Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

ΔΑΦΝΗ - Στης πικροδάφνης τον ανθό.....


Δάφνη 

Η δάφνη (επιστ.: δάφνη η ευγενής, laurus nobilis) είναι αρωματικό φυτό της οικογένειας των δαφνοειδών. Ανήκει στο γένος Δάφνη. Στην Ελλάδα απαντάται και αυτοφυής. Επίσης, στον ελληνικό χώρο καλλιεργείται και η δάφνη του Απόλλωνα, γνωστή με τα λαϊκά ονόματαβαγιά, δάφνη, δαφνολιά και φυλλάδα. Δεν είναι γνωστή η ετήσια παγκόσμια κατανάλωση φύλλων δάφνης. Μόνο από την Ελλάδα εξάγονται περί τους 200 τόνους ετησίως.

Είναι θάμνος ή μικρό δέντρο. Τα φύλλα του είναι εναλλασσόμενα, ακέραια, λογχοειδή, βαθυπράσινα με μικρό μίσχο και με ελαφρά κυματοειδή μορφή. Η οσμή τους είναι αρωματική και η γεύση τους είναι λίγο πικρή. Τα άνθη βγαίνουν τον Μάρτιο με Απρίλιο. Ο καρπός είναιδρύπη με σαρκώδες περικάρπιο και μεγάλο σπέρμα. Το χρώμα του είναι κυανόμαυρο ή μαύρο όταν ωριμάσει, έχει σχήμα ωοειδές και μέγεθος μικρής ελιάς. Από τους καρπούς παράγεται το δαφνέλαιο, που έχει μορφή αλοιφής και στη συνηθισμένη θερμοκρασία είναι πράσινο.
Πολλαπλασιασμός
Το φυτό ευδοκιμεί σε ασβεστολιθικά και καλά αρδευόμενα εδάφη. Ο πολλαπλασιασμός του γίνεται με σπέρματα, τα οποία σπέρνονται σε σπορεία. Έπειτα από 3-4 μήνες τα φυτεύουν στο έδαφος και όταν αναπτυχθούν αρκετά τότε μεταφυτεύονται στην οριστική τους θέση. Εκτός αυτού, η δάφνη πολλαπλασιάζεται και με μοσχεύματα όπως και με παραφυάδες.
Χρήσεις
Τα φύλλα του φυτού χρησιμοποιούνται ως άρτυμα στη μαγειρική (νοστιμίζει φαγητά όπως τα όσπρια) και στη συσκευασία ξηρών καρπών, όπως σύκα ή σταφίδες. Το αιθέριο έλαιο που έχουν τα φύλλα και οι καρποί (δαφνέλαιο) χρησιμοποιείται για την παρασκευή εντομοκτόνων και παρασιτοκτόνων. Ένα αραιό αφέψημα από αυτά χρησιμοποιείται ως παρασιτοκτόνο οργανισμών που παρασιτούν σε άλογα.
Ιστορικά στοιχεία
Στην Ελλάδα η δάφνη ήταν γνωστή από τα αρχαιότατα χρόνια και γίνεται μνεία γι' αυτήν στον Όμηρο. Ήταν ιερό δέντρο, αφιερωμένο στο θεό Απόλλωνα. Πρώτα οι Έλληνες και έπειτα οι Ρωμαίοι συνήθιζαν να στεφανώνουν με κλαδιά δάφνης τους νικητές των αγώνων. Έτσι, ακόμα και σήμερα η δάφνη ταυτίζεται με τη δόξα, τη νίκη και την υπεροχή. Στην αρχαιότητα ήταν επίσης γνωστές οι θεραπευτικές της ιδιότητες. Αναφέρεται ότι η Πυθία του Μαντείου των Δελφών πριν δώσει τον χρησμό της μασούσε φύλλα δάφνης.


Πικροδάφνη

Οικογένεια: Αποκυνίδες (Apocynaceae, Hundsgiftgewächse / Periwinkles)
Νήριον το ολέανδρον (Nerium oleander)
Στην Ελλάδα απαντά αυτοφυές σε όχθες ποταμών και χειμάρρων. Επειδή είναι φυτό τοξικό και μπορεί να προκαλέσει ατυχήματα στον άνθρωπο και στα ζώα γι’αυτό και δε χρησιμοποιείται πολύ στη θεραπευτική. Σε μικρές όμως δόσεις τα φύλλα της, με τη μορφή διαφόρων παρασκευασμάτων, καθώς και το κύριο δραστικό συστατικό της, η ολεανδρίνη, χρησιμοποιούνται σαν καρδιοτονωτικά και διουρητικά. Εξωτερικά χρησιμοποιείται σαν ερεθιστικό του δέρματος, σε ψώρα και άλλες δερματικές παθήσεις. Η σκόνη της μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν ποντικοκτόνο φάρμακο ενώ απο το ξύλο της κατασκευάζονται διάφορα εργαλεία και άλλα μικροαντικείμενα.

ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ - ΧΡΗΣΕΙΣ 

Η Δάφνη κατάγεται ίσως από τη Μικρά Ασία και είναι γνωστή σε όλη τη Μεσόγειο. Ο Διοσκουρίδης πατέρας της φαρμακογνωσίας, αναφέρει πολλές από τις φαρμακευτικές ιδιότητες του φυτού.
Τα φύλλα της δάφνης χρησιμοποιούνται στη φαρμακευτική, σαν σκεύασμα για την θεραπεία της γρίπης και των βρογχικών, στα κρυολογήματα και σαν αντισηπτικό στα εξωτερικά άτονα έλκη, καψίματα, σκασίματα , πιτυρίδα και ρευματισμούς. Επίσης θεωρούνται εφιδρωτικά χολαγωγά, ηπατικά ,αντιαρθριτικά, και τονωτικά της λειτουργίας της πέψης.
Αν και η δάφνη θεωρείται μελισσοτροφικό φυτό όλα τα μέρη του φυτού και οι καρποί του περιέχουν την τοξική ουσία μεζερίνη που δηλητηριάζει τις μέλισσες. Τα φύλλα της δάφνης χρησιμοποιούνται και στη μαγειρική ως άρτυμα καθώς και για την εξαγωγή αιθέριου ελαίου.
Χρησιμοποιείται σαν αρωματικό στο βερμούτ, σε παγωτά, γλυκά, στην αρτοποιία, σε σούπες, ζυμαρικά και κονσέρβες κρέατος.Το γλυκό άρωμα της δάφνης είναι απαραίτητο για το στιφάδο(χταπόδι, κουνέλι, λαγό), πατάτες γιαχνί, ψάρια στον φούρνο γιαχνιστά, ζωμό κρέατος μαρινάτες για κυνήγι και την φακή.
Υπέροχα μαλλιά: Αν τα μαλλιά σας πέφτουν ή είναι θαμπά, ξεβγάλτε τα μετά το λούσιμο με νερό στο οποίο έχετε βράσει φύλλα δάφνης.
Για να σκουρύνετε το χρώμα τους σε περίπτωση που έχουν αρχίσει να ασπρίζουν, βράστε 150 γρ. φρέσκα δαφνόφυλλα, αφήστε το μείγμα να κρυώσει και λουστείτε για 15 μέρες. Το θεραπευτικό βότανο Δάφνη βοηθάει επίσης κατά της τριχόπτωσης. Περιέχουν επίσης έλαια , πικρές ουσίες , στυπτικά κ.ά.
Η δάφνη είναι φυτό γνωστό και από την αρχαιότητα γιατί οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι στεφάνωναν τους ήρωες και τους νικητές με 4 κλαδιά δάφνη . Η εκκλησία μας χρησιμοποιεί μέχρι και σήμερα τα δαφνόφυλλα ( βάγια ) ,στη γιορτή των Βαΐων .
http://bioagroktima-menekos.com/

Τζιοβάννι Μπαττίστα Τιέπολο Απόλλων και Δάφνη


ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ 

Η Δάφνη, είναι η γνωστή Δάφνη του Απόλλωνα, της ελληνικής Μυθολογίας. Σύμφωνα με τον μύθο η Δάφνη ήταν μια νεαρή όμορφη νύμφη, κόρη του ποτάμιου θεού Πηνειού. Ήταν κυνηγός και είχε αφιερώσει τη ζωή της στην Άρτεμη τη θεά του κυνηγιού. Όπως η θεά έτσι και αυτή αρνιόταν να παντρευτεί. Την περιτριγύριζαν πολλοί θαυμαστές αλλά αυτή τους απέρριπτε όλους, ακόμα και τον ισχυρό γιο του Δία τον Απόλλωνα. Ο Απόλλωνας ερωτεύθηκε την Δάφνη και όταν αυτή αρνήθηκε τις προτάσεις του την κυνήγησε ανάμεσα στα δέντρα. Η Δάφνη φοβήθηκε και προσευχήθηκε στον πατέρα της να την βοηθήσει. Τότε λοιπόν ο πατέρας της της είπε ότι θα την προστάτευε μεταμορφώνοντάς την σε δέντρο που θα ρίζωνε στην όχθη του ποταμού του, (την γνωστή μας δάφνη). Όταν ο Απόλλωνας ήρθε ψάχνοντας τη Δάφνη, ο πατέρας της του είπε ότι μεταμορφώθηκε σε δέντρο. Ο Απόλλωνας τότε έκοψε μερικά κλαδιά και έπλεξε ένα στεφάνι σε ανάμνηση της ομορφιάς της και του έρωτά του για αυτήν. Ο Απόλλωνας έκανε τη δάφνη ιερό του φυτό. Καθιέρωσε την απονομή δάφνινου στεφανιού στους πρωταθλητές και σε σε όσους υπερείχαν σε διάφορα επίπεδα. Στους αρχαίους Ολυμπιακούς Αγώνες όλοι οι νικητές στεφανώνονταν με δάφνινο στεφάνι. 
Οι δελφικές ιέρειες (Πυθίες) λέγεται ότι μασούσαν φύλλα δάφνης όταν έδιναν του χρησμούς τους. Οι αρχαίοι Έλληνες και οι Ρωμαίοι στεφάνωναν τους νικητές με δάφνινα στεφάνια. Ο όρος "baccalaureate" (μπακαλορεά) προέρχεται από το λατινικό bacca-laureus που σημαίνει καρποί δάφνης και αναφέρεται στην αρχαία αυτή πρακτική να τιμούνται οι λόγιοι και οι ποιητές με γιρλάντες από δάφνες. Ο μοντέρνος όρος "bachelor" (μπάτσελορ) που δίνεται σαν τίτλος εκπαίδευσης έχει προφανώς την ίδια ρίζα. Οι Ρωμαίοι πίστευαν ότι τα δαφνόφυλλα τους προστάτευαν από τους κεραυνούς αλλά και την πανούκλα. Αργότερα οι Ιταλοί και οι Άγγλοι πίστευαν ότι τα δαφνόφυλλα έφερναν καλοτυχία και απέτρεπαν το κακό.http://www.valentine.gr/

Εκφράσεις

δρέπω δάφνες: θριαμβεύω, σημειώνω επιτυχία 
αναπαύομαι στις δάφνες μου: επαναπαύομαι στις προηγούμενες επιτυχίες μου και δεν προχωρώ σε νέες ενέργειες 


