπρεπε να έρθει ο Salem για να με ξαναδεί μπροστά του, για να θυμηθεί πως υπάρχω. Αποφάσισε να με διεκδικήσει. Δεν κατάλαβα με ποιον τρόπο. Μερικά ακόμα λόγια ψεύτικα για να με ηρεμήσουν; Τα λόγια έρχονται και με βρίσκουν από μόνα τους, όχι όμως ο Άγγελος.
Ο έρωτας δεν ηρεμεί. Ο έρωτας καίει! Ο έρωτας είναι μια αχόρταγη φωτιά! Το χρυσάφι στη φωτιά φαίνεται… Μπορείς να ηρεμήσεις τη φωτιά και να δεις το χρυσάφι που είχες στα χέρια σου; Μπορείς να χαλιναγωγήσεις τη φωτιά; Λίγο αν ξεχαστείς, έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Κι εσύ, Άγγελε, με ξέχασες νωρίς. Καιρός να χάσω τον έλεγχο…
Με τι μετριέται ένας άντρας; Με το ύψος του, με το παράστημα του, με την ψυχή και την καρδιά του;
 ****
Δύσκολα εκείνα τα χρόνια του μεσοπολέμου σε μια Ελλάδα που άλλαζε συνεχώς, που είχε να αντιμετωπίσει πολλά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, με κυριότερο το προσφυγικό, με τους ανθρώπους να παλεύουν σκληρά για την επιβίωσή τους. Η Ελλάδα και ο κόσμος ολόκληρος ήταν ένα καζάνι που έβραζε, ένας λαός που έγλειφε τις πληγές του και προσπαθούσε να αναστηθεί από τις στάχτες με την απειλή του πολέμου να τους καταδιώκει κάθε στιγμή. Φτώχεια και αρρώστιες ήταν στοιχεία της καθημερινής πραγματικότητάς τους. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες μεγάλωσε η μάνα μου.
Όπως συμβαίνει πάντα στη ζωή, ίδια γεγονότα γεννούν διαφορετικούς χαρακτήρες, στάσεις, αξίες και αντιδράσεις. Άλλοι παλεύουν, ορθώνουν το ανάστημά τους κι αγωνίζονται με ό,τι τους έχει προικίσει η φύση. Άλλοι πάλι συρρικνώνονται, κλείνονται στον εαυτό τους, γίνονται αόρατοι και δε θέλουν να πειράξουν κανέναν, αλλά κυρίως να μην τους πειράξει κανείς. Γίνονται αθόρυβοι, παθητικοί, υποτελείς. Επιδιώκουν να είναι συμπαθείς για να δεχθούν -ελπίζουν και πιστεύουν- από συμπόνια τα μικρότερα χτυπήματα. Εναντιώνονται σε κάθε μορφή δύναμης που πηγάζει από μέσα τους. Θέλουν να παραμείνουν απλοί παρατηρητές της ζωής. Όμως είναι νόμος της φύσης πως αυτοί ακριβώς δέχονται τα περισσότερα πλήγματα.
Η ζωή δε δίνει εγγυήσεις σε κανέναν και για τίποτα. Δε σηκώνει παζάρια. Παλεύεις και ζεις. Σταματάς και τότε εξαφανίζεσαι.

ii) Μερτζανή, το δάκρυ της Θράκης
 
Εκδόσεις Έξη, 2014
Οπισθόφυλλο 
Οκτώβρης 1922... Στις όχθες του ποταμού Έβρου στέκει ένα νεαρό κορίτσι με βρόμικα ρούχα και πρόσωπο βουτηγμένο στην απόγνωση. Νιώθει το βάρος της ευθύνης να συνθλίβει τους μικροκαμωμένους ώμους της... Πρέπει να διασχίσει το ποτάμι μαζί με την αδερφή της, το κάρο και τα ζωντανά.
Ορφανή από μητέρα, ξεριζωμένη από πατρίδα, η Μερτζανή δεν σταματά να αγωνίζεται και να ξεπερνάει τον εαυτό της.
Ποιος τη στηρίζει στα χίλια βάσανα, στον θάνατο, στον αβάσταχτο πόνο; Μονάχα μια φωνούλα μέσα της, μια γλυκιά φωνή που δε σιωπά ποτέ, μια διακριτική λάμψη που δεν την αφήνει να παραδοθεί, όσο κι αν λυγίζει. Και η Μερτζανή θα λυγίσει πολλές φορές. Χάνει το στήριγμά της ξανά και ξανά, χάνει τις μεγάλες της αγάπες, χάνει κάθε δύναμη…
Η συγκλονιστική ιστορία μιας αξιοθαύμαστης γυναίκας που δεν έχασε ποτέ την αξιοπρέπειά της και την τόλμη της.
Μερτζανή… κοράλλι σπάνιο, όπως και η ψυχή της. Μια ψυχή που συνεχώς διώκεται… ένας διωγμός που τέλος δεν έχει… Αυτή είναι η ιστορία της.

 Αποσπάσματα

Ο Μαλαματής βουρκωμένος κατέβηκε τη σκάλα και εισέπνευσε για τελευταία φορά τη μυρωδιά του σπιτιού του. Ένα δάκρυ κύλησε στο σκαμμένο από τη θλίψη μάγουλό του. Η Σοφία έσκυψε το κεφάλι της παραιτημένη από το πείσμα της. Αφέθηκε στη βούληση του ανδρός της.
Έτριξε η πόρτα του σπιτιού, καθώς την έκλεινε. Το κλειδί γλίστρησε για τελευταία φορά στην κλειδαριά. Το γύρισε δυο φορές. Ο κούφιος ήχος  κλείδωσε την καρδιά του. Το έβαλε στη χούφτα του. Για λίγο έμεινε συλλογισμένος. «Να το πάρω μαζί μου; Κι αν το χάσω; Κι αν το χρειαστώ όταν θα επιστρέψουμε ξανά;»
Έκανε το γύρο του σπιτιού κι έλεγξε τα παράθυρα για να μην μπορεί να μπει μέσα η βροχή και το αγιάζι, σκούντησε τα παντζούρια και τα στερέωσε με ξύλινες σφήνες που έβαλε ανάμεσά τους.
Έχυσε το καλύτερο κρασί του στο χώμα της αυλής και τύλιξε το κλειδί σε ένα τσόλι που είχε για να σκουπίζει τα παντζούρια. Γονάτισε βογκώντας σιμά στην αγαπημένη του τριανταφυλλιά. Στη ρίζα της έσκαψε μια μικρή λακκούβα και παράχωσε το κλειδί.
 ****
«Πατέρα, τι κουτουράδα έκανες; Αν σε έπιαναν έξω μες στη νύχτα θα σε τουφέκιζαν. Αυτοί δεν είναι άνθρωποι. Είναι φονιάδες, ψυχροί εκτελεστές…»
«Άσε με μένα κόρη μου. Το παλικάρι μου το μονάκριβο….» η φωνή του σβήνει.
Η Μερτζανή με αγωνία ανιχνεύει το βλέμμα του.
«Τον συνέλαβαν κόρη μου» λέει μαγκωμένα. Ο ηλικιωμένος άντρας παίρνει μια δύσκολη αναπνοή. Με κόπο πολύ καταφέρνει να συνεχίσει «Τον κατηγορούν πως είναι στην ίδια συμμορία με τα ξαδέρφια του. Τον κατηγορούν πως είναι Παοτζής, ταγμασφαλίτης, όργανο των Γερμανών. Πως φυγάδευσε τους άλλους κι έμεινε ο Δημήτρης πίσω για να κατασκοπεύει τους Βούλγαρους». Σκουπίζει με την ανάστροφη του  πουκαμίσου του ένα δάκρυ που κατηφορίζει στο σκαμμένο μάγουλό του. Θέλει να φανεί δυνατός, σκληρόπετσος. Σφίγγει τον ώμο της νύφης του.
«Αγάντα… Νερό, Μερτζανή μ’ .Λίγο νερό» λέει πνιχτά, καθώς νιώθει έναν κόμπο να του φράζει τον λαιμό. Η ανάσα του βγαίνει ακανόνιστη. Με τα χέρια του βαστά το οστεωμένο του στήθος.
 «Κουράγιο πατέρα!» παραμιλάει η γυναίκα και τρέχει για νερό, με τα μηνίγγια της να σφυροκοπούν αλύπητα.
Του βρέχει τα χείλη με το τσίγκινο ποτήρι. Ο ηλικιωμένος άντρας πίνει αργά λίγες γουλιές και η ανάσα του ξαναγίνεται ήρεμη και της αποκρίνεται «Κάνε κουράγιο κόρη μου. Ο Δημήτρης είναι αθώος. Όλοι στο χωριό ξέρουν πως δεν ανακατεύεται με τα πολιτικά. Δεν μπορεί, κάτι θα γίνει. Θα τον αφήκουνε ελεύθερο. Θα ιδιεις…»
«Μα δεν έκανε τίποτα ο Δημήτρης μας. Είναι αθώος» λέει Μερτζανή με φωνή τόσο πικρή, όσο και η στιγμή που ζει.
  ****
Ένας τεράστιος κόμπος δένεται στο λαρύγγι της γυναίκας, που συγκινημένη δεν μπορεί να αρθρώσει λέξη. Πόσες φορές η ψυχή της δεν ζήτησε την ελευθερωθεί από το χθες;
 Η αγάπη στη ζωή της γίνηκε πολύ ακριβή. Πήρε μια δόση πίκρας και μια δυνατή γουλιά πόνου. Τα ανακάτεψε καλά στο λογισμό της. Με αυτό νόμισε θα σφαλίσει τον ήλιο της καρδιάς της.
Όμως, σαν και το τελευταίο άστρο της αυγής χαθεί, ο ήλιος και πάλι θα ανατείλει  «Φτερούγισε ψυχή μου... ένας ουρανός σε περιμένει κι εσένα…»της ψιθυρίζει η Μάρθα.
Όταν το όνειρο ματώνει και πονά, το κάνουμε να γιάνει με αγάπη και το αφήνουμε ελεύθερο...
Θα βρει το δρόμο του.

Βασιλική Μολφέση  - Κριτική για τη Μερτζανή 
Υπέροχες οι περιγραφές σε καιρούς ειρήνης για τον τρόπο ζωής και τις δουλειές της νοικοκυράς , άρμεγμα, αργαλειός, ασβέστωμα στα δίπατα αρχοντικά με τον λουλουδιασμένο περίγυρο αλλά και του άντρα η βοσκή, το όργωμα, η σπορά, το θέρος, μεταφέρει τον αναγνώστη σε άλλες εποχές πιο ανθρώπινες κι ανέμελες που ο άνθρωπος μπορεί να απολαμβάνει τις μυρωδιές της φύσης και τα αγαθά της γης.
Συγκλονιστικές και οι περιγραφές στον καιρό των αναταραχών και του πολέμου με εικόνες ξεριζωμού, προσφύγων με φθαρμένα ρούχα, βρώμικοι, κουβαλώντας μικρά παιδιά και ότι μπορούσαν από το βιος τους, στριμωγμένοι στην αποβάθρα του τρένου να παλεύουν για μια θέση στη ζωή και στο μέλλον. Κι άλλοι ουρές στα καραβάνια, με ποδαρόδρομο για πολλές μέρες εξαθλιωμένοι , διψασμένοι, πεινασμένοι να προχωρούν προς τον Έβρο για να περάσουν στην απέναντι όχθη. Κατόπιν η εγκατάστασή τους στην Καβάλα σε εκκλησιές, σε τζαμιά, σε σχολεία, σε καπναποθήκες πλάι στη θάλασσα και σε άθλια παραπήγματα ώσπου να τους επιτρέψουν να ξαναφτιάξουν το σπιτικό τους. Μια πολύ δυνατή ιστορία που αποτελεί ύμνο για τον αγώνα επιβίωσης όλων των προσφύγων.
Ένα θαυμάσιο βιβλίο που έχει να δώσει πάρα πολλά κυρίως ανθρωπιά, περηφάνια και δύναμη για τον αγώνα της ζωής κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες
Διαβάστε περισσότερα  εδώ 


iii) Άγιος Παΐσιος, ο Αγιορείτης


Εκδόσεις Έξη, 2015

Οπισθόφυλλο 

Παιδί, άντρας, μοναχός, καλόγερος, Γέροντας, Παππούλης... Άγιος.
Τα ονόματά του Αρσένιος, Αβέρκιος, Παΐσιος.
Αφιέρωσε τον εαυτό του στην άσκηση και την προσευχή.
Υπηρέτησε με υπακοή και προσήλωση τον Μεγαλοδύναμο.
Απέκτησε με ταπείνωση κι απλότητα, με υπομονή κι επιμονή όλα τα χαρίσματα που τον έκαμαν τον αγαπημένο Άγιο του σύγχρονου ανθρώπου.
Μα και ο ίδιος αγάπησε ολοκληρωτικά Θεό και άνθρωπο. Αγκάλιασε την ανθρώπινη ψυχή και την ανάπαυσε με τα λόγια του.
Όταν γνωρίσουμε πιότερο τη ζωή του, τότε ίσως να μπορέσουμε αληθινά να καταλάβουμε το μεγαλείο της προσφοράς του.
Τότε, ίσως αλλάξουμε κι εμείς...

Αποσπάσματα 
Στις 14 Αυγούστου του 1924 η οικογένεια Εζνεπίδη πήρε το δρόμο της πικρής προσφυγιάς. Μάζεψαν ό,τι πολύτιμο είχαν κι ό,τι μπορούσαν να σώσουν και τα έκαναν έναν μπόγο. Τα άλλα, τα ζώα τους, τα έπιπλά τους, τα χωράφια τους, τα πούλησαν στους Τούρκους, που τα πήραν για ένα ελάχιστο τίποτα.
 Μαζί τους και ο Πατέρας Αρσένιος, που εμψύχωνε με το Λόγο του Θεού και το βλέμμα του τους Φαρασιώτες, μα και όλους τους κατατρεγμένους. Με κάρα που τα έσερναν βόδια και καμήλες και όσο βιος μπορούσαν να πάρουν μαζί τους προχωρούσαν, εγκατέλειπαν τις προγονικές τους εστίες. Πόνος και ταλαιπωρία. Άντρες, γυναίκες και παιδιά στον μακρύ δρόμο της προσφυγιάς. Η ζέστη δυνατή, η ακαθαρσία ανυπόφορη και οι συνέπειες του συνωστισμού και της απλυσιάς γίνονταν αβάσταχτες.
Τα καραβάνια μιλιούνια έφταναν στα παράλια, στο λιμάνι της Μερσίνας.  Από εκεί περίμεναν να πάρουν το βαπόρι για τον Πειραιά. Μαύρες οι καρδιές τους για όσα άφησαν πίσω τους. Μόνη παρηγοριά τους η Χάρη του Θεού. Στα χέρια Του είχαν εναποθέσει τις ζωές και το μέλλον τους.
«Δικοί μας άνθρωποι είναι. Έλληνες σαν κι εμάς. Θα μας σταθούν. Ο Θεός είναι ψηλά και βλέπει...», παρηγορούσε ο ένας τον άλλον.
   ****
Πολλές φορές τη νύχτα άνοιγε λίγο την πόρτα του κελλιού για να μπορεί να βλέπει. Το φως του φεγγαριού τρύπωνε στη σιγαλιά της νύχτας. Λόγια ιερά ταξίδευαν από τα χείλη του Καλόγερου προς τον ουρανό, καθώς έλεγε την ευχή. Τα σκελετωμένα του δάχτυλα έτριβαν με το γυαλόχαρτο την επιφάνεια των ξύλων. Τα προετοίμαζε να δεχτούν τη σκέψη του με την ευλογία της προσευχής του.
Δεν πήγε σε δάσκαλο να μάθει ξυλογλυπτική. Ήταν αυτοδίδακτος. Μόνος του παίδεψε το ξύλο και παιδεύτηκε κι ο ίδιος, μέχρι τα έργα του να αποκτήσουν τεχνική τελειότητα, αλλά και μια ιδιαίτερη χάρη, γιατί ήταν φτιαγμένα με ευλάβεια.
Σαν τέλειωνε τα εργόχειρά του, τα έδινε στο Μοναστήρι και οι μοναχοί τα πουλούσαν. Γίνονταν ανάρπαστα από τους προσκυνητές. Τα χρήματα που έπαιρνε τα έδινε σε γνωστούς του ταξιτζήδες από το Κάιρο και τους ζητούσε να του αγοράσουν ρούχα, καπελάκια, μπισκότα, τρόφιμα και διάφορα άλλα πράγματα. Μετά γέμιζε το σακίδιο με τις ευλογημένες προμήθειες και ρωτούσε πού υπάρχουν καταυλισμοί Βεδουίνων. Πήγαινε στις σκηνές τους, φώναζε πιο έξω τα μικρά παιδιά και μοίραζε τις ευλογίες.
Τα μικρά με χαρούμενες φωνές άπλωναν τα χεράκια τους. Τα ματάκια τους έλαμπαν από ευτυχία. Αυτός ο μαυροφορεμένος άντρας είχε κερδίσει το σεβασμό, την εκτίμηση, μα κυρίως τη δίχως όρια λατρεία των αθώων παιδικών ψυχών. Γινόταν σωστό πανηγύρι από τη χαρά που έκαναν κάθε φορά που τους επισκεπτόταν ο αγαπημένος τους.
«Αμπούνα Παΐζι », φώναζαν με όλη τη δύναμη της καρδιάς τους.
Οι γλυκές φωνούλες τους αντηχούσαν στη σκληρή έρημο και ανέβαιναν ως τον ουρανό.

Περισσότερα για τη συγγραφέα στις παρακάτω διευθύνσεις :

α) Το προσωπικό της ιστολόγιο http://marthapatlakoutza1.blogspot.gr/
β)  Συνεντεύξεις


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου