Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΚΑΝΕΛΗΣ ''Εκτός Εαυτού'' Ποιητική Συλλογή



Γιώργος Γκανέλης - Εκτός εαυτού 
Εκδότης - ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ
Είδος - Ποίηση 
Χρονολογία Έκδοσης - Νοέμβριος 2015 
Αριθμός σελίδων - 64 
Διαστάσεις - 24x17 
ISBN - 13 9789603032267

Μετέωρος αυτή τη φορά, ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το υπερβατικό, σταθερός, όμως, στο ποιητικό του ραντεβού, ο Γιώργος Γκανέλης κλείνει τη χρονιά του 2015 με μια καινούργια συλλογή, την τέταρτη που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Στοχαστής. Το Εκτός Εαυτού με στωική καρτερία μπαίνει σε επικίνδυνες στιχουργικά ατραπούς, όπου πρωταγωνιστούν ο Θάνατος και η Ζωή, σε ένα έργο εφιαλτικό, έτσι όπως αυτό γράφεται από τη σύγχρονη Ιστορία. Οι στίχοι παραπαίουν στα σκοτεινά και πυροβολούν σχεδόν εξ επαφής την υποκρισία, ξετυλίγοντας την πλεκτάνη της ζωής «που πέρασε σαν ασύντακτη πρόταση...». «Να προλάβω να σώσω την ψυχή μου» γράφει ο Γκανέλης στο ποίημα του «Ασάφεια» με μια αγωνία που διαπερνά όλη του την ποίηση, σαν το μόνο ζητούμενο, στους καιρούς που διανύουμε...


O Γιώργος Γκανέλης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Είναι καθηγητής Φιλολογίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. 
Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές
«Ανάπηροι δρομείς» το 2012, 
«Ο σκοπευτής της μνήμης» το 2013
  «Χρεοκοπία ιδεών» το 2014, 
και " Εκτός εαυτού " το 2015 
όλες από τις εκδόσεις Στοχαστής.

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΛΛΟΓΗ

ΑΛΛΑΓΗ ΡΟΛΩΝ

Την Ποίηση τη βρήκαμε, δε μας βρήκε.
Γι’ αυτό με ευλάβεια την υπηρετούμε
Φροντίζοντάς την σαν μικρό παιδί:
Την κρατάμε απ’ το χέρι να μην πέσει
Μιλάμε χαμηλόφωνα στα φωνήεντα
Για να μην πνιγούν στο πηγάδι με τις κραυγές
Τα σύμφωνα τα στολίζουμε με ωραία ρούχα.
Όταν αρρωσταίνουμε εκείνη μας αγκαλιάζει
Όταν πενθούμε γίνεται ήλιος.

Τα πρωινά κοιτάζεται στον καθρέφτη αχτένιστη
Βάφει τα χείλη της με χρώματα της αυγής
Μετά ανεβαίνει στο σύννεφο και δραπετεύει.
Ο δάσκαλος τη μαλώνει που είναι αδιάβαστη
Στα διαλείμματα παίζει με τις σκιές
Τα μεσημέρια ποτέ δεν πεινάει
Περιμένει τ’ απογεύματα να χορτάσει δειλινό
Και τα βράδια, κλεισμένη στο δωμάτιο
Φτιάχνει ομπρέλες για το χειμώνα.

Κι όταν πια γεράσουμε
Στα γόνατά της θα μας παρηγορεί
Συνοδοιπόρος στις δύσκολες ώρες
Χαϊδεύοντας με λέξεις τους φόβους μας.
Και τη μέρα του αποχωρισμού
Ίσως να είναι η μόνη που θα κλάψει…
****
Η ΠΟΡΤΑ

Η πόρτα της Ποίησης είναι κλειστή.
Κανείς δεν την έχει δει
Στο εσωτερικό του σπιτιού.
Άλλοι λένε πως είναι κοπέλα
Άσκημη με μεγάλα γυαλιά
Κι άλλοι πως μοιάζει με γριά
Όμορφη και περιποιημένη.
Τα βράδια ακούγονται βήματα στην κουζίνα.
Υποθέτουν πως καταβροχθίζει λέξεις
Που τις διατηρούσε στο ψυγείο.
Το πρωί  καπνός βγαίνει απ’ τις χαραμάδες
Σημάδι μιας γόνιμης αϋπνίας.

Κι όσοι ορκίζονται πως την έχουν δει
Το είδωλό της συνάντησαν
Μέσα στο βαθύ χάσμα του ύπνου τους
Κι όσοι την άκουσαν να μιλάει
Ένας αντίλαλος ήταν απ’ την έρημη πόλη
Ta aπογεύματα του Αυγούστου.

Ακόμη και για τους ποιητές
Η πόρτα του σπιτιού παραμένει κλειστή.
****
           ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟΥ

Πέρασε η ζωή σαν ασύντακτη πρόταση
Υποκείμενο του θανάτου ο άνθρωπος
Κι εσύ αντικείμενο φτηνής εκμετάλλευσης
Γέμισε το δωμάτιο με προσδιορισμούς
Το συναίσθημα κατηγορούμενο για ασέλγεια
Σε ανήλικα απρόσωπα ρήματα
Συνημμένες μετοχές σκόρπιες στο πάτωμα
Ο έρωτας μια συρραφή υποθετικών λόγων
Τα παιδία παίζει χωρίς παιχνίδια πια
Η επεξήγηση που δόθηκε ελλιπής.

Πέρασε η ζωή σαν σχήμα ασύνδετο
Ποιητικό αίτιο του θανάτου ο χρόνος
Κι εσύ ψάχνεις τη γενική της αιτίας
Παράθεση επιχειρημάτων για τα αυτονόητα
Όμως εξέπνευσε η περίοδος χάριτος
Τώρα o κόσμος μια τρίπτωτη πρόθεση
Το μέλλον συντελεσμένο από αιώνες
Ευθεία παραποίηση της αλήθειας
Από κραυγές πλαγίου λόγου
Προσδοκώμενο ουσιαστικό η μοναξιά.
****
 Η ΑΡΑΧΝΗ

Συχνά με επισκέπτεται μια αράχνη
Που υφαίνει όλες μου τις πληγές.
Πλέκει πουλόβερ από λέξεις
Για να το φορώ κατάσαρκα
Τις ώρες της απογύμνωσης
Κι ένα κασκόλ με χρώματα
Για να τυλίγω τα απoθέματα σκέψης.
Μετά ανεβαίνει στα ποιήματα
Και πιάνει κουβέντα με τους στίχους
Περιποιείται τελείες, χτενίζει κόμματα
Διαγράφει ανεπιθύμητους συνειρμούς.
Τα βράδια σκαρφαλώνει στον ουρανό
Και πετροβολεί μ’ αστέρια το δωμάτιο.
Βρίσκω ένα σημείωμα στο κομοδίνο
Διαμαρτύρεται ότι την παραμελώ.

Εγώ όμως ξέρω εδώ και χρόνια
Πως πίσω απ’ το προσωπείο της 
Κρύβεται ο αποκηρυγμένος μου εαυτός
Που κάποια στιγμή θα με τσιμπήσει
Με το θανατηφόρο κεντρί του
Και τότε θα είναι πια πολύ αργά
Για σκέψεις, ιδέες και ποιήματα.
      ****
 ΕΞΙΣΤΟΡΗΣΗ

Η ζωή μας
Σαν ανάποδα κολλημένο γραμματόσημο
Πάνω σε φάκελο χωρίς παραλήπτη
Ταξιδεύει μέσα σε ταχυδρομικούς σάκους
Μένει στα αζήτητα για χρόνια
Ο αποστολέας έχει γεράσει
Οι δρόμοι πήραν άλλα ονόματα
Οι ταχυδρόμοι απολύθηκαν.

Η ζωή μας
Σαν τετράδιο χωρίς ετικέτα
Μέσα στην τσάντα αιώνιου φοιτητή
Περιφέρεται στις αίθουσες διδασκαλίας
Στα αμφιθέατρα και στα αναγνωστήρια
Τα παλιά κτήρια γκρεμίστηκαν
Η ύλη των μαθημάτων άλλαξε
Οι καθηγητές συνταξιοδοτήθηκαν.

Η ζωή μας
Σαν ασπρόμαυρη ταινία του εξήντα
Με καινούργια κόπια και υπότιτλους
Προβάλλεται στα θερινά σινεμά
Χωρίς εισιτήριο εισόδου
Οι θεατές άρχισαν να φεύγουν
Ο σκηνοθέτης αποκήρυξε το έργο
Οι ηθοποιοί έχουν πεθάνει.

Κι αν δεν υπάρχει ζωή
Υπάρχει ένας άνθρωπος να την ιστορεί.
****
               ΔΙΚΑΙΩΣΙΣ

                          Στον Κώστα Καρυωτάκη

Γιατί τόσοι καθημερινοί θάνατοι;
Ξυπνάω νεκρός τα χαράματα
Παίρνω την πετσέτα και σκουπίζω το αίμα
Δίπλα μου τρέχει ένα ποτάμι
Χάνω την επαφή με το περιβάλλον
Μαθαίνω να σκοτώνω την ψυχή μου
Τα ρολόγια δείχνουν μεσάνυχτα
Eνώ ο ήλιος φωτίζει το δωμάτιο
Aρχίζω να γράφω ποιήματα.

Γιατί τόσοι βασανιστικοί θάνατοι;
Χρόνια τώρα είμαι κλινικά νεκρός
Η Ιστορία με ενέταξε στους καταλόγους της
Συντηρούμαι με αναπνευστήρα
Το σκάω απ’ το νοσοκομείο
Και αυτοκτονώ κάτω από έναν ευκάλυπτο
Οι φίλοι μου στην κηδεία γελάνε
Τότε βγάζω ένα περίστροφο
Και πυροβολώ τη θάλασσα.
                                                21-7-14
****
            Η ΑΓΚΑΛΙΑ

Κάπως έτσι γεννιόμαστε
Μ’ ένα μικρό σταυρό στην πλάτη
Μας κουβαλάνε φορτηγά
Ο δρόμος έχει παγώσει
Ψάχνω την αγκαλιά της μητέρας
Κρατώντας ένα σημαιάκι
Δύσκολες καιρικές συνθήκες
Τα ίχνη εξαφανισμένα
Με ζεσταίνουν τα πουλιά
Κάτω απ’ τα φτερά τους.

Κανείς δεν ξέρει το τέλος
Αν το προβλέψεις θα σε πουν τρελό
Πιάνω τελευταίο κάθισμα
Χωρίς επιβάτες η πτήση
Κοιτώ την ομορφιά από ψηλά
Μου τελειώνουν τα καύσιμα
Για όλα υπάρχει μια τελεία
Χάνω σταδιακά ύψος
Πέφτω στην αγκαλιά της μητέρας
Κι αρχίζω πάλι να ζω.


Πηγές πληροφοριών :
http://www.stochastis.gr/
http://www.politeianet.gr/





Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

epikouros sofista " Ατιτλο "


Όψιμες ενοχές αγάπης για όλους αυτούς που αγαπήσαμε και τους πικράναμε για όλες τις αγκαλιές που δεν δοθήκαμε σε αυτούς που ξέραμε πως την ικέτεψαν στις δύσκολες στιγμές με την σιωπή τους για όλη αυτή την τσιγκουνιά ψυχής τόση ασήμαντη για εμάς μα τόσο σημαντική σε εκείνους που δεν αφήσαμε χάδι συμπόνιας να γενεί τώρα που οι καιροί την παγωνιά τους σμίξανε με την σιωπηλή μοναξιά των αποχωρισμών αυτό που απόμεινε είναι ένα δάκρυ ανεπανόρθωτης πια νοσταλγίας







ΙΩΑΝΝΑ ΛΑΖΟΥ " ΑΤΙΤΛΟ "


πηγή φωτογραφίας 


ίσως ο πληθυντικός θα μας ταίριαζε
στον ενικό νιώθω τόσο μόνη
και όμως είχα ετοιμάσει 
ένα σερβίτσιο από πορσελάνη
και δύο καρέκλες αντίκρυ 
μου έλεγες ότι πορσελάνινο
είναι το πρόσωπο μου
μα ήμουν αμύητη
στα λόγια σου
και οι σιωπές σου ήταν
ένα δίκοπο μαχαίρι για μένα
αμφίπλευρες
αμφίκοιλες
και εγώ να ρέω μέσα τους
σαν Γυναίκα
με άστεγο έρωτα
πλημμυρισμένη από
ασίγαστο πόθο

και έκατσα μόνη
στο πορσελάνινο σερβίτσιο
και το έσπασα
σε χίλια κομμάτια
όσες και οι πληγές μέσα μου
ήθελα να σπάσει
το πορσελάνινο πρόσωπο
της σιωπής σου
και απλά
να γευτώ με τα χείλη μου
το απόπιομα του κρασιού
το τελευταίο κόκκινο χρώμα
από σένα..







ΜΑΡΙΟΣ ΠΛΩΡΙΤΗΣ - Πλούτη και «πτωχεύσεις» της γλώσσας μας

Αγγείο της γεωμετρικής εποχής με το ελληνικό αλφάβητο. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.



«Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου
στις αμμουδιές του Ομήρου»
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ
Το Άξιον Εστί, «Τα Πάθη», Β’.



Στις συζητήσεις και τις ιερεμιάδες για τα «πάθη» της Δημοτικής, ακούγεται συχνά πως η γλώσσα μας όλο και «φτωχαίνει», όλο και συρρικνώνεται το λεξιλόγιό της, ενώ παράλληλα κατακλύζεται από πλήθος κακόζηλες λέξεις, που εισάγονται ατελώς απ’ έξω ή κατασκευάζονται ευτελώς εδώ.
Πόσο βάσιμες είναι αυτές οι ανησυχίες; Και σε ποιο βαθμό απειλούν την υπόσταση της γλώσσας μας, όπως λέγεται πότε-πότε; Ας δούμε μια-μια τις περιπτώσεις και τις επιπτώσεις τους.

ΔΕΝ «φτωχαίνει» μια γλώσσα όταν, με το πέρασμα των χρόνων, αχρηστεύονται και χάνονται ορισμένοι τύποι της. Είναι αδήριτος νόμος της γλωσσικής εξέλιξης ν' «αποβάλλονται» όσα δεν υπηρετούν πια τη γλωσσική επικοινωνία – νόμος που κανένας γλωσσαμύντορας ηνίοχος δεν μπορεί να τον αναχαιτίσει. 

Τέτοιες «αβαρίες» σημειώνονται σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου. Σ’ εμάς, λ.χ. ο δυϊκός αριθμός εξαφανίστηκε απ' την αλεξανδρινή εποχή, και καταπόδι τον ακολούθησε η ευκτική. Η δοτική παραμερίστηκε στο Βυζάντιο, το απαρέμφατο χάθηκε στη μεταβυζαντινή «κοινή»…

Ωστόσο, η γλώσσα δεν «φτώχηνε» - εξελίχθηκε φυσιολογικά. Άλλοι τύποι –είτε πιο απλοί, είτε περιφραστικοί – πήραν τη θέση των «χαμένων». Κι όσο κι αν θρηνολόγησαν ή θρηνολογούν ακόμα μερικοί για την αδόκητη απώλεια απαρέμφατων και δυϊκών, τον τελευταίο λόγο τον έχει, παντού και πάντα, ο μεγάλος γλωσσικός νομοθέτης, ο λαός. Ο Ψυχάρης το είχε σωστά διαλαλήσει:
«Ένας άνθρωπος μοναχός του δεν έχει αρκετή σοφία για να αποφασίση πως εκείνος έχει δίκιο και που (πως) όλο το έθνος έκαμε λάθος να μιλήσει τη γλώσσα του φυσικά»1.
(Ο ίδιος ο Ψυχάρης γνώρισε τη δύναμη αυτού του νόμου – αφού πολλοί «ψυχαρικοί» τύποι δεν έγιναν δεκτοί απ' το «έθνος», που προτίμησε τελικά να λέει και να γράφει «άνθρωπος» κι όχι «άθρωπος», «Παρθενώνας» κι όχι «Παρθενός» και πάει λέγοντας…)

Δεν «φτωχαίνει μια γλώσσα όταν απλουστεύεται η ορθογραφία της κι ο τονισμός της.
Λίγοι, νομίζω, υποστηρίζουν πια την ακραία λύση: την αντικατάσταση της ιστορικής ορθογραφίας με καθαρά φωνητική. Αυτό το τελευταίο, ναι, θα ήταν φτώχεμα της γλώσσας, γιατί η ιστορική ορθογραφία περικλείει και μεταφέρει την παράδοση, την ιστορία, το «ήθος» μιας γλώσσας. Και πολύ λίγο «ελληνικές» θα μας φαίνονταν γραφές όπως: «ι κιβέρνισι κε ι αντιπολίτεφσι ετιμάζοντε για τιν εκλογικί αναμέτρισι»…
Αλλά η γλώσσα δεν παθαίνει τίποτα  αν απλοποιηθούν ορισμένοι ορθογραφικοί τύποι της που έχουν χάσει κάθε νόημα πια. Σε τι ζημιώθηκε, αλήθεια, η νεοελληνική επειδή «συνταξιοδοτήσαμε» τις υπογεγραμμένες και τις υποτακτικές, τις βαρείες και τα ρ με δασεία (!) και τ' άλλα τέτοια δασκαλίστικα «χαρχάλια»;
Όσο για την υιοθέτηση του μονοτονικού συστήματος, νομίζω πως έχει γίνει πια κοινή συνείδηση ότι «τα περισσά πνεύματα εκ του πονηρού ή έστω εκ του περιττού εστι»…

ΑΝΤΙΘΕΤΑ, δεν «πλουταίνει» πάντα μια γλώσσα η εισροή ξένων λέξεων στο αίμα της.   
Τέτοιες επιδρομές γνώρισαν, φυσικά, όλες οι γλώσσες της οικουμένης - και η ελληνική έχει «δανείσει» άπειρες λέξεις σ’ άπειρες συναδέλφους της. Αυτός στάθηκε, άλλωστε, ο μοναδικός «ιμπεριαλισμός» μας…
Τώρα, αντιστράφηκαν οι όροι, και το φαινόμενο της ξενικής εισβολής έχει πάρει διαστάσεις ιλαράς, τόσο εξαιτίας της πατρογονικής ξενομανίας μας (λίγα «γαλλικούλια» ή «αγγλικούλια» δίνουν άλλο «σικ» στην «κονβερσασιόν»…), όσο κι εξαιτίας των αμέτρητων ξένων τεχνικών κι επιστημονικών όρων, που μπαίνουν ατελώνιστοι στη γλωσσική μας επικράτεια. Αν το πρώτο είναι γελοίο, το δεύτερο ήταν «μοιραίο», αφού επιστήμη και τεχνολογία μάς έρχονται απέξω, κουβαλώντας και τους όρους που τις εκφράζουν. Ελάσσων προσπάθεια (πού να σπαζοκεφαλιάζουμε τώρα να μεταφράζουμε ορολογίες!) και μείζων ξενοπληξία συνεργήσανε ώστε, σήμερα, ένα μέρος του λεξιλογίου μας να μοιάζει με κουρελού από λογής-λογής ξενικά ρετάλια – κι η νεοελληνική πάει να γίνει «ένα ελληνόμορφο εσπεράντο»«μια γλώσσα εξευτελισμένη, πολύσπερμη και ασπόνδυλη», όπως φοβόταν ο Σεφέρης χρόνια και χρόνια πριν2.
Κι ωστόσο… ας μην ξεχνάμε πως πάμπολλες λέξεις της άλλοτε «αγνής και άφθαρτης» ελληνικής γλώσσαςδεν είναι καν… ελληνικές. Ας μην ξεχνάμε πως η «από τριών χιλιάδων ετών» γλώσσα μας έχει υιοθετήσει κατά καιρούς χιλιάδες λέξεις απ' όλες τις γλώσσες του γύρω κόσμου - απ' τα περσικά, τα φοινικικά, τα εβραϊκά, τα λατινικά, τα σλάβικα, τα αρβανίτικα, τα ιταλικά, τα τουρκικά, τα αραβικά και, τους τελευταίους δύο αιώνες, απ’ τα γαλλικά, τ' αγγλικά, τα γερμανικά... Όλες αυτές τις λέξεις η γλώσσα μας τις αφομοίωσε, τις εξελλήνισε, τις έκανε σάρκα της σάρκας της. Τόσο που, σήμερα, δύσκολα θα πίστευε κανένας πως ο περιπόθητος «παράδεισος» λ.χ. είναι περσικός, η αγνή «περιστερά» σημιτική, ο καταχθόνιος «σατανάς»εβραϊκός ή η «κούνια» που μας κούνησε λατινική…
Αυτές οι στρατιές λέξεων, παλιών ή νέων, αλλοίωσαν ως ένα σημείο την ελληνική γλώσσα, αλλά δεν την έφθειραν. Θόλωσαν την «αττική καθαρότητά» της, αλλά και την πλούτισαν λεξιλογικά κι εκφραστικά, επειδή ανταποκρίνονταν στις συνθήκες και στις ανάγκες της κάθε εποχής. Η γλώσσα μας δεν έχασε ούτε την «προσωπικότητά» της, ούτε την «αρμονία» της. Δίκαια έγραφε, πριν 70 χρόνια, ο Γεώργιος Χατζιδάκις:
«…Είναι τι πρωτοφανές εν τω κόσμω η θέα γλώσσης επί τρισχίλια έτη ήδη λαλουμένης και γραφομένης και φάσεις μεν εκάστοτε διαφόρους λαμβανούσης, αλλ’ όμως διά πάντων των αιώνων μέχρι σήμερον μιας και της αυτής, σαφούς και διαυγούς μενούσης»…
Η γλώσσα μας, που άντεξε σε τόσες «βάρβαρες» επιδρομές, κινδυνεύει τάχα απ' την πρόσφατη, «ειρηνική» εισβολή του εξ Εσπερίας «πολιτισμού»; Ο κίνδυνος είναι ίσως σοβαρότερος σήμερα, και επειδή ο αριθμός των ξένων λέξεων είναι πολύ μεγαλύτερος  και επειδή όχι μόνο καμιά αντίσταση δεν προβάλλεται στην επέλασή τους αλλ’ αντίθετα τους ανοίγονται όλες οι κερκόπορτες απ’ τους Εφιάλτες της επιπολαιότητας, της ξενολατρίας, του σνομπισμού, του κρετινισμού. Και το πράγμα γίνεται ακόμα χειρότερο, επειδή δε μας φτάνει ν’ αρπάζουμε όποια ξένη λέξη βρούμε μπροστά μας, αλλά και... κατασκευάζουμεξενοειδή λεκτικά τέρατα για τα προϊόντα μας, θέλοντας να τους δώσουμε ευρωπαϊκό χρώμα! (σπορτέξ, μομπιλέξ, ραπτέξ, ηλιθιέξ...).
Αυτή η άκριτη, κακόγουστη, νεοπλουτίστικη εκβαρβάρωση της γλώσσας μας είναι πραγματικά ολέθρια. Κι αν είχαμε λίγη έγνοια για τη γλώσσα μας, θα κάναμε αυτό που έχουν από καιρό κάνει οι Γάλλοι: θα συστήναμε μια επιτροπή από γλωσσολόγους κι άλλους ειδικούς, για ν' αποδώσει υπεύθυνα τους ξένους όρους στα ελληνικά και να καθιερώσει το σωστό νόημα και τη χρήση τους. Αλλ’ αυτά είναι για τους κουτόφραγκους. Εμείς, οπαδοί της «ελεύθερης σκοποβολής», προτιμάμε ν' αφήνουμε την «ενημέρωση» των Ελλήνων και τον «εξευρωπαϊσμό» τους στα χέρια του οποιουδήποτε αγράμματου μεταφραστή ή δαιμόνιου «μπίζνεσμαν», που ασχημονούν ακατάσχετα, αναίσχυντα κι ανεξέλεγκτα...

ΟΜΩΣ «πλουταίνει» αληθινά μια γλώσσα όταν δεν αφήνουμε να νεκρωθεί και ν’ αχρηστευθεί ο λεξιλογικόςθησαυρός της, αλλά τον αξιοποιούμε και τον αναζωογονούμε. 
Είναι πασίγνωστο πως έχουμε μιαν απ' τις πιο πλούσιες γλώσσες του κόσμου - που οι ρίζες της ξεκινάνε απ' τα ινδοευρωπαϊκά και τα προελληνικά ιδιώματα. Κι όχι μόνο πανάρχαιη και πάμπλουτη, αλλά και πανέμορφη, «πολλά αρμονική και ποιητική»3. Κι όμως, η γλωσσική μας αδιαφορία, βιασύνη και ραστώνη (που ξεκινάνε κι αυτές απ’ τη στραβή παιδεία μας), έχουν περιορίσει το λεξιλόγιό μας σε μερικές εκατοντάδες λέξεις, και μάλιστα στις πιο άχρωμες, επειδή είναι λέξεις «παρσπαρτού», κατάλληλες για όλες τις χρήσεις - και για καμιά, τελικά. Με πέντ' έξι ρήματα, μ' άλλα τόσα επίθετα (συνήθως υπερθετικά) χαρακτηρίζουμε το πρόσωπο που αγαπάμε, το φαΐ που φάγαμε, την ταινία που είδαμε ή το γκολ που έβαλε η ομάδα μας…
Έτσι, «τραυλίζομε στην γλώσσα και στην διάνοια», όπως προφήτευσε ο Δημ. Καταρτζής4. Κι αφήνουμε ανεκμετάλλευτο το απέραντο μεταλλείο από λέξεις, παλιές και νεότερες, που μπορούν να εκφράσουν κάθε έννοια και κάθε αίσθημα, ζωντανά κι ευθύβολα, με πλήθος αποχρώσεις, μεγεθυντικές, ειρωνικές, θαυμαστικές, χλευαστικές… Δεν είναι «νεκρές» αυτές οι λέξεις, αλλά ξεχασμένες. Καμιά σημασία δεν έχει αν δεν είναι «λαϊκές». Δημοτικισμός δε θα πει «βουκολισμός». Η δημοτική μπορεί να χρησιμοποιεί όποιες λέξεις θέλει, φτάνει να τις προσαρμόζει στο τυπικό της. Ο αδιάλλακτος Ψυχάρης το είχε τονίσει κι αυτό:
«Όταν η δημοτική μας γλώσσα δεν έχει μια λέξη που μας χρειάζεται, παίρνω τη λέξη απ’ την αρχαία  και προσπαθώ, όσο είναι δυνατό, να την ταιριάξω με τη γραμματική του λαού»5.
Κι ο Μαν. Τριανταφυλλίδης πρόσθεσε:
«Η αρχαία γλώσσα παραμένει και για το δημοτικισμό πηγή ανεξάντλητη πλουτισμού της εθνικής μας γλώσσας, φτάνει αυτό να γίνεται όταν υπάρχει ανάγκη πραγματική και χωρίς προκαταβολική υποτίμηση της ζωντανής γλώσσας»6.
Ενώ οι συνεχιστές του, ο Ε.Π. Παπανούτσος κι ο Θρ. Σταύρου, συμπλήρωναν, πριν 20 μόλις χρόνια, σε «Διακήρυξή» τους:
«…Γλώσσα δεν είναι οι λέξεις, είναι το τυπικό, η υφή του λόγου... Δημοτική δε γράφει όποιος αναζητεί λαϊκές («χωριάτικες») λέξεις και αυτές μόνο μεταχειρίζεται - γιατί τότε καταδικάζει την έκφρασή του σε μιαναπελπιστική φτώχεια. Και από την καθαρεύουσα και από την Αρχαία, ακόμη και από σύγχρονες ξένες γλώσσες (όπως γίνεται λ.χ. στην τεχνική, στο εμπόριο, στη ναυτιλία, κλπ.) μπορείς να παίρνεις λέξεις, όταν αποδίνουν με ακρίβεια το νόημά σου• θα τις προσαρμόσεις όμως στο τυπικό της Δημοτικής, θα τις υποχρεώσεις να πειθαρχήσουν στη γραμματική και τους συνταχτικούς κανόνες της – και τότε θα έχεις Δημοτική σωστή»7.
Έχουμε κάθε δικαίωμα, λοιπόν, - έχουμε χρέος, θα λέγαμε - να παίρνουμε λέξεις απ’ το ανεξάντλητο οπλοστάσιο της γλώσσας μας, για να εκφραζόμαστε πιο καίρια, για να πλουτίζουμε το αφυδατωμένο λεξιλόγιό μας, για να κρατάμε ζωντανό τον λεκτικό πλούτο της γλώσσας μας.
Αν τώρα αυτές οι λέξεις θα (ξανα)περάσουν τελικά σε γενική χρήση, αυτό θα τ’ αποφασίσει και πάλι ο τελικός κριτής, το κοινό γλωσσικό αίσθημα. Η ευλαβική γαλλική παροιμία «Ο άνθρωπος προτείνει κι ο Θεός αποφασίζει» («L’homme propose et Dieu dispose») στη γλωσσική πράξη μεταλλάζει σε: «Τα επώνυμα άτομα προτείνουν, ο ανώνυμος λαός αποφασίζει»…
Τούτο, μια φορά, δεν πρέπει να ξαστοχάμε: Όπως η ελευθερία, έτσι κι η γλώσσα δεν είναι αγαθό που στο χαρίζουν - κερδίζεται, καταχτιέται μ' αγάπη και μ' αγώνες, με τη σπουδή και την καλλιέργειά της. Κι όσο πιο πολύ τη μελετάς και τη ζυγώνεις, τόσο πιο πλούσια ανταμοιβή σου δίνει: προπάντων, την «ανδρεία ηδονή» να εκφράζεις σωστά αυτό που θες να πεις και να σκέφτεσαι σωστά αυτό που θες να εκφράσεις…

* Πρώτη δημοσίευση, «Βήμα», 8.2.1981.
Το κείμενο αυτό αργότερα συμπεριλήφθηκε στο βιβλίο Τέχνη, γλώσσα και εξουσία (Εννιά «επίκαιρα» σχόλια γύρω σε τρία ατέρμονα θέματα), που εκδόθηκε το 1990 από τον οίκο ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ.


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ http://www.translatum.gr/







Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

ΑΡΣΙΝΟΗ ΒΗΤΑ ''Xρόνος άχρονος''


     Στα βιαστικά τικ τακ του ρολογιού μετράμε τις στιγμές μας.Αέναη η κίνησή τους κι εμείς κλεφτή ματιά να ρίχνουμε στο διάβα της ζωής μας.Κάθε βήμα, κάθε ανάσα μας συνοδεύονται από το τικ τακ ενός ρολογιού.Ένας ήχος απλός ,ρυθμικός κι εμείς μαζί του κι άλλες φορές απέναντί του .Μικραίνουμε ή μεγαλώνουμε, στεκόμαστε ή προχωρούμε. Στη μεγάλη μας ευτυχία γίνεται τόσος δα μικρός ήχος, στη μεγάλη μας δυστυχία διαστάσεις θεόρατες παίρνει.Χρόνος, μήνες, μέρες , λεπτά αντίστροφα μετράμε.Κι αν κάποτε μας βαραίνουν είναι γιατί γέρικη καρδιά αποκτήσαμε.Η σκέψη ,η μνήμη ,το όνειρο, η αγάπη, η ελπίδα, ο έρωτας άχρονα είναι.Αναλλοίωτα, άφθαρτα.Κανένα ρολόι δεν τα μετρά.Κι είναι ολότελα δικά μας.Στην αυγή του άμετρου χρόνου μας ο ήλιος τους ανατέλλει .Τις διαστάσεις της ψυχής μας παίρνουν.Χρώματα ουράνιου τόξου δίνουν στη ζωή μας με το δικό τους μοναδικό τρόπο.Και τότε το τικ τακ του ρολογιού ακούγεται μακρινό κι ίσως έτσι να παίρνει την αληθινή του αξία.Γίνεται πολύτιμος βοηθός μας-υπηρέτης μας- στο όμορφο, το ευγενικό,το καλό καγαθό της ύπαρξής μας... και τότε...''Ο χρόνος είν’ ακόμη για σένα θρίαμβος και σου τον εύχομαι πάντα''









ΤΖΙΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ " Γέρικο λιόδεντρο "


Γέρικο λιόδεντρο προστάτεψε με,
της φυλλωσιάς σου τον ίσκιο κάνε ασπίδα μου.
Γέρικο λιόδεντρο μίλα μου,
το θρόισα των φύλλων σου κάνε το γνώση.
Γέρικο λιόδεντρο ανάθρεψε με,
τους χυμούς του κορμού σου κάνε τροφή μου.
Γέρικο λιόδεντρο γίνε παρέα μου,
του Νέστωρα τα μυστικά δώσε στο φίλο σου.
Γέρικο λιόδεντρο πες μου το πόνο σου,
οι αστραπές του Δία πλήγωσαν τα κλαδιά σου.
Γέρικο λιόδεντρο δείξε το πόθο σου,
τον κρυφό έρωτα για τη Περσεφόνη φανέρωσε.
Γέρικο λιόδεντρο δες τους ηγέτες μας,
απολιθώματα σαρκοφάγων θηλαστικών είναι.
Γέρικο λιόδεντρο λερωμένο υγρό το αίμα μας,
αναθυμιάσεις κόκα κόλας η συνείδηση μας.
Γέρικο λιόδεντρο προφήτεψε το μέλλον μας,
τους χρησμούς της καινούργιας Πυθίας χάρισε μας.
Γέρικο λιόδεντρο βοήθεια και γαλήνη ζητώ,
μολυσμένος αέρας γεμίζει τα στήθη μου.
Γέρικο λιόδεντρο από την ηλιθιότητα σώσε με,
τεχνοκράτες και διαδύκτιο ζώσαν τη σκέψη μου.
Γέρικο λιόδεντρο κωδικός σε κομπιούτερ έγινα,
της παγκόσμιας μηχανής απρόσωπο νούμερο.
Γέρικο λιόδεντρο, καινούργια βλαστάρια,
λουλούδια και λιόφυτα
στη γη των πατέρων μας και πάλι ανθίστε.
Άγρια φύση, μητέρα και μήτρα μας ξανά μίλησε μας,
με χορτάρι και άνεμο ξέπλυνε τη ντροπή μας.
Της Δήμητρας την απλοχεριά, το μυστήριο της γέννησης,
τη χαρά της Άνοιξης
στα χωράφια της ψυχής μας ξαναμπόλιασε.
γιώργος θ. τζιας
από τη συλλογή "...του αστεριού ο τοκετός"


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ - Αθηνά Κοτσόβολου 
Η ελιά βρίσκεται στην Δυτική Μάνη και φημολογείται ότι η ηλικία της ξεπερνάει τα χίλια έτη .
















ΓΡΗΓΟΡΙΑ ΠΕΛΕΚΟΥΔΑ " Στο χρόνο που φεύγει, στο χρόνο που έρχεται άνθρωπε μ΄ακούς! "


Στο χρόνο που φεύγει, στο χρόνο που έρχεται
άνθρωπε μ΄ακούς!
Η ζωή που έτσι αιωρείται
έχει μια χρονική απόσταση
απ΄τον αστερισμό
στον θρηνώδη κόσμο
που δεν παύει να στροβιλίζεται
να ονειρεύεται πως τίποτα δεν υπάρχει
εκτός απο τον πόθο της.
Μέσα της κρύβεται η φλόγα,
που ακόμη καίει την αθωότητα
που νοσταλγικά κοιτούμε
σ΄αλλοπρόσαλους καιρούς.
Μέσα απ΄τα σκοτάδια της αναπνέει
στην απάτη ματιών,
όλα τα σ΄αγαπώ πρέπει να τα μοιραζόμαστε
όπως το ψωμί και το νερό με το αλάτι,
γιατί ότι μας απόμεινε ακόμη να κοιταζόμαστε
όταν πέφτουν τ΄αστέρια φλογισμένα
στο στόμα αγάπης και θα ανταμώσουμε
το Εσύ,
το Εγώ μας του αθάνατου,
αστέρια θα είμαστε!!!!....
Όχι στον πόλεμο,
Ναι στην αγάπη....







ΧΑΤΖΗΘΩΜΑ ΖΩΗ " Χαρισμένο με αγάπη! "


Όλη μας την αγάπη στους ανθρώπους φάρους, που κρατούν τα φώτα της ζωής μας ανοιχτά. Στον γιατρό ακρίτα και στον δάσκαλο στο διθέσιο σχολείο σε ένα ορεινό χωριό. Στους ξεχωριστούς, δικούς μας Αγιοβασίληδες που με ή χωρίς κόκκινο σκούφο μας γεμίζουν δώρα όλο το χρόνο. Στο σπίτι των γονιών μας, που, όταν πάμε εκεί είμαστε για πάντα έφηβοι. Σε όσους ξενυχτούν πάνω από το προσκεφάλι άρρωστου παιδιού ή ανήμπορου ηλικιωμένου. Στον γείτονα που υποφέρει από μοναξιά. Στους παππούδες που δεν φτάνει η σύνταξη για τα κάλαντα των εγγονών τους και σφίγγουν τη ροζιασμένη από τη δουλειά γροθιά.

Στα ψέματα που λέμε, για να χρυσώσουμε το χάπι. Στη σιγουριά που μας διέψευσε δυσάρεστα, αλλά και στο φόβο που μας εξέπληξε ευχάριστα. Στον έρωτα που κάνει τους πιο τρυφερούς συνδυασμούς καρδιάς. Και στις σχέσεις σκαλοπατάκια. Που μπορεί να μην κράτησαν, όμως ήταν καθοριστικές, για να φτάσουμε κάπου κοντά στην ευτυχία. Στα διψασμένα μάτια και στην ψυχή έρημο. 
Στο αφεντικό που θα βάλει τις φωνές αύριο. Και σε σένα που θα χάσεις τη δουλειά σου και νιώθεις ότι η πατρίδα σε διώχνει και σε περιφρονεί. Στα ψιλά που μαζεύεις από τα βάζα μέσα στο σπίτι. Όμως τα ψιλά και τα λίγα δεν αρκούν πάντα, για να καλύψουν τα μεγάλα και κάνεις την ψυχή πολλούς κόμπους, για να κάνεις καθημερινά τον χαρούμενο και τον δυνατό, γιατί όλοι νομίζουν πως τα δικά σου υλικά δε σπάνε, είναι ανθεκτικά σε κάθε εξωτερική ή εσωτερική δόνηση. Έτσι βάφεσαι με χαρά και χαμογελάς, γιατί καλές οι θεωρίες και η προπαίδεια, καλές οι αναζητήσεις και τα ‘γιατί’ , αλλά η πραγματικότητα είναι εδώ και δε χωρά κανενός είδους σκηνοθεσία: δεν είσαι μόνος πια και κάποιοι άνθρωποι εξαρτώνται από σένα! 
Στα λίγα που γίνονται πολλά με την αγάπη και στα πολλά που χάνονται με τη μιζέρια. Στις ματαιώσεις μας, αλλά και στα νέα ξεκινήματα. Σε όσους χάσαμε και σε όσους μας έχασαν. Στο ''δεν πειράζει'' και στο ''σε συγχωρώ''. Στα χαμόγελα και στο ''χαμογέλα, σου πάει πολύ!...''.
Στις κόκκινες κηλίδες από παιδιά στη θάλασσα, στους άστεγους, αλλά και στην ανοιχτή αγκαλιά και στα δάκρυα από ανθρωπιά. Στην ελπίδα και στο μαζί. Στον χιονάνθρωπο που λιώνει και στα ταλαντούχα παιδιά που θα τον σώσουν και μαζί θα σώσουν τα όνειρα. Στο πείσμα μας, στην πατρίδα μας και στον αγώνα με το κεφάλι ψηλά. Σε σένα, σε μένα...σε μας!... 
Αγάπη, αγάπη, αγάπη. Αγάπη που χαϊδεύει τις πληγές και λέει ιστορίες στα όνειρα τις νύχτες. Αγάπη με αφορμή και θέμα τη νέα χρονιά που έρχεται, αλλά και αγάπη πάντα, απλά και χωρίς αφορμή. Με θέμα εμάς και την ψυχή μας. Γιατί τελικά το θέμα είναι να νιώθουμε. Όλα θα πάνε καλά, είναι μονόδρομος. Γιατί; Γιατί...η ζωή ξέρει!











Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2015

" ΕΛΑ ΣΕ ΜΕΝΑ " - ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ




ANDAMAN, Πειραιώςς 187 και Αλόπης 65, 
( απεναντι από το Praktiker, της Πειραώς ) 
Πρεμιέρα 25 Δεκεμβριου 2015
κάθε Παρασκευή και Σαββατο , 9:30 μμ


Έλα σε μένα. Στο κατακόκκινο κτίριο του Andaman. Μια μουσική παράσταση με καινούργια κείμενα του Γιώργου Βλαχάκη, που παίζουν οι ηθοποιοί Γεωργία Σηκοπέτη και Χρυσοβαλάντης Κωστόπουλος, και αγαπημένα τραγούδια που τραγουδάει ο Δημήτρης Βοζαΐτης με τον Φώτη Ματζαρίδη στο πιάνο. Τα τραγούδια και τα κείμενα επέλεξε και σκηνοθέτησε ο Μιχάλης Τρανουδάκης.

Σκηνοθεσία & μουσική επιμέλεια: Μιχάλης Τρανουδάκης
Κείμενα: Γιώργος Βλαχάκης
Τραγούδι: Δημήτρης Βοζαΐτης
Ηθοποιοί: Χρυσοβαλάντης Κωστόπουλος – Γεωργία Σηκοπέτη
Πιάνο: Φώτης Ματζαρίδης
Διεύθυνση παραγωγής: Σταματία Αντωνάτου
Παραγωγή: Η ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ
Τόπος: Andaman, Πειραιώς 187 & Αλόπης 65, Αθήνα
Ημέρες: Παρασκευή & Σάββατο από 25/12/2015
Ώρα: 9:30μ.μ.
Διάρκεια: 120΄
Εισιτήρια: 10,00
Πληροφορίες – κρατήσεις: 6974 926755









ΜΠΕΛΙΤΣΟΣ ΘΟΔΩΡΗΣ " Ξημέρωναν Χριστούγεννα "



Είχε ξεχάσει το φως της σκάλας αναμμένο. Μόλις έσβησε το πορτατίφ το κατάλαβε, καθώς φάνηκε η ανταύγεια στη χαραμάδα της πόρτας. Το φως περνούσε κάτω από τη χαραμάδα κι έφτιαχνε ένα τριγωνικό σχήμα, σαν δέντρο ένα πράγμα, χριστουγεννιάτικο, στολισμένο με χρωματιστές γραμμούλες από τις ανταύγειες που άφηνε το χαλάκι της πόρτας. Ένα ψεύτικο χριστουγεννιάτικο δέντρο στο πάτωμα. Προς στιγμή μια ελπίδα σπίθισε μέσα του. Πως κάποια από τις δυο ντάμες τον είχε θυμηθεί και είχε έρθει. Πως είχε μπει από την αυλόπορτα και είχε ανάψει το φως της σκάλας. Αφουγκράστηκε κρατώντας την ανάσα του. Η απόλυτη ησυχία έσβησε τη στιγμιαία ελπίδα του. Έπειτα θυμήθηκε πως ο ίδιος είχε ξεχάσει τη λάμπα αναμμένη, το σούρουπο, όταν γύρισε από το καφενείο.
Ο Σταμάτης τον είχε κερδίσει στο τάβλι και ήταν κακόκεφος. Πώς να κερδίσει; Ήταν ζάρι αυτό απόψε; Ασσόδυο, τριόδυο κι ο άλλος εξάρες, τριάρες. Πώς να κερδίσει;
Ασσόδυο, και οι μέρες του. Ένα χάπι το πρωί για το ζάχαρο και δυο το μεσημέρι για την καρδιά.
Ασσόδυο, και η ζωή του. Μια γυναίκα, δυο κόρες. Ένας άσσος σπαθί και δυο ντάμες: ντάμα κούπα και ντάμα μπαστούνι.
Ο άσσος σπαθί ήταν η Μαριγούλα. Διαμάντι ακατέργαστο τη βρήκε. Ήταν δεν ήταν 17, όταν τη γνώρισε. Τυχεράκια, τον είπανε. «Τι σου βρήκε, ρε γουρουνόφατσα;», του ’λεγε συχνά ο Σταμάτης, κολλητός του από τότε που θυμάται τον εαυτό του, που τον ήξερε καλύτερα κι από τη μάνα του. «Έλα ντε, τι μου βρήκε;», σκέφτηκε. Μόλις είχε γυρίσει από φαντάρος. Δυόμισι χρόνια στην Καβύλη, στον Έβρο. Είχε πήξει για γυναίκα, για καθαρό ρούχο, για ζεστό φαΐ, για ανθρωπιά. Βρήκε δουλειά στο χοιροστάσιο ενός μπάρμπα του, στα Κιούρκα. Έβγαζε μεροκάματο και τις Κυριακές με το Σταμάτη πιάνανε τις παραλίες για γκόμενες: Αγία Μαρίνα, Κάλαμο, Σκάλα Ωρωπού, Χαλκούτσι. 

Στο Χαλκούτσι την πρωτοείδε, σε ένα κεντράκι. Μαύρο μαλλί, δεμένο πίσω από τ’ αυτιά, λαιμός αγαλματένιος, βγαλμένος από μουσείο, μάτια ελιές Καλαμών. Αλλά εκείνο που τον τρέλανε ήταν το γέλιο της. Πρώτα άκουσε το γέλιο της και μετά την είδε. Τέτοιο γέλιο δεν είχε ξανακούσει. Κελαρυστό, σα γάργαρο νερό από νερομάνα. Δεν χόρταινε να το ακούει. Δεν ξανακοίταξε άλλη γυναίκα.
«Εγώ τερματίζω, εδώ», δήλωσε στο Σταμάτη. «Το σαφάρι τέλος. Νοικοκυρεύομαι». Όλη μέρα στα γουρούνια, ονειρευόταν το γέλιο της και ξεχνούσε και την κούραση και τη μπόχα. Όλα τα ξεχνούσε μόλις γύριζε στο σπίτι. Σκαρφιζόταν ένα αστείο για να ακούσει το γέλιο της και να πέσει στην αγκαλιά της. Το χαμόσπιτο στα Κιούρκα ήταν ο δικός του Παράδεισος.
Όντως, ήταν τυχερός. Χρυσοχέρα, νοικοκυρά, με ένα χαμόγελο ως τ’ αυτιά, με τον καλό λόγο. Να τον καλμάρει όταν είχε νεύρα, να τον ενθαρρύνει όταν κώλωνε. Σπίτι καταφύγιο. Σπίτι θαλπωρή. Σπίτι ζεστό φαΐ. Σπίτι χαμόγελο. Σπίτι απάγκιο. Σπίτι αποκούμπι. Δικό της δημιούργημα. Νικόλα, Νικολάκη μου, τον είχε. Πώς τα κατάφερνε, ποτέ δεν κατάλαβε. Εκείνος της ακουμπούσε το βδομαδιάτικο. Κι εκείνη τα κανόνιζε όλα. Σπουδαίο πράγμα το κουμάντο. «Ο άντρας να κουβαλάει με το τσουβάλι, η γυναίκα να χαλάει με το κουτάλι», έλεγε η μάνα του. Τέτοια ήταν η Μαριγούλα. Άσσος σπαθί. Δεν τους έλειπε τίποτε. Ούτε σε κείνον ούτε στις θυγατέρες τους. Δυο τις είχαν: η μία ντάμα κούπα, η άλλη ντάμα μπαστούνι. Τίποτε δεν πήραν από τη Μαριγούλα. Μα τίποτα! Απολύτως τίποτα! Λες και τις έκανε με άλλη γυναίκα, κάτι που δεν γίνεται δηλαδή.
Η ντάμα κούπα ήταν ομορφούλα. Μικρή ήταν καλό μωρό. Ναζιάρα και γαλίφω, τον τρέλαινε με τα καμώματά της. Μόλις μεγάλωσε λίγο άρχισε να μεγαλοπιάνεται. Ολημερίς στην τηλεόραση χάζευε τις αρτίστες, τα ντυσίματα, τα φρου-φρου, τα μεσημεριανά κουτσομπολιά κι ονειρευόταν πρίγκιπες και μέγαρα. Στολιζόταν, βαφόταν και στο σεργιάνι στις «καλές» συνοικίες, στην Αθήνα. Το σπίτι τους το σιχαινόταν. Τα Κιούρκα, ούτε να τα φτύσει. Στα 19 της, τούς δήλωσε ότι φεύγει για να βρει…, μακάρι να ήξερε τι ακριβώς γύρευε να βρει. Η Μαριγούλα την χιλιοπαρακάλεσε. Εδώ είναι η τύχη σου, κόρη μου και τέτοια. «Άσε ρε μάνα, ποια τύχη; Κανένας γουρουνάς θα μου κάτσει κι εμένα!». Την έκλαψαν από ζωντανή. Πρώτη φορά είδε τη Μαριγούλα κλαμένη: «Τι έκανα λάθος Νικόλα;» μονολογούσε και έπεφτε στην αγκαλιά του σπαράζοντας. Το κελαρυστό γέλιο στέρεψε. Πάει η ντάμα κούπα. Δεν την ξαναείδαν. Μόνο σε κάτι «καλλιτεχνικές» φωτογραφίες σε περιοδικά, που τούς έδειχναν πού και πού κάποιες «καλές» γειτόνισσες. Πηδιόταν με όποιον της έταζε καριέρα στην τηλεόραση, στο σινεμά, στο θέατρο, οπουδήποτε. Ορνιθόμυαλη.
Τους έμεινε η ντάμα μπαστούνι. Αυτή ήταν δύσκολο παιδί. Γκρινιάρα, πεισματάρα, όλα της φταίγανε, πάντα οι άλλοι είχαν λάθος. Ζήλευε και τη μεγάλη κι απόγινε. Τι κι αν προσπαθούσε η Μαριγούλα να τη φέρει σε ισορροπία, πότε με τον καλό λόγο, πότε με τη λογική, πότε με τη φοβέρα. Τίποτε αυτή. Έπαιρνε κάπως τα γράμματα και μπήκε σε μια σχολή για νοσοκόμα. Το δικάμαρο σπιτάκι στα Κιούρκα δεν τη χωρούσε. Πήρε το δρόμο της. Τον πρώτο καιρό ερχόταν πού και πού για χαρτζιλίκι ώσπου έπιασε δουλειά σε μια κλινική κι έριξε μαύρη πέτρα.
Άντρα δεν σταύρωσε. Κάποια στιγμή, στα τριάντα… φεύγα, τύλιξε ένα σαρανταπεντάρη θυρωρό στην κλινική που δούλευε. Μια φορά τους τον έφερε να τον γνωρίσουν. Ανθρωπάκι, μαύρη ζωή περνούσε κοντά της. Του έκανε το βίο αβίωτο. Παιδιά δεν κάνανε. Αμ ο Θεός ξέρει σε ποιους δεν δίνει παιδιά!
Έρεψε η Μαριγούλα. Αλλιώς τα είχαν σχεδιάσει. Θα μοιράζανε το οικόπεδο, θα χτίζανε δυο κάμαρες στην αυλή για τη μικρή, το παλιό θα το δίνανε στη μεγάλη και οι δύο τους θα νοικιάζανε ένα καμαράκι στη διπλανή γειτονιά. Αλλά αυτές, μαύρη πέτρα. Απόμειναν μόνοι. Το διαμάντι του, ο άσσος σπαθί του μαράζωσε. Ούτε τα αστεία που σκαρφιζόταν πιάνανε ούτε οι γκριμάτσες που της έκανε παλιά. «Γουρουνοφατσούλα μου», του φώναζε και έσκαγαν οι δυο τους στα γέλια. Η ζωή τους έγινε άχαρη ρουτίνα. Η μπόχα και η βρώμα των γουρουνιών εκτός από το πετσί του πότισε και την ψυχή του.
«Τι έκανα λάθος Νικόλα;», μόνιμο παράπονο στα χείλια της και το δάκρυ κορόμηλο. Με αυτό το παράπονο πήγε. Ένα σούρουπο, που γύρισε από τη δουλειά, την βρήκε κοκαλιασμένη στην κουζίνα, δίπλα στο μπρίκι με τον καφέ. Μόνο αυτός την έκλαψε. Οι δυο ντάμες, σαραντάρες πια, ήρθαν στο σπίτι για τελευταία φορά. Μια καλή κουβέντα δεν είπαν. Λες κι έφταιγε αυτός.
Η ντάμα κούπα, με ξεπλυμένο μάτι και χρυσαφί μαλλί, με ένα φτηνιάρικο άρωμα, ξεπεσμένη αρτίστα. Με το ίδιο ύφος της περιφρόνησης. Ούτε τον ρώτησε αν χρειαζόταν κάτι. Μόνο ένα «πατέρα ίδιος είσαι, δεν γέρασες καθόλου» του είπε τον καλό λόγο –τη γαλιφιά δεν την είχε ξεχάσει- για τα μάτια του κόσμου, τα μάτια των γειτόνων που ξελιγωμένα έψαχναν να διακρίνουν κάτω από τη στενή φούστα της τον πισινό της που τον μόστραρε συχνά-πυκνά στα διάφορα περιοδικά. Έφυγε με ένα ταξί που την περίμενε, μόλις τελείωσε η κηδεία.
Η ντάμα μπαστούνι, ξινή είχε φύγει, ξινή γύρισε. «Καλά δεν είχες καταλάβει τίποτε; Τόσους γιατρούς ξέρω» ήταν η πρώτη κουβέντα της, πριν καν ρωτήσει πώς έφυγε η μάνα της. Κι ύστερα έκανε σωστή επιθεώρηση, πάρε εκείνο, λείπει το άλλο, οι κουρτίνες θέλουν πέταμα, τα παλιοέπιπλα θέλουν άλλαγμα. Τρία τέταρτα έμεινε στο σπίτι, μια καλή κουβέντα δεν είπε. Τον αποτέλειωσε.
Από τότε δεν είχαν ξαναπατήσει στο σπίτι. Έξι χρόνια, επτά, ούτε που θυμόταν.
Τον πήραν τα ζουμιά. Θυμήθηκε τη Μαριγούλα που τις χτένιζε και στόλιζε τα μαλλιά τους με πολύχρωμα κοκαλάκια. Θυμήθηκε που τις έντυνε νεράιδες τις απόκριες, μια γαλάζια και μια ροδοκόκκινη, με στολές που τους είχε ράψει μόνη της με τις οικονομίες που είχε κάνει, κόβοντας ποιος ξέρει από τι. Θυμήθηκε που μάθαινε μαζί τους τα ποιήματά τους στις σχολικές γιορτές ώσπου να τα μάθουν απέξω, να μη ρεζιλευτούν. Θυμήθηκε που τις πήγαιναν για παγωτό χωνάκι κάθε Κυριακή στην πλατεία. Θυμήθηκε…
«Τι έκανα λάθος Νικόλα;». Τον πήραν ξανά τα ζουμιά.

--ο--ο--ο--

Είχε ξεχάσει το φως της σκάλας αναμμένο. Το άφησε να καίει. Ήταν η μόνη συντροφιά του. Καθώς περνούσε κάτω από τη χαραμάδα της πόρτας, έφτιαχνε ένα τριγωνικό σχήμα, σα δέντρο ένα πράγμα, χριστουγεννιάτικο, στολισμένο με χρωματιστές γραμμούλες από τις ανταύγειες που άφηνε το χαλάκι της πόρτας. Ένα ψεύτικο χριστουγεννιάτικο δέντρο στο πάτωμα. Θυμήθηκε τα χρωματιστά κοκαλάκια στο μαύρο μαλλί της Μαριγούλας. Το γέλιο της ήρθε πάλι στ’ αυτιά του.
Χτύπησε η καμπάνα. Ξημέρωναν Χριστούγεννα. Το χριστουγεννιάτικο δεντράκι από το ξεχασμένο φως της σκάλας ήταν το μοναδικό στολίδι στο σπίτι του. Το μεσημέρι θα πήγαινε στου Σταμάτη. Τον καλούσαν κάθε χρόνο για την ζεστή κοτόσουπα. Κι αυτός τους πήγαινε ένα κουτάκι κουραμπιέδες Λαμίας. Κάθε χρόνο γινόταν αυτό από τότε που έχασε τη Μαριγούλα. 
Ξανακοίταξε το χριστουγεννιάτικο δεντράκι. Θυμήθηκε το κλαρί που στόλιζε η Μαριγούλα κάθε Χριστούγεννα με καρύδια και κυπαρισσόμηλα τυλιγμένα σε χρυσόχαρτα.
Μια γάτα στρίγγλισε στην αυλή. Ίδια η ντάμα μπαστούνι. Το δεντράκι του φάνηκε σα να σκοτείνιασε. Δυο νύχια καρφώθηκαν στην πλάτη του. Ούρλιαξε από τον πόνο. Το δεντράκι σκοτείνιασε κι άλλο. Η γάτα ήταν έξω από την πόρτα. Τα νύχια χώθηκαν πιο βαθειά. Πονούσε φρικτά. Σηκώθηκε να πιει νερό. Στα σκοτεινά. Δεν άναψε το φως, δεν ήθελε να χαθεί το δεντράκι. Από τότε που έφυγε η Μαριγούλα, δεν είχε στολίσει χριστουγεννιάτικο δέντρο. Μα εκείνο σκοτείνιασε κι άλλο. Η γάτα δεν έλεγε να φύγει. Άρχισε να σκαλίζει την πόρτα και να γκρινιάζει. Στριγκιά φωνή. Ίδια η ντάμα μπαστούνι. Τα νύχια χώνονταν όλο και βαθύτερα στην πλάτη του. Πονούσε φρικτά. Δεν μπορούσε να πάρει ανάσα.
Παραπάτησε. Πιάστηκε από μια καρέκλα για να μην πέσει. Κάθισε κι ακούμπησε το κεφάλι του στο τραπέζι. Για λίγο ξέχασε τον πόνο. Μια μυρωδιά πλημύρισε τα ρουθούνια του. Οι ξύλινες τάβλες του τραπεζιού μύριζαν μέλι και κανέλα. Θυμήθηκε τα φοινίκια που έφτιαχνε η Μαριγούλα. Η μυρωδιά τους υπήρχε ακόμα. Είχε ποτίσει τις τάβλες του κουζινοτράπεζου. Αχνογέλασε. Θυμήθηκε τις κόρες τους που έπλαθαν κουκλάκια με τη ζύμη για τα φοινίκια και τσακώνονταν ποια είχε φτιάξει το πιο όμορφο.
Κοίταξε προς την πόρτα. Από εδώ το δεντράκι φαινόταν καλύτερα. Πιο φωτεινό και πιο χρωματιστό. Είδε τη ντάμα κούπα του στολισμένη, καλοντυμένη, με ένα αστραφτερό φόρεμα. Χαμογελούσε, όπως όταν ήταν μικρούλα. Απόμεινε να την κοιτάζει. Ένα χριστουγεννιάτικο δεντράκι στην πόρτα του. Η μυρωδιά από τα φοινίκια στο τραπέζι της κουζίνας. Η Μαριγούλα στόλιζε με κυπαρισσόμηλα ένα κλαρί. Η ντάμα κούπα και η ντάμα μπαστούνι έπλαθαν κουκλάκια με τη ζύμη. Κι εκείνος καμάρωνε χαρούμενος στο δικάμαρο σπιτικό του.
Οι νυχιές στην πλάτη ήρθαν ξανά αλλά δεν ήθελε να ανασηκωθεί. Από εδώ το δεντράκι φαινόταν καλύτερα και το τραπέζι είχε τη μυρωδιά της Μαριγούλας. Ξανακοίταξε την ντάμα κούπα που του χαμογελούσε στη χαραμάδα της πόρτας. Ήταν παιδάκι. Χόρευε πάνω στο κρεβάτι τυλιγμένη με ένα σεντόνι. Μετά άρχισε να μεγαλώνει, έγινε κορίτσι, έγινε γυναίκα, με ένα αραχνοΰφαντο σάλι χόρευε μισόγυμνη πάνω σε ένα κρεβάτι και γύρω της χειροκροτούσαν οι «καλές» γειτόνισσες. Η Μαριγούλα έκλαιγε:
«Τι έκανα λάθος Νικόλα;».
Έκλεισε τα μάτια, δεν ήθελε να βλέπει άλλο. Η γάτα ούρλιαξε ξανά. Ήρθε κι η ντάμα μπαστούνι.
«Φύγε!», φώναξε. Μετάνιωσε. «Όχι μη φεύγεις», ψιθύρισε. Την είδε να τρέχει να του φέρει τις παντόφλες του. Πάντα πλενόταν στην αυλή, να φύγει η γουρουνίλα από το σώμα του. Άλλαζε στο αποθηκάκι κι έμπαινε στο σπίτι ξυπόλητος. Κι η ντάμα κούπα έτρεχε να του φέρει τις παντόφλες του. Κι εκείνος της έδινε μια καραμέλα. Έβαλε το χέρι στην τσέπη. Δεν είχε καραμέλα. Εκείνη άρχισε να τσιρίζει. Μονομιάς από κοριτσάκι έγινε θεόρατη γυναίκα, κακομούτσουνη κι αναμαλλιάρα. Τρόμαξε.
Η γάτα ούρλιαξε πιο δυνατά. Μια δυνατή νυχιά στην πλάτη του έκοψε την ανάσα. Κι άλλη πιο δυνατή. Η γάτα συνέχισε να στριγγλίζει. Σουβλιές απανωτές του κάρφωναν την πλάτη και το στήθος. Ανασήκωσε με κόπο το κεφάλι. Το χρωματιστό δεντράκι στη χαραμάδα της πόρτας δεν υπήρχε πια. Είχε χαθεί από το φως της αυγής. Ένα φωτεινό πρόσωπο φάνηκε, ένα κελαρυστό γέλιο ακούστηκε. «Μαριγούλα μου», ψιθύρισε.
Ξημέρωναν Χριστούγεννα!

Θοδωρής Μπελίτσος, 24-27 Δεκεμβρίου 2015


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ http://belitsosquarks.blogspot.gr/