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ 

Η Κυριακή της Μεγάλης Εβδομάδας ονομάζεται έτσι, γιατί "μετά Βαΐων και κλάδων" έγινε η υποδοχή του Χριστού στα Ιεροσόλυμα. 
Ο Χριστός μπαίνει στην πόλη χωρίς την βασιλική πολυτέλεια, καθισμένος επί πώλου όνου, αντί για ροδοπέταλα και τελετές, τα μικρά παιδιά κουνούν τα βάγια των φοινίκων, αντί να τον υποδεχτούν οι πολιτικοί και θρησκευτικοί ηγέτες του τόπου.
Χαρακτηριστικό έθιμο της ημέρας είναι ο στολισμός των εκκλησιών με βάγια, ενώ μετά τη λειτουργία ο παπάς ευλογεί και δίνει στους πιστούς σταυρούς από βάγια, τους οποίους βάζουμε στα εικονίσματα ή όπου αλλού χρειαζόμαστε προστασία.
Σύμφωνα με το χριστιανικό εορτολόγιο καθιερώθηκε να ονομάζεται Κυριακή των Βαΐων, ή Κυριακή του Λαζάρου, ή Κυριακή Βαϊοφόρος, η προηγούμενη Κυριακή της εορτής της Ανάστασης.
Από την Κυριακή των Βαΐων αρχίζει ουσιαστικά η λεγόμενη Μεγάλη Εβδομάδα ή Εβδομάδα των Παθών. Κατά την ημέρα αυτή εορτάζεται η ανάμνηση της θριαμβικής εισόδου του Ιησού Χριστού στα Ιεροσόλυμα όπου, κατά τους συγγραφείς των Ιερών Ευαγγελίων, οι Ιουδαίοι τον υποδέχθηκαν κρατώντας βάια ή βάγια (κλάδους φοινίκων) και απλώνοντας στο έδαφος τα φορέματά τους ζητωκραύγαζαν «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου».http://www.crete-news.gr/


Διάφανα Κρίνα Κυριακή Των Βαΐων


Μουσική: Διάφανα Κρίνα, Στίχοι: Παντελής Ροδοστόγλου

Σαν μια βροχή από στάχτες σε μια οπάλινη θάλασσα 
κύλισα στη ζωή σου κι έτσι όλα τα χάλασα 
Έτσι απόμεινε εδώ ένας πέτρινος γίγαντας 
ένα ολέθριο τίποτα κεντημένο απ' τ' άστρα σου. 

Πόσο ακόμα θα υπάρχω στις ρακένδυτες μνήμες 
σου πόσο ακόμα θα ψάχνω αιμοραγώντας με στίχους 

την ανάσα απ' το γέλιο σου, τους τριγμούς απ'τα βήματα 
της αγάπης το τρέμουλο στους σπασμούς της φωνής σου 
τόσα χρόνια σπατάλησα να προσμένω τον ίσκιο σου 
ένα χέρι ζεστό ας μου κλείσει τα μάτια. 

Ξεψυχάω ανήμπορος μακριά απ' τα χάδια σου 
στη ζωή μου πια δύουνε πεθαμένα φεγγάρια. 

Κυριακή των Βαϊων ανοιξιάτικο βράδυ 
σου στέλνω για τη γιορτή σου 
Καρτ - ποστάλ απ' τον Aδη.
 «Ο Απόλλων και η Δάφνη» του Μπερνίνι

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 

ΟΒΙΔΙΟΣ , Απόλλων και Δάφνη


Η Δάφνη, θυγατέρα του Πηνειού,

………………η πρώτη του Απόλλωνα αγάπη –
δεν το ’φερε η τύχη στα τυφλά, 
…………………μόνο του Έρωτα θυμός αγριεμένος. 
Ήταν οι μέρες κείνες που ο θεός 
…………………καμάρωνε σα νικητής του δράκου· 
της Αφροδίτης σύντυχε το γιο, 
…………………που τάνυζε χορδή πάνω στο τόξο, 
και «τι μπερδεύεσαι με τ’ άρματα εσύ, 
…………………παλιόπαιδο», του είπε, «τ’ αντρειωμένα; 
Τέτοια μονάχα οι άντρες τα φορούν 
…………………και στις δικές μου πρέπουνε τις πλάτες. 
Έχω σημάδι αλάθευτο – εχτρούς 
…………………λαβώνω και θεριά αγριεμένα· 
νά τώρα δα τον Πύθωνα αυτόν, 
…………………που σπειρωτός εμόλευε τον τόπο, 
με σαϊτιές αμέτρητες εγώ 
…………………τον έστρωσα στη γη τουμπανιασμένο. 
Μόνη δουλειά σου εσένα το δαδί – 
…………………ν’ ανάβεις τις καρδιές, κι αυτό σου φτάνει! 
Μη θες απ’ τα δικά μου μερτικό, 
…………………κι εκεί που δε σε σπέρνουν μη φυτρώνεις!» 
Είπε της Αφροδίτης το παιδί 
…………………«ρίξε σαϊτιές στους πάντες και στα πάντα, 
κι εγώ σ’ εσένα, Απόλλωνα. 
…………………Θεού κατώτερα τα ζωντανά της πλάσης, 
κι η δόξα στο δικό σου μερτικό 
…………………κατώτερη απ’ τη δικιά μου δόξα». 
Τέτοια τα λόγια του Έρωτα. Μετά 
…………………χτυπώντας τα φτερά του ανελήφθη 
και με σβελτάδα στήθηκε ψηλά 
…………………στου Παρνασσού τη δασωμένη ράχη. 
Μες στη φαρέτρα βέλη δυο λογιώ, 
…………………γι’ άλλη δουλειά φκιαγμένο το καθένα: 
φέρνει τον έρωτα το ένα στις καρδιές, 
…………………τον έρωτα τον αποδιώχνει τ’ άλλο. 
Αυτό που φέρνει έρωτα χρυσό 
…………………κι αστραφτερή στην άκρια του η μύτη, 
το δεύτερο δεν είναι σουβλερό 
…………………κι η αιχμή του στομωμένη με μολύβι. 
Το στομωμένο το ’ριξε ο θεός 
…………………στην Πηνειάδα κόρη, και το άλλο 
τον Φοίβο βρήκε, κι η λαβωματιά 
…………………πήγε βαθιά, ώς μέσα στο μεδούλι.
Εκείνος νιώθει έρωτα, αυτή 
…………………για έρωτες μήτε ν’ ακούσει στέργει, 
για τα βαθιά ρουμάνια έχει καημό, 
…………………για τα θεριά που αγρεύει λάφυρά της, 
και της παρθένας Άρτεμης πιστή, 
…………………της Άρτεμης παθαίνεται να μοιάσει, 
με την κορδέλα πιάνοντας ψηλά 
…………………τ’ ανάκατα κι αχτένιστα μαλλιά της. 
Άντρες τη Δάφνη γύρεψαν πολλοί, 
…………………μα σε πολλούς εγύρισε την πλάτη· 
μακριά απ’ των αντρών τη συντροφιά 
…………………σε απάτητα λημέρια τριγυρνούσε, 
Υμέναιος, αγάπες, παντρειά 
…………………τί πά’ να πει δεν έβαζε στο νου της. 
Κι όλο ο γονιός της έλεγε «γαμπρό 
…………………θα καρτερώ να φέρεις, θυγατέρα», 
κι όλο ο γονιός της έλεγε «ξεχνάς 
…………………που μου χρωστάς εγγόνια, θυγατέρα». 
Της φαίνονταν βαριά η παντρειά 
…………………κι απόδιωχνε τη σκέψη της σα κρίμα 
και της ντροπής μια ρόδινη χροιά 
…………………απλώνονταν στην όμορφη θωριά της. 
Σφίγγονταν στου πατέρα το λαιμό, 
…………………τον χάιδευε με λόγια μελωμένα: 
«Μια χάρη, πατερούλη, σου ζητώ, 
…………………κόρη να μείνω πάντα και παρθένα· 
το γύρεψε κι η Άρτεμη παλιά, 
…………………και είδε τέτοια χάρη απ’ τον γονιό της». 
Της έκανε κι εκείνος την καρδιά – 
…………………μόνο που εσένα η ομορφιά σου, Δάφνη, 
εμπόδιο θα σταθεί σ’ αυτό που θες· 
…………………είσαι ωραία, δε θα πιάσει η ευχή σου. 

Την είδε ο Φοίβος, και τη λαχταρά
…………………και θέλει για γυναίκα του τη Δάφνη –
ό,τι ποθεί το ελπίζει ο θεός, 
…………………κι αν είναι ο ίδιος μάντης ξεγελιέται. 
Πώς καίγονται οι καλαμιές μετά 
…………………που οι θεριστές μαζώνουνε τα στάρια, 
πώς καίγονται στους φράχτες τα ξερά 
…………………από δαδί που άφηκε διαβάτης 
ή στρατοκόπος που άναψε φωτιά 
…………………και κίνησε χαράματα να φύγει, 
παρόμοια και του Φοίβου η πυρκαγιά, 
…………………ολάκερη η καρδιά του ένα καμίνι. 
Από μακριά προσώρας την ποθεί 


…………………κι η αγάπη του κρεμιέται στην ελπίδα. 


Βλέπει τ’ αχτένιστά της τα μαλλιά – 
…………………«αν χτενιζόταν κιόλας», συλλογιέται, 
«τί όμορφη θα φάνταζε!» Θωρεί 
…………………τα δυο μεγάλα φωτεινά της μάτια 
που λάμπουν σαν τ’ αστέρια τ’ ουρανού· 
…………………το στόμα της θωρεί, τα δυο της χείλη 
που δε χορταίνει μόνο να κοιτά. 
…………………Τα χέρια της, κι εκείνα τα παινεύει, 
δάχτυλα σαν τα κρίνα και καρποί 
…………………και μπράτσα γυμνωμένα ως απάνω, 
και πιο πολύ παινεύει τα κρυφά. 
…………………Όλα καλά, μόνο που εκείνη φεύγει 
γρήγορη σαν τον άνεμο – θεού 
…………………δεν την κρατούν τα χίλια παρακάλια: 
«Νύμφη ωραία, κόρη ποταμού, 
…………………δεν είμαι εχτρός για να σε κυνηγήσω! 
Μακριά απ’ τον λύκο τρέχουνε τ’ αρνιά, 
…………………τα ελάφια μακριά απ’ το λιοντάρι, 
οι περιστέρες τρέμουν στο φτερό 
…………………όταν πλακώσει άρπαγας γεράκι – 
τρέχουνε να ξεφύγουν τον εχτρό· 
…………………εγώ σ’ ακολουθώ από αγάπη. 
Πόσο φοβάμαι, πόσο ανησυχώ 
…………………μη πέσεις καταγής, βάτοι κι αγκάθια 
αναίτια μη σου βλάψουν τα σφυρά, 
…………………να μην πονέσεις κι είμαι εγώ η αιτία. 
Δύσβατος είναι ο τόπος και τραχύς· 
…………………χαλάρωσε, μη παίρνεις τόση φόρα, 
για φρέναρε κομμάτι το φευγιό, 
…………………κι εγώ ξοπίσω αγάλια ακολουθάω. 
Στάσου και ρώτα ποιος σ’ αποζητά. 
…………………Δεν είμαι εγώ χοντράνθρωπος βουνίσιος, 
μήτε τσομπάνης άξεστος· εγώ 
…………………δε σαλαγάω κοπάδια με γελάδες. 
Αστόχαστο κορίτσι, βιαστικό, 
…………………ποιος είναι αυτός που αρνιέσαι, δεν το ξέρεις· 


αν ήξερες δε θα ’φευγες μακριά. 
…………………Εγώ είμαι εκείνος που η Κλάρος,
η Τένεδος, τα Πάταρα, οι Δελφοί 
…………………με ξέρουνε θεό και άρχοντά τους. 
Γονιός μου ο Δίας· όσα έχουν συμβεί, 
…………………συμβαίνουνε και μέλλουν να συμβούνε 
όλα τα φανερώνω – μουσική, 
…………………τραγούδι, λύρα εγώ τα συνταιριάζω. 
Σκοπεύω κι έχω σίγουρη σαϊτιά, 
…………………μόνο που τώρα αλλουνού σαΐτα 
πιο σίγουρη με πήρε στην καρδιά 
…………………που έγνοια δεν τη βάραινε ώς τα τώρα. 
Εφεύρημα δικό μου η γιατρική, 
…………………όλος ο κόσμος για γιατρό με ξέρει, 
και τα βοτάνια τα ξαρρωστικά, 
…………………όπου της γης όλα στους ορισμούς μου. 
Όμως, για της αγάπης τον καημό, 
…………………αλίμονο, δε βρίσκεται βοτάνι, 
κι εκείνος που γιατρεύει αλλουνούς, 
…………………τον εαυτό του δεν μπορεί να γιάνει». 

Ήθελε κι άλλα λόγια να της πει·
…………………εκείνη σκιάχτηκε και το ’βαλε στα πόδια,
άφηκε πίσω τον θεό, και του θεού 
…………………ημιτελή παράτησε τα λόγια. 
Πιο όμορφη απάνω στο φευγιό: 
…………………ο άνεμος φαινόταν να τη γδύνει, 
φυσώντας τη λεπτή της φορεσιά 
…………………κατάσαρκα στου τρέξιμου τη δίνη, 
κι οι αύρες από πίσω μαλακές 
…………………ανέμιζαν της κεφαλής την κόμη – 
όμορφη κόρη, έτρεχε γοργά 
…………………και γίνονταν πιο όμορφη ακόμη. 
Στέρεψε του θεού η υπομονή, 
…………………«χάνω τα λόγια μου», είπε, «κι είναι κρίμα», 
κι όπως του έδινε το πάθος του ορμή 
…………………εχύμηξε και άνοιξε το βήμα. 
Πως το ζαγάρι το γαλατικό 
…………………σβέλτο λαγό στο ίσιωμα ξανοίγει, 
κι ενώ τρεχάτο τον ακολουθεί, 
…………………εκείνος πολεμάει να ξεφύγει· 
του πλάκωσε τα πισινά, θαρρείς, 
…………………ίγο ακόμα και τον έχει φτάσει, 
τανύζει τη μουσούδα του μπροστά, 
…………………λίγο ακόμα και θα τον δαγκάσει. 
Τρέχει ο λαγός – ξεφεύγει απ’ το σκυλί 
…………………γιά πιάστηκε, δεν το γνωρίζει ακόμα, 
τραβιέται απ’ τα σαγόνια του εχθρού 
…………………και ξεμακραίνει απ’ τ’ ανοιχτό του στόμα. 
Όμοια τρέχαν κόρη και θεός – 
…………………με πόθο αυτός, εκείνη από τρόμο, 
μόνο που ο Φοίβος τρέχει πιο καλά 
…………………με τα φτερά τού Έρωτα στον ώμο. 
Δε βρίσκει πια η κόρη ανασασμό, 
…………………ξοπίσω αυτός κι αυτή ξεθεωμένη 
τον νιώθει πως στη ράχη της σιμά 
…………………και τα λυτά μαλλιά βαριανασαίνει. 
Η δύναμή της σώθηκε, χλομή, 
………………κατάκοπη απ’ της φυγής το μόχθο 
έβγαλε απ’ τα στήθια της φωνή 
…………………στρεφόμενη στου Πηνειού τον όχτο: 
«Πατέρα, βόηθα. Αν οι ποταμοί 
…………………λογιάζονται μες στων θεών την τάξη, 
απ’ τη μορφή που άρεσε πολύ 
…………………απάλλαξέ με, καν’ την να χαλάσει!» 
Το λόγο αυτό δεν πρόκανε να πει 
…………………και λήθαργος τα μέλη της πλακώνει, 
λεπτή δεντρίσια φλούδα τρυφερά 
…………………τύλιξε το κορμάκι της σα ζώνη. 
Γίνεται τώρα η κόμη φυλλωσιά, 
…………………μπράτσα και χέρια γίνονται κλωνάρια, 
κι ασάλευτα ριζώνουν μες στη γη 
…………………τα δυο της γοργοκίνητα ποδάρια. 
Η κεφαλή της έγινε κορφή, 
…………………η λάμψη της επέρασε στο φύλλο. 
Δεν παύει ο Φοίβος να την αγαπά, 
…………………και ακουμπώντας του κορμού το ξύλο, 
κάτω απ’ τη φρέσκια φλούδα του κορμού 
…………………νιώθει καρδιά που χτύπαγε ακόμα. 
Τους κλώνους τότε αγκάλιασε σφιχτά, 
…………………σα να ’τανε τ’ αλλοτινό της σώμα 
κι έκανε να της δώσει ένα φιλί· 
…………………κι όπως το ξύλο αποτραβιόταν πίσω, 
«σ’ αγάπησα», της είπε ο θεός, 
…………………«κι αφού γυναίκα δε θα σ’ αγαπήσω, 
το δέντρο που ’χεις γίνει θ’ αγαπώ, 
…………………κι έτσι, σα δάφνη, πάντοτε δικιά μου, 
θα στεφανώνεις πάντα εν τιμή 
…………………κιθάρα και φαρέτρα και μαλλιά μου. 
Όπου του Λάτιου οι άρχοντες, κι εσύ, 
…………………κι όπου κραυγή της νίκης βακχεμένη 
με δάφνινο στεφάνι ο νικητής 
…………………στο Καπιτώλιο πάντα θ’ ανεβαίνει. 
Σύμβολο και πιστός φρουρός εσύ 
…………………θα σημαδεύεις του Αύγουστου το θρόνο, 
του ηγεμόνα θα ’σαι θυρεός 
…………………αγκαλιαστή με της δρυός τον κλώνο. 
Σαν το μακρύ κι ακούρευτο μαλλί 
…………………στου Απόλλωνα το αγέραστο κεφάλι, 
όμοια της φυλλωσιάς σου η ομορφιά 
…………………παντοτινή κι ολόφρεσκια θα θάλλει!» 
Σειώντας αυτή στα λόγια του θεού 
…………………κλαριά που ήταν νιόβγαλτα ακόμη 
της φυλλωσιάς της νεύει την κορφή 
…………………σα να ’στερξε του Απόλλωνα τη γνώμη. 

 Apollo and Daphne, 1908 by John William Waterhouse

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ  - Ἡ δάφνη καὶ τὸ ἀηδόνι


Ὕμνος εἰς τὸν θάνατον 
τοῦ Ἕλληνος ποιητοῦ 
Διονυσίου Κόμητος Σολωμοῦ.


Μαύρισε, κῦμα τὸν ἀφρό,

καὶ σεῖς βουνὰ τὸ χιόνι.

Γιατ᾿ ἦλθε βαρυχειμωνιὰ

καὶ δὲ λαλεῖ τἀηδόνι,

τἀηδόνι ποὺ τραγούδησε

εἰς τοῦ βουνοῦ τὴν ράχη.

Κλᾶψτε βουνὰ καὶ βράχοι,

Τἀηδόνι δὲν λαλεῖ...

*
Καὶ σύ, δαφνούλα ἑλληνική,

φυλλόχλωρη δαφνούλα,

ἐσύ, ποὺ τἄνθη σου ἔλουζες

τὴ νύχτα στὴ δροσούλα,

γιὰ νὰ σὲ βλέπει ὄμορφη

καὶ νὰ σὲ καμαρώνει

πές μου γιατί τἀηδόνι,

δαφνούλα, δὲ λαλεῖ;...

*
Τοῦ μύρισεν ἡ ἄνοιξη

ποὺ πλάκων᾿ ἀπὸ πέρα

καὶ λαίμαργο θὰ σώφυγε

ψηλὰ μὲς τὸν αἰθέρα,

πρῶτο νὰ πάγει νὰ τὴν βρῇ

καὶ νὰ τὴν ἀπαντήσῃ,

γλυκὰ νὰ τὴ φιλήσῃ,

καὶ νἄλθουνε μαζί.

*
Ἄχ! Πότε νἄλθ᾿ ἡ ἄνοιξη,

νὰ δῇς ἂν θὰ γυρίσει!

Ἄχ! Πότε τὸ τριαντάφυλλο,

δαφνούλα, μοῦ ν᾿ ἀνθίση,

νὰ πᾶς νὰ βρῇς τὰ φύλλα του

νὰ νοιώσεις τὴν ὀσμή του!...

Ποιὸς ξεύρει τὴν πνοή του

μὴν εὕρῃς μέσα ἐκεῖ;

*
Ἄχ! Πότε νἄλθ᾿ ἡ ἄνοιξη,

νὰ λυώσουνε τὰ χιόνια,

νὰ πάψουν τἀστραπόβροντα,

νἀλθοῦν τὰ χελιδόνια,

γιὰ νὰ τοὺς πῇς, δαφνούλα μου,

τὴν ἄσπλαγχνή σου μοῖρα;

Ποιὸς ξεύρει, μαύρη χήρα,

κ᾿ ἐκεῖνα τί θὰ ποῦν.

*
Παρηγορήσου, δάφνη μου,

γιατὶ δὲν εἶσαι μόνη

ποὺ καρτερεῖς τὸ φίλο σου,

ποὺ καρτερεῖς τἀηδόνι.

Νἄξευρες πόσα κόκκαλα

καὶ σπλάγχν᾿ ἀνδρειωμένα

στὸ μνῆμα ξαπλωμένα

μὲ σὲ τὸ καρτεροῦν.

*
Τὸ λάλημά σου τἄκουσαν

στὴν πρώτη παρουσία

σὰν τοῦ πολέμου σάλπιγγα,

σὰν ἄλλη τρικυμία,

κ᾿ εὐθὺς ἐπάνω στ᾿ Ἄγραφα

βροντοῦν ἀστροπελέκια,

ἀνάφτουν τὰ τουφέκια,

καὶ λάμπουν τὰ σπαθιά.

*
Κ᾿ ἐκεῖ ποὺ πολεμούσανε

οἱ μαῦρ᾿ οἱ πεθαμένοι,

τἀηδόνι μὲ τὸ λάλημα

τὸ αἷμα τοὺς ζεσταίνει,

καὶ σὰν ἐμοιρολόγησε,

καὶ σὰν ἐτραγουδοῦσε

ἡ δάφνη πάντ᾿ ἀνθοῦσε,

ἀνθοῦσε κ᾿ ἡ μυρτιά.

*
Ὁ φοβερὸς ἀντίλαλος

στὸ Μισολόγγι φθάνει

τὴν ὥρα ποὺ τοῦ κλούσανε

τὰ μάτια νὰ πεθάνῃ,

τὴν ὥρα ποὺ ὁ δεσπότης του

φλόγα, καπνὸ ντυμένος,

ἀνέβαινε καμένος

στὸν οὐρανὸ ψηλά.

*
Ὤ! τί γλυκὸ νανάρισμα!

Ἀνήκουστη ἁρμονία!

Τοῦ ἀηδονιοῦ τὸ λάλημα

γιὰ κεῖνα τὰ θηρία,

σὰν ἐψυχομαχούσανε

κι᾿ ἁπλώσανε τὸ σῶμα

στὰ αἵματα, στὸ χῶμα

νὰ κοιμηθοῦν βαθειά.

*
Ἐπέρασε τὸ λάλημα

λόγγους, βουνά, λιβάδια,

καὶ τὸ νεράκι, πὤτρεχε

κρυφὰ μὲς στὰ λαγκάδια,

χαρούμενο σὰν τἄκουσε

μὲς τὸν ἀφρὸ τὸ παίρνει

καὶ τρέχοντας τὸ φέρνει

στὸ κῦμα τοῦ γιαλοῦ.

*
Κ᾿ εὐθὺς τὸ κῦμα φούσκωσε,

ἐμάνιωσε, θεριεύει,

βλέπει τὴ γῆ ἐλεύθερη

καὶ βράζει καὶ ζηλεύει,

βογγάει κι᾿ ἀνδρειεύεται,

ἀφρίζει, μεγαλώνει

καὶ τὴν κορφὴ ψηλώνει

σὰν τὴν κορφὴ βουνοῦ.

*
Ἄχ! Τότε πόσα βλέμματα,

πἄστράφταν σὰν ἀστέρια,

ἐκύτταξαν τὴ θάλασσα.

καὶ πόσα, πόσα χέρια,

σὰν νάταν ἀπὸ μάρμαρο,

βαρειὰ κι᾿ ἀνδρειωμένα

ἐδεῖχναν τεντωμένα

τὸ κῦμα στὸ γιαλό.

*
Γιατί κρυφὸς χτυπόκαρδος

τοὺς εἶπε πὼς θὰ ἰδοῦνε

μιὰ μέρα ν᾿ ἀνεμίζουνε,

στ᾿ ἀγέρι νὰ πετοῦνε

φλάμπουρα γαλανόλευκα,

σὰν κύματ᾿ ἀφρισμένα

περήφαν᾿ ἁπλωμένα

σὲ πέλαγο ἐθνικό.

*
Ὡστόσο πάντα ἡ θάλασσα

γρούζει, βογγά, μουγκρίζει,

πάντα σπαράζει, δέρνεται,

βράχους, βουνὰ κλονίζει..,

Κρύψου βαθειὰ στὰ σύγνεφα

καὶ μὴ φανῇς, φεγγάρι,

δὲ βλέπεις τὸν Κανάρη

ποὺ στὴ βοὴ ξυπνᾷ;

*
Ἐξύπνησε σὰ βάρυπνος,

πετιέτ᾿ ἀπὸ τὸ μνῆμα

καὶ τρέχει κι᾿ ἀγκαλιάζεται

μὲ τἄγριο τὸ κῦμα,

καὶ δένουνε ἀχώριστη

καὶ τρομερὴ φιλία

δυὸ ἄσπονδα στοιχεῖα,

τὸ κῦμα κ᾿ ἡ φωτιά.

*
Καὶ σὰν ἀνταμωθήκανε

κ᾿ ἐβγῆκαν ν᾿ ἀρμενίσουν

πλακώνει μαῦρος θάνατος

ἐκείνους π᾿ ἀπαντήσουν.

Εἶναι πλατὺ κ᾿ εὐρύχωρο

τὸ μνῆμα τῆς θαλάσσης...

Κανάρη μὴ δειλιάσῃς,

θυμήσου τὰ Ψαρά.

*
Γιατί, γιατί δὲν ἤμουνα

τοῦ κεραυνοῦ σου ἀχτίδα,

γιατί κ᾿ ἐγὼ τῆς θάλασσας

δὲν ἤμουν μία ρανίδα

νἄλθω μ᾿ ἐσένα συντροφιά,

Κανάρη κειὸ τὸ βράδυ,

σὰν ἄνοιξες τὸν ᾅδη

κ᾿ ἔφαγες τὴν Τουρκιά.

*
Γιὰ νὰ σοῦ λέγω πάντοτε:

-Κανάρη, μὴ δειλιάζῃς

νὰ καῖς, νὰ πνίγῃς, νὰ χαλᾷς,

τοὺς ἄπιστους νὰ σφάζῃς,

κι᾿ ἀνάμεσα στὰ γαίματα

ν᾿ ἀνάφτω τὴν ὀργή σου

φωνάζοντας, «θυμίσου

τὰ λόγια τἀηδονιού»;

*
Τὰ λόγια ποὺ σοῦ ἐλάλησε

γλυκὰ στὸ περιβόλι,

τότε σὰν ἦλθε σκούζοντας

τὸ ἔρμο ἀπὸ τὴν Πόλη,

καὶ σοὖπε πῶς ἀπάντησε

ἅγιο κορμὶ πνιγμένο

στὴν ἄκρη πεταμένο

τοῦ ἔρημου γιαλοῦ.

*
Καὶ σοὖπε πῶς ἐσίμωσε

γιὰ νὰ τὸ ψηλαφήσῃ,

καὶ βλέπει.. κι᾿ ἀνατρίχιασε...

Καὶ πέφτει νὰ φιλήσῃ.

κ᾿ ἐκεῖ ποὺ ἐπλησίασε

στὸ μάρτυρα τὰ χείλη,

σχοινὶ γιὰ πετραχἠλι

τοῦ βλέπει στὸ λαιμό.

*
Καὶ τόσο ἀσπλαγχν᾿ ἡ θηλειὰ

τὸν Πατριάρχη σφίγγει,

τόσο τοῦ χώνεψε βαθειὰ

πὤκοψε τὸ λαρύγγι,

κι᾿ ἄνοιξε στόμα δεύτερο,

ποὺ μέρα νύχτα κράζει

καὶ πάντα σᾶς φωνάζει:

«Ἐκδίκησι ζητῶ».


Τὸ φοβερὸ τὸ μήνυμα

σὰν ἔφερε τἀηδόνι,

τραβιέτ᾿ ἐπάνω στὰ βουνὰ

καὶ τὰ φτερὰ διπλώνει

κι᾿ ἀναγαλιάζει βλέποντας

τὴ δάφνη του ν᾿ ἀνθίζῃ

κι ἄνοιξη νὰ μυρίζῃ

στὰ μαῦρα ὀρφανά.

*
Τριάντα χρόνοι ἐπέρασαν

σὰν νἄτανε μιὰ μέρα!

Καὶ πάντα παραμόνευε

κ᾿ ἐρώτα τὸν ἀγέρα,

ποὺ φύσαγε ἀπ᾿ τὸν Ὄλυμπο,

τί μήνυμα τοῦ φέρει

κι᾿ ἂν ἔλαμψε τἀστέρι

στοῦ Πίνδου τὰ βουνά.

*
Ὤ! τί χαρὰ ποὺ τὤπιασε

τὸ ἔρημο τἀηδόνι!

Ἀμέσως ἀναφτέριασε,

πετᾷ καὶ ξανανειώνει,

σὰν ἔμαθε, σὰν ἄκουσε

ψηλὰ στὴ Θεσσαλία

ν᾿ ἀνοίγει τὰ μνημεῖα

τοῦ Πέτρου τὸ σπαθί.

*
Θυμήθηκε τὰ νειώτα του,

τὴν πρώτη τη λαλιά του,

κ᾿ ἀρχίνησε τὸ λάλημα

κρυφὰ στὴν ἐρημιά του...

Δαφνούλα μου, τί σὤμελλε.

ἐκεῖνα του τὰ λόγια

νὰ γένουν μοιρολόγια

κ᾿ ἡ ἔσχατη πνοή.


Τώρα τὰ κρύα κόκκαλα

ποιὸς θἄλθη νὰ τὰ κράξη,

ποιὸς ἄγγελος ἀνάσταση

θἄλθῃ νὰ τοὺς φωνάξῃ,

καὶ ποιὸ πουλὶ θὰ νἄρχεται

χαρούμενο τὸ βράδυ

ἐλπίδες μὲς στὸν ᾅδη

νὰ φέρνει καὶ χαρά;


Ἂς σφραγισθοῦν τὰ μνήματα

καὶ πάλ᾿ ἂς χορταριάσουν

οἱ πεθαμένοι ἂς ἁπλωθοῦν,

στὸ μνήμ᾿ ἂς ἡσυχάσουν.

Ποιὸς ξεύρει πόσες ἄνοιξαις

θὰ νὰ διαβοῦν καὶ χρόνοι

ποὺ δὲ θὰ ἰδοῦν ταηδόνι

καὶ τὴν πρωτομαγιά!


Andrea Appiani - Apollo and Daphne

Διονύσιος Σολωμός  - Η ημέρα της Λαμπρής


Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,

Όλοι, μικροί, μεγάλοι, ετοιμαστείτε·

Mέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες

Mε το φως της χαράς συμμαζωχτείτε·

Ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες

Oμπροστά στους Αγίους και φιληθείτε·

Φιληθείτε γλυκά χείλη με χείλη,

Πέστε Χριστός Ανέστη εχθροί και φίλοι.


Δάφνες εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι,

Kαι βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μανάδες·

Γλυκόφωνα, κοιτώντας τες ζωγραφι-

σμένες εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες·

Λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι

Aπό το φως που χύνουνε οι λαμπάδες·

Kάθε πρόσωπο λάμπει απ’ το αγιοκέρι,

Oπού κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι.
Chasseriau Theodore Apollo and Daphne 1845


Κ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ [Ένα ξερό δαφνόφυλλο]


Ένα ξερό δαφνόφυλλο την ώρα αυτή θα πέσει,

το πρόσχημα του βίου σου, και θ' απογυμνωθείς.

Με το δέντρο δίχως φύλλωμα θα παρομοιωθείς,

που το χειμώνα απάντησε στο δρόμου εκεί τη μέση.


Κι αφού πια τότε θα' ναι αργά νέες χίμαιρες να πλάσεις

ή ακόμη μια επιπόλαιη και συμβατική χαρά,

θ' ανοίξεις το παράθυρο για τελευταία φορά,

κι όλη σου τη ζωή κοιτάζοντας, ήρεμα θα γελάσεις.




ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


«Το σπίτι είναι ήσυχο, συγυρισμένο καθώς είναι τα μεγάλα


διπλοσέντονα μες το σεντούκι με λεβάντα


Όλο το σπίτι μας μοσκοβολούσε ρίγανη, κερί λιωμένο και μπαρούτι


Ένα κλωνάρι δυόσμο φύτρωνε μες τη ραγισματιά του τοίχου


Ανηφοριές του Αη Θεριστή που λιβανίζει μαντζουράνα


Αυλόπορτες της άνοιξης στου δειλινού το μοσκολίβανο


Το καφεκούτι, το δαφνόφυλλο, για τις φακές και το στιφάδο


Το χαμομήλι και το μολοχάνθι κι οι βεντούζες για τις θέρμες


Τα βάζα με το στρογγυλό νεράντζι, τη μαστίχα και το κίτρο»




ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ Σ.  ΞΑΝΑΝΘΙΣΑΝ ΟΙ ΔΑΦΝΕΣ



. Της δάφνης ξανανθίσαν τα κλωνάρια 
απάνω στης Ηπείρου τις πλαγιές, 
τα νέα για να στολίσουν παλικάρια, 
που απ' όλες της Ελλάδας τις μεριές 
τραβούν μ' ορμή, με θάρρος και μ' ελπίδα 
για να δοξάσουν τη γλυκιά Πατρίδα.
 Ο βάρβαρος εχθρός τώρα ας το μάθει 
κι ας φύγει ντροπιασμένος, ταπεινός! 
Η δάφνη στην Ελλάδα δεν ξεράθη, 
της Λευτεριάς δε σβήστη ο αυγερινός. 
Κρατάει η Ελλάδα κλώνο ελιάς, μα ξέρει 
να σπέρνει κεραυνούς με τ' άλλο χέρι.
http://www.hellasarmy.gr/


Στης πικροδάφνης τον ανθό - Παραδοσιακό






Στης πικροδάφνης τον ανθό

έγειρα ν’ αποκοιμηθώ

άιντε λίγο ύπνο για να πάρω

άιντε κι είδα όνειρο μεγάλο


Παντρεύεται η αγάπη μου

για πείσμα για γινάτι μου

και της δίνουν τον εχθρό μου

για το πείσμα το δικό μου


Στο γάμο τους με προσκαλούν

και για κουμπάρο με καλούν

για να πάω να στεφανώσω

δυο κορμάκια να ενώσω


Περνώ τα στέφανα χρυσά,

βάστα καημένη μου καρδιά,

και λαμπάδες απ’ ασήμι,

έλεος κι ελεημοσύνη.

(δεν υπάρχει εμπιστοσύνη)




Και τα χερό- κι αϊμάν αϊμάν,

και τα χεροκρατήματα

λέει κι αυτά μαργαριτάρι,

χαρά στο νιο που θα σε πάρει.



 William Merritt Chase, The Big Bayberry Bush (c 1895), oil on canvas
























Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου