Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

ΑΡΣΙΝΟΗ ΒΗΤΑ ΄Έρωτας νυν και αεί...''

pablo picasso rose period painting
Στον αργόσυρτο χορό των εποχών οι λυγερόκορμες αισθήσεις ακολουθούν τη μακρινή την κοντινή μελωδία του έρωτα. Πότε σαν άγουρο παλληκαράκι, πότε σαν ώριμος άντρας πίσω από τα φυλλώματα της μνήμης απλώνει το χέρι και συγκατανεύοντας προσεγγίζει με χαμόγελο τη ζωή.Όμορφος σαν αυγή, ολοφώτιστος σαν ήλιος και κάποτε σκοτεινός σαν χειμωνιάτικος ουρανός.Φωνάζει για μένα για σένα ικετεύει να μην πιούμε το νερό της λησμονιάς.Να ξυπνάμε ,να κοιμόμαστε με την ονειρεμένη μορφή του στα μάτια, με το γέλιο στο στόμα το ακριβό,καρδιάς φτερούγισμα, τρυφερή φωλιά του σπουργιτιού στο στήθος.Τόσο εύθραστος σαν κλαράκι λυγαριάς ,τόσο σκληρός σαν το διαμάντι που δεν κόβεται. Προσκαλεί κι επιμένει να γεμίσει τις σελίδες της ζωής μας με ένα νόημα ακέραιο ,υπερβατικό.Στον αργόσυρτο χορό των εποχών ο έρωτας...η θάλασσα , ο αέρας κι ο ουρανός μας ...νυν και αεί.







ΓΚΟΥΜΑ ΜΑΡΙΑ " Στάχτες "


Φωτογραφία - Γιάννης Μαχαίρας  ( Κύθνος )

Έβαψα τις πόρτες
μα ήρθε ο χρόνος και τις ρήμαξε
Ρυτίδες γέμισαν,σκασίματα
Έσβησε το χρώμα,θόλωσε
Η νιότη κρύφτηκε
Σπαδμένο τζάμι
Φύγαν τα όνειρα
Ράγισαν τα χαμόγελα
Σκούρυναν οι θάλασσες
Χαμήλωσε ο ουρανός
Ο άνεμος
Σώριασε τα όρθια
Φύλλα κίτρινα παντού
Φθινόπωρο γέννησε
Στάλαξε δάκρυα
Η φωτιά
Λεηλάτησε τα ξύλα
Ρούφηξε τα χάρτινα
Μουντζούρωσε τα χρώματα
Στάχτες στον αυλόγυρο
.....................................
Βάφτηκα "σταχτοπούτα"...
Στο παραμύθι θα με βρείτε...






ΓΑΒΡΙΛΗΣ ΙΣΤΙΚΟΠΟΥΛΟΣ " Αναδύομαι άνθρωπος."

 Photography -  MARK ASHKENAZI



''... Να μπορείς, απάνω απ΄την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν΄ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που
τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.'' (Τάσος Λειβαδίτης)

Αναδύομαι άνθρωπος.
Μοσχομύρισε πάλι τ' όνειρο..
Με τι αγγίζεις τις χορδές του
και οι μελωδίες του
μεθούν την Πλάση μου;
Με τι χρωματίζεις
τις Ανατολές του
και οι στιγμές μου
αναβλύζουν έρωτα;
Πως να σ' αγαπήσω
πιο πολύ ζωή μου;
Με τόση βροχή στο μέτωπο,
με τέτοιους ανέμους στα φιλιά σου,
μ΄αρέσει, που έτσι σ' αγαπάω.
Μου φτάνει
που κάθε μέρα η καλημέρα σου
ανασταίνει τις προσδοκίες μου.
Μου φτάνει,
που απ' τα βάθη σου
αναδύομαι άνθρωπος.
Γαβρίλης Ιστικόπουλος / Από τη συλλογή ''Εσύ του Έρωτα''.




ΗΛΙΑΣ ΜΑΡΚΟΣ - 4 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ



Όπλισε η νύχτα
πηχτό σκοτάδι
μας σημαδεύει
μάτια κομμάτια
δυο χρυσαλλίδες
που ξεθωριάζουν 
αγκαλιασμένες στο φως.

Ηλίας Μάρκος 
Φωτογραφία: Η.Μ.








 Βροντερό δείλιστην άκρη των ματιών
στριφογυρίζεις τη δίψα μου
ρέμα θολό απρόσμενο
ξαναβαφτίζεις την άγρια νύχτα
στη κολυμπήθρα της θάλασσας.

Ηλίας Μάρκος
Φωτο: Η.Μ.




 Ανθισμένοι κρίταμοι
Οι ματιές μας όταν διασταυρώνονται
έχουν την μοναξιά των βράχων
που ταξιδεύουν στο πολύπαθο πέλαγος
μια αγκαλιά κρίταμοι που ανθίζουν ξεχασμένοι
στην αλμύρα του καιρού
να στραφταλίζουν στων οριζόντων τη γύμνια
ντροπαλά δάκρυα

Ηλίας Μάρκος
Φωτο: (Ψαροπούλι) Η.Μ..




 Τόση νοσταλγία των ματιών τα φθινοπωρινά δειλινά
λες και ορίζουν έτσι την ερημιά του ορίζοντα

χρώματα και σινιάλα
ένα ταξίδι μπροστά
το πάθος των ματιών.

Ηλίας Μάρκος 
Φωτογραφία: Η.Μ.







Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

Περί Παιδείας των Θρησκευμάτων...



Στη βασική διδασκαλία της ελληνικής παιδείας, που ξεκινά από το Δημοτικό και ολοκληρώνεται στο λύκειο, περιλαμβάνονται όλες οι βασικές γνώσεις που θα πρέπει να έχει ο μαθητής που μετ' έπειτα θα εισαχθεί σε ένα τριτοβάθμιο ίδρυμα να συνεχίσει και να εξειδικευτεί λαμβάνοντας επιστημονικές γνώσεις που θα τον ωθήσουν σε μια εργασία. 

Ας μεταφερθούμε στη μαθητική μας περίοδο να αποδομήσουμε τα μαθήματα και τις γνώσεις που λάβαμε: τα απολύτως απαραίτητα Μαθηματικά, η εξάσκηση του γραπτού λόγου και της Ελληνικής Γλώσσας, η κατανόηση των Φυσικών νόμων που στηρίζεται το σύμπαν και σε μεταγενέστερο στάδιο της Χημείας μαθαίνοντας την ύλη και από τι αποτελείται, η κατανόηση της Βιολογίας και φυσιολογίας του κόσμου μας αναγνωρίζοντας τα είδη και τα "ιδιαίτερα" της Φύσης, Γεωγραφία και μελέτη του περιβάλλοντος γνωρίζοντας καλύτερα τον κόσμο μας, μια πρώτη ξένη γλώσσα τα Αγγλικά και μεταγενέστερα ή Γαλλικά ή Γερμανικά και η Γυμναστική του σώματος που συμπληρώνει το υγιές πνεύμα. Παρατηρώντας τη βασική γνώση όπως από τους εγκύκλιους της Παιδείας του ελληνικού κράτους έχει  θεσπιστεί, παρατηρούμε ότι είναι υπερπλήρης και επαρκής, συζητώντας πάντα σε ένα ουτοπικό πλαίσιο έχοντας σίγουρη την σωστή παράδοση του μαθήματος, τα κατάλληλα βιβλία και το δομημένο σύστημα παιδείας.  Η βασική γνώση που λαμβάνουμε σε αυτά τα 12 πρώτα χρόνια παιδείας, συμπληρώνεται από ένα λιγότερο δημοφιλές μάθημα τα Θρησκευτικά. Το συγκεκριμένο μάθημα ξεκινά αν δεν απατώμαι από τις πρώτες κιόλας τάξεις δημοτικού όπου γνωρίζουμε πιο εντατικά τη Χριστιανική Θρησκεία και κάποια στιγμή στο μακρύ μέλλον της Β' Λυκείου μαθαίνουμε κάποιες άλλες εξίσου μεγάλες θρησκείες όπως ο Ισλαμισμός, ο Ιουδαϊσμός ή ο Βουδισμός. 

Ειδικά τα τελευταία χρόνια (και μου κάνει τεράστια εντύπωση που τόσα χρόνια δεν είχε ειπωθεί κάτι) έχει αμφισβητηθεί έντονα από πολλούς η διδασκαλία των Θρησκευτικών. Ακόμη, αυτές τις μέρες έγινε ένα πανελλαδικό ζήτημα, καθώς η αναπληρώτρια Υπ. Παιδείας Σία Αναγνωστοπούλου εκ νέου αναφέρθηκε στο λεπτό αυτό θέμα. Πράγμα το οποίο προκάλεσε αντιδράσεις στην ακόμη "σιδηροδέσμια" από το "εθνικό της θρήσκευμα", Ελλάδα. 

Να μια εμπειρία μαθητή που βρισκόταν στα σχολεία τη προηγούμενη δεκαετία: Το μάθημα των θρησκευτικών στο Δημοτικό από το 1/3 των μαθητών αντιμετωπιζόταν ως "ώρα του παιδιού" ή με αδιαφορία. Έμαθα καλά τις προσευχές και άκουσα την ήδη χιλιοειπωμένη και γνωστή από το σπίτι μου ή τα μέσα και τα βιβλία ιστορία της χριστιανικής πίστης. Το ποσοστό της αδιαφορίας μεγάλωνε όλο και περισσότερο φτάνοντας ως τα μέσα γυμνασίου που μάθαμε το "Πιστεύω" με το ζόρι καθώς τα θρησκευτικά είχαν μόνο αυτό να δείξουν ως "Ύλη Εξετάσεων" και να θυμίσω ότι ακόμη όλα τα μαθήματα μετρούσαν στο μέσο όρο. Στο Λύκειο πια, ήταν το μάθημα που θα κάτσεις κάτω( κοπάνα ).

Διερωτώμαι, όπως πολλοί, τη χρησιμότητα του συγκεκριμένου μαθήματος στην εκπαιδευτική διαδικασία, τουλάχιστον ως έχει. Κανείς μαθητής δε του δίνει σημασία, ή τουλάχιστον όσο πιο πολύ προχωρά τη μαθητική του ζωή, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από αυτό. Ευθύνη δεν έχει ούτε ο μαθητής ούτε ο καθηγητής αλλά το ίδιο το μάθημα. Η άποψη που επικρατεί: Σε μια κοινωνία που όλο εξελίσσεται και εκσυγχρονίζεται φαίνεται ανούσιο το μέλος της να μελετά μυθολογία. Δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη. Καταρχάς η κοινωνία εξελίσσεται όμως δε μπορούμε να διαγράφουμε έτσι απλά τα παρελθόντα ως ιστορικά γεγονότα ή ακόμη και παραδόσεις. Η μελέτη των παλαιών είναι αντιθέτως μάθημα ζωής για τους νέους, τους καθιστά πιο έμπειρους και πιο "διαβασμένους" στη διαχείριση της ζωής τους, αποφεύγοντας τα λάθη παλαιότερων εποχών. Επίσης, ο εκσυγχρονισμός και η εξέλιξη, να είμαστε σίγουροι γι αυτό, δεν υπάρχει περίπτωση να καθυστερήσει με αυτό τον τρόπο, γιατί τρέχει με τρομερές ταχύτητες στη βιομηχανική περίοδο που ζούμε. Ακόμη, δε θα σταματήσω να πιστεύω ότι οποιαδήποτε διάλεξη ή παράδοση μαθήματος δεν είναι άχρηστη, αρκεί να γίνει μεθοδικά και με συγκεκριμένο σκοπό. 

Θα μπορούσε λοιπόν να εξελιχθεί σε γνωριμία και μελέτη της κουλτούρας, του πολιτισμού και της παράδοσης κοινωνιών από όλο τον κόσμο, καθώς και να υπάρξει ομαλή συσχέτιση (και όχι σύγκριση) διαφορετικών συνηθειών ζωής, κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στις θρησκευτικές τελετές και συνευρέσεις που καταλάμβαναν σημαντική θέση στη ζωή των ανθρώπων, κυρίως σε άλλες εποχές. Φυσικά το μάθημα να ξεκινά από τις ιστορίες και αλληγορίες σε μικρές ηλικίες και στο λύκειο να εξελίσσεται σε ένα μάθημα πολιτισμικής αναζήτησης των κοινωνιών ανάλογα με τα κοινωνικοπολιτικά τους ενδιαφέροντα.

Τίποτα δε θα πρέπει να επιβάλλεται στη Παιδεία. Είτε αυτό είναι απολύτως χρήσιμο είτε αδιάφορο. Δεν υπάρχει όμως γνώση ή πληροφορία που να είναι άχρηστη. Ο νους ενός παιδιού απορροφά τις γνώσεις σαν σφουγγάρι, όμως έχει τη δυνατότητα να φιλτράρει τη πληροφορία, πόσο μάλλον στο σήμερα όπου τα παιδιά έχουν το εργαλείο του ίντερνετ. Θα πρέπει να ενθερμαίνουμε το ενδιαφέρον του μαθητή και όχι να του επιβάλλουμε ό,τι πιστεύουμε ότι είναι χρήσιμο για μας. Το μάθημα των Θρησκευτικών  ως έχει, μόνο με επιβολή μπορεί  να διδαχτεί  στους μαθητές.

ΚΟΝΤΙΤΣΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ - Φοιτητής 








Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

ΕΝΑΡΞΗ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΓΡΑΦΗΣ ΜΕ ΤΟ ΔΗΜΗΤΡΗ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟ




Πρόσκληση 

Σε ένα κλίμα φιλικό, χαρούμενο και συντροφικό, ξεκινάμε στις 10 Οκτώβρη ημέρα Σάββατο και ώρα 12:00-14:00 τις συναντήσεις Δημιουργικής Γραφής. σε έναν όμορφο και ρομαντικό χώρο: Αθηναίων Πολιτεία, Ακάμαντος 1 & Αποστόλου Παύλου 33 Θησείο. Διάρκεια 10 δίωρες συνεδρίες με ανοιχτή την επιπλέον διάρκεια, ανάλογα με τη δυναμική της ομάδας. Με τη διαδραστική γραφή ως επίτευξη ενός δημιουργικού στόχου να επιδρά ως ψυχοτρόπος στις πνευματικές λειτουργίες και την ψυχική διάθεση του δημιουργού, καταφέρνει να βγάζει στο φως μέσω των ηρώων μιας ιστορίας τον ψυχικό φόρτο και τη δημιουργική δυναμική του συγγραφέα. Στο τέλος του κύκλου των μαθημάτων, θα γίνει παρουσίαση των έργων των συμμετεχόντων σε εκδήλωση. Θα δοθούν διπλώματα συμμετοχής, με την Αιγίδα του ομίλου για την Ουνέσκο τεχνών λόγου και επιστημών Συλλογική έκδοση με τα έργα των συμμετεχόντων στην ομάδα. Στοιχεία επικοινωνίας: 6973412713 e-mail: morfi@asda.gr


Διαδραστική δραματοποίηση μέσω της Δημιουργικής Γραφής

Συνεχίζουμε κι εφέτος τις συναντήσεις δημιουργικής γραφής με τη χρήση ενός Διαδραστικού λογοτεχνικού λόγου. Οι συμμετέχοντες σε ένα κλίμα φιλικό και συντροφικό, θα εκφράζουν μέσα από ασκήσεις τις απόψεις, ιδέες, γνώσεις, εμπειρίες τους και θα αφηγούνται γεγονότα και ιστορίες, όπου ο λόγος τους θα αξιοποιείται με δραματική δυναμική του πεζού του τηλεοπτικού, του θεατρικού λόγου.
Βασικοί κανόνες και κατευθυντήριες γραμμές μέσα από ασκήσεις και όχι μόνο θεωρεία θα επιτρέπουν μια αποτελεσματική λογοτεχνική διάρθρωση στα γραπτά.
Η συγγραφή εκτός από ταλέντο είναι τέχνη που προϋποθέτει τους δικούς της κανόνες που αναδεικνύουν την ορθή εκμετάλλευση του Ταλέντου, την απελευθέρωση της Φαντασίας, βελτιώνοντας τις ικανότητες ύφους, έκφρασης, απόδοσης στη βασική δομή ενός κειμένου
Μέσα από τις ασκήσεις που θα δίνονται ταυτόχρονα με τις θεωρητικές επεξηγήσεις κάθε συνεδρίας, θα δημιουργηθεί η πρώτη ύλη για τη συγγραφή ενός λογοτεχνικού έργου: Πρόζα, θεατρικό, σενάριο. 
Με τις ασκήσεις δημιουργικής δράσης και αυτοσχεδιασμού, θα αξιοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό η συναισθηματική ανάπτυξη των χαρακτήρων των κειμένων.

Οι συμμετέχοντες θα διαπιστώσουν πως με τη συγκεκριμένη μέθοδο θα αποκτήσουν την ικανότητα: 
α) να βρίσκουν θέματα με ενδιαφέρον, 
β) να οργανώνουν την αρχική έμπνευση σε έναν σκελετό με τους τρεις βασικούς κανόνες: 
· Το θέμα, 
· η έκβαση, 
· η κάθαρση… 
και να στήνουν τις δικές τους λογοτεχνικές ιστορίες μέσα από μια διεργασία δραματοποίησης των όσων εκφράζουν.
Η μέθοδος που ακολουθείται δεν έχει να κάνει με τον καθ’ αυτό ρόλο της δραματοθεραπείας ως ψυχολογικό θεραπευτικό μέσον. 
Στις συναντήσεις μας μπορούν να συμμετάσχουν όλοι όσοι αγαπούν τη λογοτεχνία το διάβασμα κι έχουν όρεξη να δημιουργήσουν και οι ίδιοι τις σκέψεις και τις εμπειρίες τους. Κατά τη διάρκεια των συναντήσεων θα παρακολουθήσουμε θεατρικές παραστάσεις και θα λάβουμε συμμετοχή σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις με αναγνώσεις των κείμενων σας.. 
Ανάλογα με τη δυναμική της ομάδας στο τέλος της περιόδου, θα εκδοθεί συλλογικό βιβλίο με τα κείμενα των συμμετεχόντων και σε εκδήλωση που θα οριστεί, θα παρουσιαστούν τα έργα των δημιουργών και θα τους δοθεί δίπλωμα συμμετοχής παρακολούθησης του σεμιναρίου, όπου θα τελεί υπό την αιγίδα για την Ουνέσκο Τεχνών Λόγου & Επιστημών.
Δημήτρης Βαρβαρήγος 






Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ ( 22 Μαΐου 1894 - 28 Σεπτεμβρίου 1988)


Η Έλλη Αλεξίου γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης, κόρη του εκδότη Στυλιανού Αλεξίου και της Ειρήνης Ζαχαριάδη. Είχε τρία μεγαλύτερα αδέρφια, τη Γαλάτεια, το Ραδάμανθυ και το Λευτέρη. Φοίτησε στο Σχολαρχείο του Ηρακλείου. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του Θέρισσου ο πατέρας της συνελήφθη και φυλακίστηκε για συνεργασία με τους επαναστάτες. Δυο χρόνια αργότερα πέθανε η μητέρα της από αποπληξία. Το 1910 αποφοίτησε από το Ανώτερο Παρθεναγωγείο του Ηρακλείου και ένα χρόνο αργότερα επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Αθήνα, όπου μπήκε στο λογοτεχνικό κύκλο της Δεξαμενής και γνωρίστηκε με λογοτέχνες όπως οι Καρκαβίτσας, Βλαχογιάννης, Θεοτόκης, Τραυλαντώνης, Κονδυλάκης, Αυγέρης, Βάρναλης. Ο τελευταίος τη ζήτησε σε γάμο και ο πατέρας της δέχτηκε με αναβολή τεσσάρων χρόνων. Το 1913 μετά από απόφαση της κρητικής Πολιτείας εξετάστηκε από την Αρσάκειο Παιδαγωγική Ακαδημία και αναγνωρίστηκε ως Διπλωματούχος. 
Το 1914 διορίστηκε στο Γ΄ Χριστιανικό Γυμνάσιο της Αγίας Παρασκευής στο Ηράκλειο και τον επόμενο χρόνο διορίστηκε στο Πρότυπο Διδασκαλείο της πόλης. Το 1919 έγινε διπλωματούχος του Institut Superieur d’ Etudes Francaises και διορίστηκε στο Ανώτερο Παρθεναγωγείο Ηρακλείου. Την ίδια χρονιά γνωρίστηκε στη Δεξαμενή με το Βάσο Δασκαλάκη, με τον οποίο παντρεύτηκε το 1920 στο Παρίσι. Τον επόμενο χρόνο πέθανε ο πατέρας της από καρκίνο. Το 1925 αποφοίτησε από τη Γερμανική Σχολή Αθηνών. Το 1928 γράφτηκε στο Κ.Κ.Ε. και το 1934 πήρε μέρος στην ίδρυση της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Δυο χρόνια αργότερα συνελήφθη από την Ειδική Ασφάλεια της δικτατορίας της τετάρτης Αυγούστου και ανακρίθηκε. Το 1938 χώρισε με τον Δασκαλάκη. 
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής έζησε μόνη στην Καλλιθέα και έδρασε στα πλαίσια του Ε.Α.Μ. Το 1945 ταξίδεψε στο Παρίσι με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης, παρακολούθησε μαθήματα στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και γνωρίστηκε με γάλλους λογοτέχνες όπως οι Λουί Αραγκόν και Πωλ Ελυάρ. Το 1948 πήρε μέρος στο πρώτο συνέδριο διανουουμένων του Βρότσλαβ και διορίστηκε εκπαιδευτική σύμβουλος από την Επιτροπή Βοηθείας Παιδιού και ένα χρόνο αργότερα στο πρώτο συνέδριο ειρήνης στο Παρίσι. Το 1949 αυτοεξορίστηκε στη Ρουμανία και πήρε μέρος στο δεύτερο συνέδριο ειρήνης. Συμμετείχε επίσης στη Συνδιάσκεψη για την Εκπαίδευση στη Βιέννη (1952), στο πρώτο παγκόσμιο συνέδριο δημοκρατικών γυναικών στην Κοπεγχάγη (1953), στη Λογοτεχνική Συνδιάσκεψη του Βερολίνου (1957). Το 1952 επισκέφτηκε τη Σοβιετική Ένωση μετά από πρόσκληση της κυβερνήσεως και το 1961 πήρε μέρος στις γιορτές για τον ουκρανό ποιητή Ταράς Γ. Σεφτσένκο στην ίδια χώρα. Από το 1962 συγκατοίκησε με τον Μάρκο Αυγέρη στην Αθήνα. Το 1965 επανέκτησε την ελληνική ιθαγένεια και το 1966 συνελήφθη για παραπεμπτικό βούλευμα που είχε εκδοθεί εναντίον της το 1952. Αθωώθηκε πανηγυρικά. Συνέχισε την πολυποίκιλη λογοτεχνική, εκπαιδευτική και πολιτική της δράση κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Παπαδόπουλου και μετά τη μεταπολίτευση έδωσε πολλές διαλέξεις σε πολλές ελληνικές πόλεις. Πέθανε στην Αθήνα. Η Έλλη Αλεξίου πραγματοποίησε την πρώτη της εμφάνιση στο χώρο της λογοτεχνίας το 1923 με τη δημοσίευση του διηγήματος Φραντζέσκος στο περιοδικό Φιλική Εταιρεία. Κατά τη διάρκεια της ζωής της ασχολήθηκε με την πεζογραφία, το θέατρο, την επιστήμη της Παιδαγωγικής, τη λογοτεχνική μετάφραση, το παιδικό βιβλίο και άλλους τομείς του γραπτού λόγου, αφήνοντας μεγάλο σε έκταση έργο. Η πεζογραφία της αποτυπώνει έμμεσα τον προβληματισμό της για την κοινωνική δικαιοσύνη, όπως αυτός διαμορφώθηκε και μέσα από την πολιτική της ιδεολογία και κινείται στα πλαίσια της ρεαλιστικής γραφής, με έντονη ωστόσο την παρουσία του προσωπικής συναισθηματικής εμπλοκής και του ψυχογραφικού στοιχείου. 
Γαλάτεια Καζαντζάκη, Μάρκος Αυγέρης και Ελλη Αλεξίου, 1941

Εργογραφία

Ι.Πεζογραφία
• Σκληροί αγώνες για μια μικρή ζωή. Αθήνα, 1931.
• Γ’ Χριστιανικόν Παρθεναγωγείον. Αθήνα, 1934.
• Άνθρωποι. Αθήνα, 1938.
• Υπολείμματα επαγγέλματος. Αθήνα, 1938.
• Λούμπεν. Αθήνα, 1944.
• Παραπόταμοι. Βουκουρέστι, 1956.
• Με τη Λύρα. Βουκουρέστι, 1959.
• Αναχωρήσεις και μεταλλαγές. Βουκουρέστι, 1962.
• Μυστήρια. Βουκουρέστι, 1962.
• Προσοχή συνάνθρωποι. Βουκουρέστι, 1962.
• Σπονδή. Αθήνα, 1964.
• Και ούτω καθεξής. Βουκουρέστι, 1965.
• Δεσπόζουσα. Αθήνα, 1972.
• Και υπέρ των ζώντων. Αθήνα, 1972.
• Κατερειπωμένα αρχοντικά. Αθήνα, 1977.
ΙΙ.Παιδική λογοτεχνία
• Ο Χοντρούλης και η Πηδηχτή. Αθήνα, 1939.
• Ήθελε να τη λένε κυρία. Βουκουρέστι, 1956.
• Το πρώτο μου λεξικό. Αθήνα, 1964.
• Ρωτώ και μαθαίνω. Αθήνα, 1975.
• Τραγουδώ και χορεύω· Παιδικά ποιήματα και τραγούδια μελοποιημένα από τη Μαρίκα Βελ. Φρέρη· Εικονογράφηση Γεράσιμου Γρηγόρη. Αθήνα, Κέδρος, 1977.
ΙΙΙ.Θέατρο
• Μια μέρα στο Γυμνάσιο. Αθήνα, 1973.
• Έτσι κάηκε το δάσος· Μόνο από αγάπη. Αθήνα, Καστανιώτης, 1986.
ΙV. Βιογραφία
• Για να γίνει Μεγάλος (του Νίκου Καζαντζάκη). Αθήνα, 1966.
V. Εκπαιδευτικά βιβλία
• Βοηθός νηπιαγωγού. Βουκουρέστι, 1952.
VI. Ανθολογίες - Αφιερώματα
• Ανθολογία αντιστασιακής ποίησης. (σε συνεργασία με τη Φούλα Χατζηδάκη)
• Για τη χιλιάκριβη τη Λευτεριά . (σε συνεργασία με τον Τάκη Αδάμο)
• Αντιστασιακή Πεζογραφία. Βερολίνο, 1965.
• Ταράς Σεφτσένκο. Αθήνα, 1964.
• Υπό Εχεμύθειαν· Συλλογή ανεκδότων από τη ζωή λογοτεχνών, καλλιτεχνών και πολιτικών. Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1976.
VII. Μεταφράσεις
• Μαξίμ Γκόρκυ, Αναμνήσεις για τον Τολστόη, Αντρέεφ και Τσέχωφ. Αθήνα, Νεοελληνικά Γράμματα, 1937-1938.
• Μωρίς Τορέζ, Παιδί του λαού. Ντεζ, 1954.
• Γιώργη Αμάντο, Η ζωή του Κάρλο Πρέστες. Ντεζ, 1956.
• Μπίλλυ Λάτσις, Η θύελλα. Ρουμανία, 1954-1956.
• Νόσοφ, Βήτια Μαλέεφ. Ρουμανία, 1956.
• Αναμνήσεις για τον Λένιν. Βουκουρέστι, 1957.
• Ζαν Πωλ Σαρτρ, Αποστρατικοποίηση του εκπολιτισμού και Συζήτηση για την παιδική ηλικία του Ιβάν. Αθήνα, Καινούρια Εποχή, 1964.
• Για τον Μάο Τσε Τουνγκ. Αθήνα, 1964.
• Η Μαοϊκή σκέψη, όπλο ακατανίκητο. Αθήνα, 1972.
• Ο Τσε Γκουεβάρα και ο Μαρξισμός. Αθήνα, 1973.
VΙΙΙ. Μελέτες - Επιμέλεια εκδόσεων
• Ψυχολογία παιδός και Παιδαγωγική · εισαγωγή στην ιστορία της παιδαγωγικής. Αθήνα, 1969.
• Για τον Καζαντζάκη (σε συνεργασία με τον Εμμ. Στεφανάκη). Αθήνα, 1977. 1. Για αναλυτικότερα εργογραφικά στοιχεία της Έλλης Αλεξίου, βλ. Φωσκαρίνης Θ., « » (Έλλης Αλεξίου), Έλλη Αλεξίου · Μικρό αφιέρωμα, σ.294-296. Αθήνα, Καστανιώτης, 1979.

 Ομάδα λογοτεχνών του ΕΑΜ Γιάννης Χατζίνης, Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, Σωτήρης Σκίπης, Έλλη Αλεξίου, Γιώργος Βαλέτας (από αριστερά). Σεπτέμβριος 1941.Πηγή φωτογραφίας εδώ



ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ 


Η λεμονιά του Θεού - Από το βιβλίο «Λούμπεν»

«- Η μητέρα μου πάλι “λεγε αλλιώς. Οι ανθρώποι, λέει, μόλις γεννηθούνε άντρες και γυναίκες, ζούνε πάνω στη λεμονιά του Θεού. Γίνονται ανθοί της λεμονιάς. Μα άλλους ανθούς τους κρατάει η λεμονιά και τους δένει, κι άλλους τους πετάει… Η θειά Λένη αναστέναξε: – Γιατί τους ρίχνει τους μισούς; Γιατί δεν τους κρατάει όλους τους ανθούς της; Τη ρωτάμε΄απόκριση δε δίνει…Μόλις κρατηθεί ο ανθός, αρχίζει να δένει. Να φουσκώνει. Να μεγαλώνει…Μα δεν περνάει ποτές από του κηπουρού το μυαλό, που φύτεψε τη λεμονιά, πώς ένας άντρας μπορεί να ζήσει δίχως γυναίκα, η μια γυναίκα δίχως άντρα. Ευτύς από την αρχή ελογάριασε κι είπε, πως το κάθε λεμόνι κρύβει ένα ταιριαστό ζευγάρι. Ένα ευλογημένο αντρόγυνο. Να ζήσουνε μαζί – μαζί. Να σογεράσουνε. Να γεννοβολήσουνε. Να κάμουνε καινούργιες λεμονιές…Μα οι άνθρωποι δεν έχουνε νου. Μόλις καμωθεί το λεμόνι, παίρνουν το μαχαίρι και το κόβουν στα δυο! Χωρίζουν τα ταιριασμένα ζευγάρια! Γεμίζει χάμω η λεμονιά. Γεμίζει ο κόσμος όλος από μοιρασμένα λεμόνια, που ψάχνουνε μ’ορθάνοιχτα τα μάτια τους, που αγωνίζουνται μέσα στην ανακατωσούρα ν’ανακαλύψουνε τα ταιρια τους!…Δεν είναι εύκολο! Μα και δεν απελπίζουνται…Αυτό είναι το χειρότερο απ’όλα. Γιατί ξέρουνε στα σίγουρα, πως κει μέσα βρίσκεται το ταίρι τους. Καμία φορά, παραζαλισμένα από το ψάξιμο, ξεγελιούνται. Θαρρούνε πως το πέτυχαν! Βλέπουν πως το μπόι τους έρχεται ανάλογο΄πως το χρώμα δεν παραλλάσσει και βαριεστημένοι από την τόση κούραση, τ’αρπάζουν και το κάνουν ταίρι τους. Μα τι να κάμει το μπόι; Τι να σου κάμει το χρώμα; Αφού οι καρδιές δε μοιάζουν; Αφού τα σκελίδια δε συμφώνει ; Αφού οι ψυχές δεν συνταιριάζουν; Έπρεπε πρώτα να κοιτάξουν να δουν σοφυλλιάζουνται τα μέσα; Ύστερα να κοιτάξουν τα έξω. Μα είμαστε λιγόμυαλοι. Ξετάζουμε τις φιγούρες. Δυστυχισμένε άνθρωποι, με τις φλούδες θα φτιάξεις σπίτι; Με τις φλούδες θα περάσεις τη ζήση σου ή με την καρδιά;» 
Μάρκος Αυγέρης, Γαλάτεια Καζαντζάκη, Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, Έλλη Αλεξίου. 1927.Πηγή φωτογραφίας εδώ 


Η Βαγγελίτσα  - από το βιβλίο  Σκληροί αγώνες για μικρή ζωή.

Η Βαγγελίτσα, ένα ορφανό κοριτσάκι, δυσκίνητο, δειλό και περιορισμένων δυνατοτήτων, είναι παραμερισμένη από τους συμμαθητές της, που άλλοτε την κοροϊδεύουν και άλλοτε τη λυπούνται. Η μόνη που επιμένει να βλέπει τη Βαγγελίτσα ίδια με τα άλλα παιδιά είναι η δασκάλα της, που καταβάλλει συνεχώς προσπάθειες για τη βελτίωση της, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι ένα ενδιαφέρον τμήμα του διηγήματος «Η Βαγγελίτσα», από το βιβλίο της Έλλης Αλεξίου Σκληροί αγώνες για μικρή ζωή.
πρώτος περίπατος που γίνηκε ήτανε σε μιαν αμμουδερή ακρογιαλιά. Άμα φτιάξανε τα παιδιά φούρνους και ψωμιά στην άμμο, και παίξανε κυνηγητό με τα κύματα, καθίσανε αποσταμένα να φάνε. Μόνο η Βαγγελίτσα καθισμένη μακριά από τις άλλες, κατάντικρυ στον ήλιο, που βασίλευε και της χρύσιζε τα ολόξανθα μαλλιά (είχανε φουντώσει με τον αέρα και της σκέπαζαν το πρόσωπο), έτρωγε το ψωμί και τις σταφίδες που είχε χυμένες στην ποδιά της.

— Γιατί είσαι μόνη σου, Βαγγελίτσα, τη ρώτησε η δασκάλα της, και δεν πας με καμιά παρέα;

— Δε με θέλουνε, γιατί δεν ξέρω να παίζω και τους τα χαλνώ.

Αυτό το έλεγε φυσικά, δίχως παράπονο. Το 'ξερε κι εκείνη πως υστερούσε από τις άλλες και το 'χε πάρει απόφαση. Μόνο η δασκάλα δεν εννοούσε να το πάρει απόφαση και να πάψει να τη βασανίζει. Κι έπρεπε αλήθεια να την αφήσει τη Βαγγελίτσα πια ήσυχη, γιατί για το χατίρι της αδικούσε τ' άλλα παιδιά, τα πολλά, γι' αυτήν που ήτανε μια. Πόσες φορές δεν ξόδευε και τη μισή ώρα του μαθήματος για λόγου της!

— Βγάλε, Βαγγελίτσα, πάνω στο θρανίο σου τέσσερα φασόλια!

— Τέσσερα, απαντούσε η Βαγγελίτσα από μέσα της και δίχως να σηκώνει το κεφάλι.

— Πες το δυνατά! Φωναχτά!

Μα η Βαγγελίτσα ακούγοντας τη φωνή της δασκάλας τα 'χανε και ξεχνούσε τι την ρωτούσε.

— Τέσσερα, είπαμε. Μέτρα και βγάλε τα! Ένα, δύο...

Αρχινούσε κι έβγαζε, έβγαζε, ξεπερνώντας τα τέσσερα και μετρώντας μηχανικά.

— Μόνο τέσσερα! Πολλά έβγαλες. Άφησέ τα τώρα αυτά τα τέσσερα κατά μέρος και μέτρησε χώρια άλλα πέντε!

Η Βαγγελίτσα κοίταζε αφηρημένη.

— Όπως μέτρησες τα τέσσερα, τώρα να μετρήσεις πέντε και να τα βάλεις δίπλα στα τέσσερα.

Τα μετρούσε, πέντε σωστά.

— Πόσα ήταν τούτα που πρωτοβγάλαμε; Κι έδειχνε η δασκάλα τα τέσσερα.

Μιλιά.

— Δεν πειράζει. Ξαναμέτρησέ τα και πες μου! Πόσα είναι τούτα; Κι έδειχνε τα πέντε.

Η Βαγγελίτσα κοίταζε πάλι σα χαμένη.

Και δώσ' του η ιστορία αυτή να ξαναρχινά τρεις και τέσσερις φορές, να θυμώνουνε τα παιδιά, και το περισσότερο ο Πυθαγόρας, που συχνά δεν κρατιότανε ως το τέλος, μόνο σηκωνότανε ορθός και λάβαινε μέρος βοηθώντας τη δασκάλα στη διδασκαλία της:

— Μα, βρε Βαγγελίτσα, δεν ξέρεις αν είναι τα τέσσερα πιο πολλά από τα πέντε; Για να σου χαρίζανε καραμέλες; Τέσσερις θέλεις να σου χαρίσουνε ή πέντε;

* * *

Όπου μια μέρα τής γίνηκε της δασκάλας εξαιτίας της Βαγγελίτσας σωστή αποκάλυψη. Και να πώς: Η Βαγγελίτσα καθότανε σ' ένα μικρό, πάντα φρεσκοασπρισμένο σπιτάκι πιο πάνω από το δικό της, που της ήτανε πια οικείο*, γιατί το περνούσε τέσσερις φορές την ημέρα, βρέχει λιάζει*, να πηγαίνει και να γυρίζει από το σκολειό στο σπίτι της.

Είχε και μια αυλίτσα γεμάτη λουλούδια και εκεί αντίκριζε κάθε μέρα, συμπαθητικό, τυλιγμένο στο μαύρο τσεμπέρι*, το πρόσωπο της μητέρας της Βαγγελίτσας. Όπως ήτανε σκυμμένη στο ράψιμο της, με το ανδρικό σακάκι απλωμένο στην ποδιά —φραγκοράφτισσα* ήτανε— ταρασσότανε στο πέρασμα της δασκάλας και μόλις πρόφτανε να περιμαζέψει ψαλίδια και κουβαρίστρες, για να σηκωθεί και ορθή να απαντήσει στο χαιρετισμό της.

— Καλημέρα σου, κυρία δασκάλα! Αν πρόφτανε, έκοβε και κανένα κλαράκι βασιλικό ή βάρσαμο* και της το πρόσφερνε, για να τον έχει να τον μυρίζεται.

Την ημέρα λοιπόν εκείνη της αποκάλυψης δεν καθότανε κανείς στην αυλή. Μόνο ο γάτος κοιμότανε ξαπλωμένος στο κατώφλι. Από μέσα όμως από το σπίτι έβγαινε μια φωνή, ένα παιδιάτικο τραγούδι δυνατό και γεμάτο και τόσο γλυκό, που η δασκάλα ξαφνιάστηκε.

Θες να 'ναι η Βαγγελίτσα; Είπε και έσκυψε το κεφάλι της από την πόρτα να δει ποιος τραγουδεί. Και πραγματικά ήταν εκείνη. Καθισμένη σ' ένα σκαμνάκι στο κλειστό φύλλο της πόρτας τραγουδούσε η Βαγγελίτσα. Δεν μπορούσε η δασκάλα να πιστέψει ούτε τ' αυτιά της ούτε τα μάτια της. Αυτό το περίφημο τραγούδι έβγαινε από το λαρύγγι της Βαγγελίτσας! Και να μην το ξέρει τόσον καιρό! Μα μήπως άνοιγε και ποτέ το στόμα της; Για να πει ένα «ναι» έπρεπε όλη η τάξη να της δίνει κουράγιο.

Από κείνη τη μέρα πήρε η Βαγγελίτσα άλλη θέση ανάμεσα στα παιδιά. Δεν ήτανε πια το χειρότερο παιδί, που δεν έχει καμιά χάρη απάνω του. Από τώρα κι έπειτα ξεπερνούσε κι αυτή τις άλλες σε κάτι. Στο μάθημα της ωδικής προσκαλιότανε πάντα πρώτη να πει τη μουσική φράση που διδασκότανε, και γρήγορα επιβλήθηκε.

— Ποιος θα το τραγουδήσει αυτό πρώτος;

— Η Βαγγελίτσα! Φώναζαν όλα τα παιδιά μαζί.

Εκείνη σηκωνότανε. Στη φυσιογνωμία της χυνόταν ένα φως, άγνωστο ως τότε, και δυνατά, δίχως να διστάζει, άρχιζε και δεν ελάθευε ποτέ. Μα και τι τραγούδι ήταν εκείνο! Σου άγγιζε τα φύλλα της καρδιάς. Και τα παιδιά, που έχουν διαβολεμένο κριτήριο, φώναζαν μόλις τελείωνε:

— Να χαρείτε, κυρία, αφήσετέ την να το πει άλλη μια φορά!

 Γαλάτεια Καζαντζάκη, Έλλη Αλεξίου, Μάρκος Αυγέρης, Κώστας Βάρναλης, Νίκος Καζαντζάκης και Χαρίλαος Στεφανίδης στο Κράσι 5-8-1912. 


Ἕλλη Ἀλεξίου - Μιὰ μέρα θὰ γυρίσει

Ὁ συνάδελφός μου στὸ Γυμνάσιο περνάει τὴ θλίψη του κοντὰ στὰ ἀνελέητα παιδιά. Τὰ λένε λουλούδια. Γίνεται λόγος γιὰ τὴν ἄνθηση τῆς νεότητος. Ὅμως εἶναι μία ἄνθηση σκληρή, ποὺ τρέφεται μόνο μὲ τὸ γέλιο καὶ μὲ τὴ χαρά. Τὴ γεύεται ὅπου τὴ βρίσκει, τὴν τρυγᾶ ἀπ᾿ ὅπου νά ῾ναι καὶ μ᾿ ὅποιον τρόπο νά ῾ναι. Καταπιέζομε μεῖς οἱ καθηγητὲς τὴ χαρά τους. Πνίγομε τὸ γέλιο τους. Ἐνῶ αὐτὰ παλεύουν καὶ ἀντιμάχονται. Καὶ στὸ πάλεμα νικάει ὁ δυνατός. Στὸ Γυμνάσιό μας νικήθηκε αὐτὸς ὁ συνάδελφος ἀπὸ τὰ παιδιά. Ἄρχισε νὰ παίζει τὸ ρόλο τῆς «Ψυχαγωγίας». Ἔτσι λένε οἱ μαθηταὶ στὸ μάθημά του: «Τώρα ἔχομε ψυχαγωγία». Σ᾿ ὅλα τὰ Γυμνάσια τὸ ἴδιο γίνεται. Ἕνας ἀπ᾿ ὅλους βρίσκεται πάντα ποὺ «αἴρει τὰς ἁμαρτίας» τῶν ἄλλων. Εἴτε ἐπειδὴ εἶναι ἀλλήθωρος, εἴτε ἐπειδὴ εἶναι τσεβδός... Εἴτε ἐπειδὴ τὸν συνοδεύουν οἱ ἀναπηρίες τῶν γηρατειῶν. Εἴτε ἐπειδὴ δυστύχησε. Ἡ δυστυχία δὲν εἶναι φτιαγμένη γιὰ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δασκάλου. Τὸ λέει ὁ ἴδιος ὁ συνάδελφος:

«Ἀλλόκοτο εἶναι τὸ ἐπάγγελμά μας. Μοῦ κάνει κακὸ καὶ μόνο ν᾿ ἀνοίγω τὸ στόμα μου, κι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μιλῶ διαρκῶς. Μοῦ κάνει κόπο νὰ βλέπω ἀνθρώπους, κι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ζῶ ἀνάμεσα σὲ ἀνθρώπινα κεφάλια. Μόνο οἱ εὐτυχισμένοι ἔπρεπε νὰ γίνονται δάσκαλοι. Νὰ ταξιδεύουν μαζὶ μὲ τὰ παιδιὰ μὲ ἁπλωμένα τὰ πανιὰ στὴ φρενίτιδα τῆς χαρᾶς. Χθὲς μὲ παρακαλοῦσαν νὰ τὰ πάω ἐκδρομή. Ὅλες, μοῦ λέγαν, οἱ τάξεις πηγαίνουν μὲ τοὺς ἑλληνιστές τους. Ἐσεῖς δὲ θὰ μᾶς πᾶτε; Ἂς ζοῦσα μέσα σ᾿ ἕνα ἀκατοίκητο δάσος. Ἂς εἶχα γιὰ ἐπάγγελμά μου νὰ σκάβω τὴ γῆ, ἢ νὰ κάνω ἐπιτέλους λογαριασμούς... Τὰ παιδιὰ θὰ μὲ λένε σίγουρα χαζό... δὲν ξέρω, μὰ ἔτσι θά ῾πρεπε νὰ μὲ λένε...».

Πράγματι ἔτσι τὸν λένε καὶ τὸ ἀποδείχνουν μὲ ἐπιχειρήματα. «Γράφομε μπροστὰ στὰ μάτια του τὰ μαθηματικά μας, καρφὶ δὲν τοῦ καίγεται...».

«Τρῶμε μπροστά του, κοιμούμαστε, νά, ἔτσι, ἁπλωτοὶ στὸ θρανίο, δέ μας μιλᾶ, μᾶς κοιτάζει σὰ χαζός...».

«Ἐνῶ ἔχομε ἱστορία, ἀρχίζει νὰ μᾶς κάνει λατινικά. Καὶ ἄλλοτε ἀφήνει τὰ λατινικὰ στὴ μέση, καὶ πιάνει τὴν ἱστορία, καὶ τὸ λέει κι ὁ ἴδιος: "Συγνώμη παιδιά, τὸ μυαλό μου πῆρε ἄλλο δρόμο..."».

«Λέει ὅ,τι τοῦ κατεβεῖ. Προχθὲς γράφαμε ἔκθεση. Κεῖνος καθότανε στὴν ἕδρα. Καὶ κεῖ ἄρχισε νὰ μονολογᾶ: "Μπορεῖς νὰ κάμεις δέκα παιδιά; δεκαπέντε; εἴκοσι; ὅπως στὰ παλιὰ χρόνια οἱ πατριαρχικὲς οἰκογένειες;"».

«Συχνὰ ἀφήνει ὄρθιο μπροστὰ στὸν πίνακα τὸ μαθητὴ ποὺ ἐξετάζει, κι αὐτὸς βγάζει τὸ σημειωματάριό του καὶ γράφει. Γράφει, γράφει, συλλογιέται, διαβάζει, ξαναγράφει... ὡσότου χτυπάει τὸ κουδούνι καὶ βγαίνει ἀπὸ τὴν τάξη, χωρὶς νὰ πεῖ κουβέντα γιὰ τὸ μαθητή, καὶ δίχως νὰ μᾶς βάλει μάθημα παρακάτω...».

Εἶναι ἀλήθεια πὼς τὸ σημειωματάριό του εἶναι γεμάτο ποιήματα. Ἁπλοϊκὰ εἶναι. «Δὲν ξέρω ἀπὸ ποίηση», λέει ὁ ἴδιος, «μά, νά, ἔτσι ξεσπάω... ὁλόκληρη νύχτα πῶς νὰ περάσει...». Κι ὅλα μιλοῦνε γιὰ ἕνα παιδὶ ποὺ τὸ λένε Τάκη. Διηγοῦνται τὶς χάρες του. Τὶς ὀμορφιές του. Ἢ περιγράφουν τὸ σπίτι ποὺ ἀπόμεινε σκοτεινό. Ἢ μιλοῦν γιὰ τὰ μισοτελειωμένα του τετράδια καὶ τὸ ἀνοιχτὸ βιβλίο...

Ποῦ πῆγες καὶ μᾶς ἄφησες στὸ ρημαγμένο σπίτι;
Ἡ μάνα σου σ᾿ ἀποζητᾶ σ᾿ ἀναζητᾶ ὁ πατέρας,
Σὲ περιμένουν τὰ χαρτιὰ καὶ τ᾿ ἀνοιχτὸ βιβλίο,
Τάκη μας, πὲς ποῦ βρίσκεσαι γιὰ νά ῾ρθουμε κοντά σου,
Δὲ θέμε νὰ πιστέψουμε πὼς ἔφυγες γιὰ πάντα
Καὶ θὰ σὲ περιμένουμε, νὰ ῾ρθεῖτε μὲ τὸν Πέτρο,
Ἕνας τὸν ἄλλον πιάσετε σφιχτὰ χέρι μὲ χέρι,
Θέτε νὰ ῾ρθεῖτε Κυριακή; Καθημερινή; γιὰ σκόλη;
Ξημέρωμα; Μεσάνυχτα; Ὅποτε βουληθεῖτε...
Τὶς πόρτες θά ῾βρετ᾿ ἀνοιχτὲς καὶ τοὺς γονιοὺς στὸ πόδι
Κρεβάτι δὲ γευτήκαμε κι ὕπνος δὲ μᾶς ἐπῆρε
Ἀπὸ τὴν ὥρα, Τάκη μου, ποὺ σβήστηκ᾿ ἡ λαλιά σου...

«Τάκη λέγανε τὸ παιδί σας ποὺ ἐκτέλεσαν οἱ Γερμανοί;».

«Ὄχι, κεῖνο τὸ λέγανε Πέτρο... Κεῖνος ἦταν ὁ μεγάλος μου γιός. Ἤτανε δεκαεννιὰ χρονῶ... Ὁ Τάκης εἶναι τὸ μικρό. Ἐμεῖς, ἐγὼ κι ἡ μάνα του, τὸν Πέτρο δὲν τὸν κλάψαμε. Δὲν τὸν εἴδαμε σκοτωμένο. Τ᾿ ὄνομά του δὲ γράφτηκε πουθενά. Οὔτε οἱ ἐφημερίδες ἀνάφεραν τίποτε. Οὔτε κι οἱ Γερμανοὶ ποὺ πήγαμε καὶ ξαναπήγαμε νὰ μάθουμε ὁριστικὰ πράγματα θελήσανε νὰ μᾶς πληροφορήσουν. Κεῖνο ποὺ ξέρομε σίγουρα εἶναι πὼς τὸν πῆραν ἀπὸ τὸ Χαϊδάρι, μαζὶ μὲ ἄλλους, στὶς ὀχτὼ τοῦ Μάη τοῦ 1944, καὶ πὼς ὁ Πέτρος φεύγοντας εἶπε σὲ κάποιον συγκρατούμενο: «Πᾶμε ῾μεῖς». Μὰ γιὰ ποῦ τοὺς πήγαιναν δὲν τοῦ εἶπε. Οὔτε κι ἄφησε σημείωμα, ὅπως κάνανε πολλοί. Καὶ λέμε μὲ τὴ μάνα του, πὼς τοὺς πῆραν ἐργάτες στὴ Γερμανία... καὶ πὼς ζεῖ... καὶ πὼς μιὰ μέρα ὁ Πέτρος μου θὰ γυρίσει... Ἔτσι τὸ λέμε μὲ τὴ μάνα του...».

Σταματᾶ λίγο ὁ συνάδελφος, παίρνει μαντίλι καὶ φτιάχνει, σκουπίζει τὴν ἀλλοιωμένη του ὄψη καὶ συνεχίζει:

«Ἐμεῖς κλαῖμε μόνο τὸν Τάκη. Εἶχε τόσο τρυφερὴ καρδιά. Ὁλόκληρο χρόνο μὲ τὴν πείνα, μέσα στὴ σκόνη, στὴ ζέστη... Ὕστερα ἅμα πιάσανε τὰ κρύα, μὲ τὶς βροχές, μὲ τὰ χιόνια, πηγαινοερχότανε μὲ τὰ πόδια στὸ Χαϊδάρι γιὰ τὸν Πέτρο. Οἰκονομοῦσε δυὸ τσιγάρα; τοῦ τὰ πήγαινε. Ἕνα πορτοκάλι; κινοῦσε δυὸ ὧρες δρόμο μὲ τὰ πόδια γιὰ νὰ τοῦ τὸ πάει. Ἕνα γραμματάκι ἢ τὰ ρουχαλάκια του. Τοῦ ῾λεγε καμιὰ φορὰ ἡ μάνα του: «Κάτσε σήμερα κι αὔριο πάλι πᾶς...».

»Ὄχι, γιατὶ θὰ μείνει παραπονεμένος..."

»Τὴν ἡμέρα ποὺ γύρισε μὲ τὸν μπόγο τὰ ροῦχα - ὅπως τοῦ τά ῾χε δώσει ἡ μάνα του τά ῾φερε πίσω - "Δὲν τὰ δεχτήκανε", μᾶς εἶπε, κι ἔτρεμε τὸ κατωσάγονό του, "γιατὶ τὸν Πέτρο", λέει, "τὸν πήρανε χθὲς ἀπὸ τὸ Χαϊδάρι...".

»Αὐτὰ τὰ λόγια εἶπε μόνο. Μὰ τά ῾λεγε τραυλιστά. Τὰ μάτια του ὅμως ἦταν στεγνὰ ἂν καὶ κατακόκκινα. Σ᾿ ὅλο, λέει, τὸ δρόμο, ἔτσι μᾶς εἶπαν, ἔκλαιγε φωναχτά. Ἔκλαιγε κι ἐρχότανε. Μόνο σὰν κοντοζύγωσε στὸ σπίτι, κοίταξε νὰ μεταμορφιστεῖ. Γιὰ μᾶς... Πιάσαμε εὐτὺς τοὺς δρόμους κι οἱ τρεῖς καὶ ρωτούσαμε νὰ μάθουμε. Πήγαμε σὲ ἀστυνομίες, παντοῦ, τίποτα. Νύχτωσε. Ἡ κυκλοφορία ἦταν περιορισμένη. Κλειστήκαμε στὸ σπίτι, χωρὶς νὰ ξέρουμε τίποτα γιὰ τὸ παιδί... Οὔτε ποῦ τὸν πῆγαν, οὔτε τί τὸν κάνανε... Πρωὶ πρωὶ τὴν ἄλλη μέρα σηκώθηκε ὁ Τάκης πρῶτος.

»"Θὰ ξαναπάω στὸ Χαϊδάρι", μοῦ λέει ὁ Τάκης μου, "νὰ μάθω...". Γιατί δὲν τὸν ἐμπόδισα; Γιατί τὸν ἄφησα;

»"Τί πιὰ θὰ μάθεις ἀπὸ κεῖ;".

»Ἐγὼ θὰ πάω, κι ἂς ἔχει φύγει... Θυμᾶσαι, πατέρα, ποὺ λέγαμε πότε νὰ τόνε βγάλουν... καὶ λυπόσουν γιὰ μένα, γιὰ τὸν κόπο μου; Μακάρι, πατέρα, νὰ τὸν ξέραμε τώρα κλεισμένο κεῖ μέσα, καὶ σ᾿ ὅλη μου τὴ ζωὴ νὰ πηγαινοέρχομαι μὲ τὰ πόδια στὸ Χαϊδάρι...».

»Τοῦ φώναξε ἡ μητέρα του νὰ τοῦ δώσει ἕνα κομμάτι ψωμὶ ποὺ ἔφευγε νηστικό.

»"Δὲ θέλω, δὲ θέλω, δὲν πεινῶ...".

»Αὐτὰ ἀκούσαμε τελευταῖα ἀπὸ τὸ στόμα του. Μάθαμε πὼς πῆγε πραγματικὰ στὸ Χαϊδάρι, καὶ πὼς κλαίοντας ρωτοῦσε νὰ μάθει γιὰ τὸν Πέτρο. Τί ἔμαθε; Τί τοῦ εἶπαν; Δὲν τὸ ξέρομε...».

Κεῖνο τὸ ἀπόγευμα, ποὺ ὁ Τάκης, γυρνώντας ἀπ᾿ τὸ Χαϊδάρι, χτυπήθηκε ἀπὸ γερμανικὸ αὐτοκίνητο καὶ μεταφέρθηκε νεκρὸς πιὰ στὸ Σταθμὸ Πρώτων Βοηθειῶν, τὰ Γυμνάσια λειτουργοῦσαν. Οἱ καθηγητὲς ἕνας ἕνας βγαίνανε στὸ διάλειμμα. Οἱ ἄντρες, ὅπως πάντα, βιάζονταν νὰ καπνίσουν, κι οἱ γυναῖκες ἀνάπνεαν βαθιὰ καὶ σιωποῦσαν, καταπονημένες ἀπὸ τὸ μόχθο τῆς διδασκαλίας. Κι ἐκεῖ ἦρθε τὸ μήνυμα γιὰ τὸ συνάδελφό μας: «Τὸ παιδί του βρίσκεται χτυπημένο στὸ Σταθμὸ Πρώτων Βοηθειῶν, ὁδὸς Γ´ Σεπτεμβρίου... καὶ νὰ πάει» - σὲ μᾶς εἶπαν μὲ τρόπο πὼς τὸ παιδὶ εἶναι κιόλας νεκρὸ - «μὰ πρῶτα νὰ περάσει ἀπὸ τὸ σπίτι του, νὰ πάρει καὶ τὴ γυναίκα του...».

Ὁ συνάδελφος δὲν εἶχε βγεῖ ἀκόμα ἀπὸ τὴν τάξη. Περιμέναμε βουβοί, κρατώντας τὴν ἀναπνοή μας, κεῖνο τὸ ἄνοιγμα τῆς πόρτας του. Βγῆκε. Κανεὶς δὲν τοῦ μίλησε. Μόνο τὸν κοιτάζαμε. Ἄναψε τσιγάρο κι ἄρχισε νὰ περπατᾶ πάνω-κάτω βυθισμένος. Περιμέναμε. Ἀφήσαμε νὰ τελειώσει τὸ τσιγάρο του. Ἐξαντλήσαμε ὅλο τὸ διάλειμμα. Μὰ ἅμα χτύπησε τὸ κουδούνι, γιὰ εἴσοδο, δὲ σήκωνε πιὰ ἀναβολή. Μιὰ τρυφερὴ καθηγήτρια πῆρε τὸ κουράγιο, στάθηκε κοντά του, τὸν ἀγκάλιασε στοργικὰ καί: «...Σᾶς θένε στὸ σπίτι σας... εἶναι μεγάλη ἀνάγκη, νὰ πᾶτε τὸ γρηγορότερο στὸ σπίτι σας...». Δὲν τοῦ ἀνάφερε καθόλου γιὰ τὸ παιδὶ καὶ γιὰ Πρώτων Βοηθειῶν...

«Πέστε μου», εἶπε φεύγοντας, βλέποντας τὴ βουβαμάρα, τὴν ταραχή μας, «μήπως ἦρθε εἴδηση πῶς ἐκτελέστηκε ὁ Πέτρος;».

Δὲν ἀποκλείεται, τοῦ λέμε, καθὼς μιλάει γιὰ τὸν Τάκη, νὰ τὸν ἔχουν πράγματι τὸν Πέτρο στείλει στὴ Γερμανία... Κεῖνον τὸν καιρὸ εἶχαν κάμει πολλὲς ἀποστολὲς ἐργατῶν...

«Ὄχι, ὄχι τὸ παιδὶ εἶναι ἐκτελεσμένο... Μὰ ἡ καρδιὰ ἡ δική μας... δὲν ἀντέχει νὰ κλαίει δυὸ παιδιά... Κλαῖμε μὲ πόνο τὸν Τάκη μας... εἶχε τόσο τρυφερὴ καρδιά... σάστισε τὸ παιδί... ζαλίστηκε κι ἔπεσε πάνω στ᾿ αὐτοκίνητο... μόνο τὸν Τάκη κλαῖμε... καὶ λέμε μὲ τὴ μάνα του πὼς ὁ Πέτρος ζεῖ καὶ πὼς μιὰ μέρα θὰ γυρίσει...». http://users.uoa.gr/

Γ΄ Χριστιανικόν Παρθεναγωγείον
εκδόσεις Καστανιώτη, 1978

Ένα από τα πιο γνωστά έργα της Αλεξίου περιγράφει με λόγο άμεσο, τη ζωή της όταν δούλεψε για πρώτη φορά ως δασκάλα σ' ένα δημοτικό σχολείο. 
Πρώτη δημοτικού, 60 μαθήτριες στο τμήμα, φτώχεια και δυστυχία στην Ελλάδα των αρχών του 20ου αιώνα και μια ντελικάτη δασκάλα με όνειρα να γίνει ζωγράφος και να σπουδάσει στο Πολυτεχνείο που παίρνει το βάφτισμα του πυρός στο «ψειροσχολείο». Ένα σχολείο «...σε κάτι περίεργες γειτονιές, που ούτε ήξερα πως βρισκόταν στο μέρος μας...»

Η Έλλη Αλεξίου μπαίνει στην τάξη για πρώτη φορά, δοκιμαστικά όπως της είπε κι ο πατέρας της και...
«...Ήξερα απ' όξω και ανακατωτά τις βιογραφίες των μεγάλων παιδαγωγών της ανθρωπότητος «από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον», ήξερα όλη την ψυχολογία θέμα προς θέμα με τις «σχετικές εφαρμογές εις την αγωγήν», «καλαισθητικόν συναίσθημα, νόμοι συμμετρίας και εφαρμογαί αυτών εις την αγωγήν», «Βούλησις, έξις, πάθος κ.λ.π. και εφαρμογαί αυτών εις την αγωγήν», όλα πράματα άχρηστα για σήμερο.
Τότε που τα διάβαζα, καλά ήσαν, πήρα έναν καλό βαθμό εξαιτίας τους˙ μα τώρα δασκάλα δεν ήξερα πώς να τα εκμεταλευτώ και να τα εφαρμόσω στο σχολείον μου...»

Μέσα από τις γραμμές του κειμένου ο αναγνώστης ακολουθεί 2 παράλληλους δρόμους. 
Των παιδιών που βρίσκουν μια δασκάλα που δεν τα διώχνει από το σχολέιο γιατί είναι βρώμικα αλλά τα ξεψειρίζει και τα πλένει, τα ακουμπά με τα χέρια της, δεν έχει τη βέργα για να τα δέρνει, κάνει το μάθημα όχι μόνο στο σχολείο αλλά και έξω απ΄ αυτό στη γειτονιά και στην εξοχή, τους δίνει δωρεάν τα αναγνωστικά τους, τα αγαπάει, δεν τα αντιμετωπίζει σαν ονόματα σ' ένα μαθητολόγιο αλλά ως πρόσωπα...
Και της Αλεξίου. Η οποία αλλάζει σιγά σιγά. «...Σε κείνο το ξεπεσμένο σχολείο βρέθηκαν σαν να 'ναι συγκεντρωμένες όλες οι έδρες της γνώσεως που λένε στα Πανεπιστήμια ... (και) ...σήμερα ξέρω ποια γνώση μου μετέδωσε, που με ελευθέρωσε και μ' έσωσε για όλη μου τη ζωή. Γνώση που μ' απάλλαξε από ένα σωρό μιζέριες και κακομοιριές καθημερινές. Μικροπράγματα που με βασάνιζαν. Μα η ζωή δεν είναι γεγονότα μεγάλα. Αυτά που μας φαίνουνται παραμικρά της καθημερινής ζωή, αυτά αποτελούν την ίδια την ζωή. Κείνο το σχολείο με τη δυστυχία του με καθάρισε και με απολύμανε από τις μιζέριες μου...»




Η Έλλη Αλεξίου έγραψε ένα χρονικό της εκπαίδευσης με τον τιμητικό για τους εκπαιδευτικούς τίτλο « Βασιλική Δρυς».

« …Αναμετρώντας τώρα την αλυσίδα των προσπαθειών , αγκαλιάζοντας με το μάτι το τεράστιο πεδίο της μάχης τους το στρωμένο με τα κορμιά τους, το ποτισμένο με το αίμα τους, το γεμάτο πληγές και βογγητά…λέω πως η « Βασιλική Δρυς», η « σιδερόκορμη» και « ουρανόφταστη» και « στην καρδιά της γης ριζοδεμένη», που τη λέει και ο Δροσίνης, δε θα προσβληθεί που δώσαμε τ’ όνομά της στους εκπαιδευτικούς…Αν αυτή γνώριζε τις θύελλες και τις καταιγίδες των δασκάλων , αν είχε δεχτεί στο κεφάλι της τ’ αστροπελέκια που δέχτηκαν και δέχουνται αυτοί, δε θα τα’ βγαζε πέρα τόσο παλιακρίσια, όπως εκείνοι» http://atexnos.gr/

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος με την Σόνια Ιλίνσκαγια και Έλλη Αλεξίου στη Νέα Μάκρη το 1981 Πηγή φωτογραφίας εδώ 




Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος είχε γράψει το 1978 για την Έλλη Αλεξίου: 

"Όμορφα που τα ταίριαξε,
συντρόφισσα Έλλη
νοικοκυριό και γράμματα,
συγνώμη και επανάσταση
τα ογδόντα χρόνια σου
ανήλικα μου φαίνονται
για το πλατύ σου το χαμόγελο
για τη μεγάλη σου καρδιά
με την Ανθρώπινη την τέχνη σου
γεια σου συντρόφισσα Έλλη..."

ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ - ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ
















ΤΕΡΓΙΑΚΗ ΣΤΕΛΛΑ "ΑΛΙΕΥΣΗ "




Κάθε πρωί ανοίγω το Είναι μου
στο χλιαρό φως της μέρας
και ξετυλίγω το μίτο της Αριάδνης,
να εξερευνήσω τα τρίσβαθα της ψυχής.

Δύσβατος δρόμος μ’ ανατροπές,
με φέρνει προκαλώντας …
στην Ουσία
κι ανακαλύπτω έκθαμβη κάθε φορά,
τα κρύφια, τ’ αφανέρωτα
και τα καλά κρυμμένα μυστικά
των καλυμμάτων της υπάρξεώς σου.

Συντονίζομαι με τη ροή της αμπέλου
τροφοδοτώντας κι αναπτύσσοντας τον λόγο,
να ενωθεί μες στο χρόνο...
το γήινο με το επουράνιο,
το ανύπαρκτο με το υπαρκτό,
η ύλη με το πνεύμα!

Πόσους τέτοιους μίτους
πρέπει να αλιεύσω
για να σε φέρω κοντά στην ψυχή σου,
Άνθρωπε;

© Στέλλα Τεργιακή
Συμπεριλαμβάνεται στο νέο μου βιβλίο "Αγάπη ρέουσα"...








ΠΕΡΔΙΚΗ ΣΟΦΙΑ " Η ΑΦΕΛΕΙΑ "


Στο πίσω μέρος του μυαλού
πήγε και κρύφτηκε η Αφέλεια.

Την έπαιρνε για καιρό
ο αέρας απαλά απαλά
στροβιλιζόταν σε χορό
τραγικό ηρωίδα
ανακαλούσε συνέχεια
εκείνο το χάσμα
μετά τον χαμό
αφήνοντας στου νου την τάξη
νεφελώδη σχηματισμό.
Όμως ο χρόνος είχε γίνει
ανυπόμονος
έσκαβε βαθιά ρυτίδα
πάνω στου μετώπου το χαράκωμα
κυλούσε ο ιδρώτας
κρύος ποταμός.
Τα δάκτυλά του μακρουλά φιδόχορτα
έσπρωξαν την ξανθή ανταύγεια
μέσα στα παγωμένα νερά
όπως όταν θέλουμε να διώξουμε
μια σκέψη που ενοχλεί.
Στου δέρματος την επιφάνεια
έπνιξαν την Αφελή.
Για λίγο μόνο φάνηκε
μιας τούφας παρθένας η λάμψη
κι ύστερα εισχώρησε
σαν τύψη
πίσω στου νου
την παγωμένη υπόφυση.
Σοφία Περδίκη

ΠΗΓΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ  http://www.teknemedia.net/











ΧΑΤΖΗΘΩΜΑ ΖΩΗ ''Κινητή γιορτή!''

Marc Chagall. Lovers over Sant-Paul.

(...) Στο πρώτο μας τηλεφώνημα έτρεμαν τα πόδια μου, η φωνή μου ηχούσε παράξενα, με πολλά ανεβοκατεβάσματα στους τόνους, με αστείους ήχους και με ανάσες γρήγορες και εξάψεις και κοκκινίσματα στο πρόσωπο και δαγκώματα στα χείλια και κλείσιμο των ματιών, με νευρικότητα στα άκρα και εντελώς αδύνατη συνοχή στη σκέψη μου. Χαμογελούσα μέρες μετά, χωρίς κανείς να γνωρίζει το μυστικό μου, που το κρατούσα καλά κρυμμένο, σαν σπάνιο έκθεμα σε μουσείο, για να μη μου το κλέψουν ή να μη μου το φθονήσουν.
Και όταν συναντηθήκαμε, έκανα σαν έφηβη, που δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί τα αισθήματά της. Κινητή γιορτή η μέρα που σε γνώρισα! Θυμάμαι όλα τα γράμματα της αλφαβήτου που αράδιασα με δυσκολία και απόγνωση, γιατί δεν έβρισκα ιδανική σειρά να τα τοποθετήσω, ώστε να φτιάξω ολοκληρωμένη πρόταση, που να βγάζει νόημα. Και έτρεμα μην ακουστεί η καρδιά μου, που πλέον ήταν απείθαρχη και στάθηκε εντελώς αδύνατο να την ελέγξω. 
Τώρα ξέρω καλά πώς τη μέρα εκείνη γεννήθηκα. Μια από τις σταθερές βεβαιότητες που αλλάζουν οριστικά έναν άνθρωπο, μετά ακόμη έναν και σταδιακά ίσως τον κόσμο! (...)

















Η ΑΝΘΟΥΛΑ! (απόσπασμα από το διήγημα “”Η Ανθούλα””


Όταν θα μεγαλώσει η Ανθούλα θα θυμάται με αγάπη και πόνο δύο πρόσωπα που σημάδεψαν καλά και άσχημα τη ζωούλα της. Πρώτα τη Γιαννούλα με την απεραντοσύνη της αγάπης της και ύστερα την Αμαλία που πάνω στο κορμάκι της ένιωσε τη σκληρότητα της κυρίας της, που το γέλιο σβήστηκε από τα χείλη της, που το προσωπάκι της ήταν σημαδεμένο από τα χαστούκια της σκληρής κυρίας της, που τα χεράκια της ήταν σκληρά και γεμάτα ρόζους από τη δουλειά και το κρύο..
Αλλά η Ανθούλα θα θυμάται και κάτι άλλο ακόμα, πιο σκληρό!Θα θυμάται να μην αγαπήσει ποτέ τη θεία Ισμήνη! Και αυτό θα είναι μια τιμωρία για κείνη!! όσο κακό και αν είναι και για την Ανθούλα!
Λοιπόν! Η Ανθούλα δεν συμπάθησε τη θεία Ισμήνη, ούτε και όταν πέθανε.. Τα σκληρά χεράκια της Αμαλίας και το χτυπημένο της πρόσωπο, που ακόμη έφερε τα σημάδια των χαστουκιών, της Θύμιζαν συνέχεια με απέχθεια τη θεία Ισμήνη και ούτε μπορούσε το μυαλουδάκι της να χωρέσει το πώς μπορεί ένας άνθρωπος μεγάλος να κακοποιεί ένα μικρό και άπειρο κορίτσι, που ακόμη θέλει τη μάνα του και δεν την έχει κοντά του..Τι κακό και αυτό; συλλογιόταν με πόνο και κάποτε έκλαιγε κιόλας..
Όμως η θεία Ισμήνη αγαπούσε την Ανθούλα, αλλά και τη ζήλευε συγχρόνως, γιατί ήταν έξυπνη και γρήγορη σε όλα και γιατί ήταν και ένα σκερτσόζικο κοριτσάκι με το ωραίο λιγνό της κορμάκι, τα ποδαράκια της που ήταν ίσια και ωραία, αλλά κυρίως τα μακριά της ίσια μαλλιά, τα πλεγμένα σε μακριές πλεξίδες και δεμένα στο τέλος με φιογκάκια κόκκινα, ροζ, θαλασσί από τη μεγάλη της αδερφή.
Όλα αυτά έκαναν χαριτωμένη την Ανθούλα και όλοι την αγαπούσαν, αλλά η θεία Ισμήνη είχε και τα δύο. Και την αγαπούσε και τη ζήλευε και ένιωθε την ανάγκη να τη συγκρίνει πάντα με τα δικά της παιδιά, που ούτε όμορφα ήταν, ούτε και έξυπνα, εκτός από την Κατερίνα, που ήταν σαν αγγελάκι, αλλά καθόλου έξυπνη.
Ήταν όμως πλούσιοι πολύ και ο πατέρας της ένας υπάλληλος Υπουργείου με λιγοστό και τότε μισθό.
Έτσι η θεία Ισμήνη δεν έχανε ευκαιρία να τονίζει τη διαφορά αυτή, αλλά για την Ανθούλα πέρα έβρεχε, γιατί κατά παράξενο τρόπο πίστευε στον εαυτό της, και ας μην ήξερε τι είναι αυτό, και επέμενε στη γνώμη της χτυπώντας και το ποδαράκι της πολλές φορές κάτω για να επιβληθεί..
Και ανάγκη δεν είχε κανέναν και ούτε που την ένοιαζαν τα γλυκά, ούτε και τα φαγητά που μοσχοβόλαγαν τον τόπο, ούτε και οι ασημένιες μεγάλες γόνδολες στις γωνιές, που όταν άναβαν τα μεγάλα φώτα, γέμιζαν το σπίτι με ανταύγειες και ποικίλα χρώματα, γιατί στο δικό της σπίτι αχτινοβολούσε η μάνα της που δεν έπαιζε χαρτιά όπως η θεία Ισμήνη και η θεία Αλίκη, που δεν είχε το σπίτι της γεμάτο κόσμο για να περνά την ώρα της, αλλά είχε το περίσσευμα της ώρας της για να αγκαλιάσει μέσα στη μεγάλη και ζεστή αγκαλιά της τα τρία της παιδιά, να τους τραγουδήσει τραγούδια ωραία, ας μην ήξερε και πολλά και να τους διηγηθεί απλές, μα όμορφες ιστοριούλες..
Και ακόμη είχε έναν πατέρα όλο αγάπη, που γύριζε στο σπίτι φορτωμένος με απλά ζαχαρωτά και το χειμώνα με χουρμάδες και σταφίδες ξανθές και σύκα μαλακά και ωραία και παστέλια πεντανόστιμα.
Χουχουλιασμένη στην αγκαλιά των γονιών της, σε ένα σπίτι, όπου βασίλευε η γαλήνη, η αγάπη, ο σεβασμός και η εκτίμηση πέρασε τα πρώτα της χρόνια...και η Γιαννούλα της έφυγε, αλλά η Ανθούλα κοριτσάκι ούτε εφτά χρονών, τώρα μπορούσε να καταλάβει καλά τι πρέπει να θέλει και τι όχι!
Και το κενό ""Γιαννούλα"" το κάλυψε με άλλες σκέψεις..Έτσι στη μικρή της καρδούλα τα ταχτοποίησε όλα και τις πρώτες συγκινήσεις τις μετέτρεψε σε κεντημένες με ωραίες σκέψεις αναμνήσεις..
Νοσταλγικά περπατά κουβαλώντας μέσα της το ευώδιασμα της αγκαλιάς της Γιαννούλας και ύστερα της Μάνας της.. Ο άγριος αγέρας γίνεται στην ψυχούλα της απαλό, δροσερό αεράκι καθώς βυθίζει τη λιγοστή ζωή της μέσα στο χώρο των αναμνήσεων των περασμένων.. Περπατά και τραγουδά, περπατά και χορεύει και είναι σα να την σηκώνει ο αγέρας για να την ανεβάσει σε κόσμους ονειρικούς που το μυαλουδάκι της δημιουργεί.
Πρώτη Δημοτικού και η Ανθούλα, δίχως καμιά προσπάθεια, δίνει στους δασκάλους της την ταυτότητα της προσωπικότητας που θα γίνει, όταν μεγαλώσει.
Πρώτη παντού, έστω και αν κάποτε σκιστήκαν τα παπούτσια της από τη δυνατή βροχή που έπεφτε, καθώς πήγαινε στο σχολείο και ο Κωστής την κορόιδεψε.
Δεν θύμωσε μαζί του, μα τον αποκάλεσε μαμόθρεφτο και βουτυρόπαιδο... όχι που θα τον άφηνε έτσι!
Το μεσημέρι η θεία Iσμήνη τη μάλωσε και της είπε ότι έγινε τώρα ένα παλιόπαιδο..
Τίναξε το μικρό της πισινό η Ανθούλα και η απάντηση έτοιμη..""Παλιόπαιδα είναι τα δικά σας παιδιά και αν σας αρέσω, αλλιώς ας βρουν άλλη παρέα..αν είναι ικανά"" πέταξε αυθάδικα και έφυγε γεμάτη ικανοποίηση!! Το ρολόι άρχισε να μετρά αντίστροφα για την καρδούλα της και λυπόταν τόσο πολύ γι' αυτό!!""
"Το τίναγμα του μικρού πισινού και τα λόγια που είπε η Ανθούλα στη θεία Ισμήνη, έφτασαν γρήγορα στα αυτιά της μάνας της σαν φωτοβολίδες και την άναψαν,. Δεν πρόλαβε να μπει στο σπίτι και το ένα πλεξιδάκι της βρισκόταν να ανεμίζει με το τράβηγμα που του έκαναν τα χέρια της μάνας της, ενώ συγχρόνως μίλαγε θυμωμένα και γεμάτη νεύρα.
Είδε το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπό της η Ανθούλα, ένιωσε και το δυνατό πόνο από το τράβηγμα των μαλλιών...και περίμενε τη συνέχεια!Και η θύελλα δεν άργησε να ξεσπάσει. Στημένη τώρα σε μια γωνιά και με την αγωνία ότι θα τα κάνει πάνω της από το φόβο, άκουγε με το κεφαλάκι της σκυφτό την άγρια φωνή της μάνας της. Και την αγαπούσε τη μάνα αυτή τόσο πολύ η Ανθούλα! (Υπάρχει και συνέχεια)


























MUSING THERAPY - "Καλύτερα έτσι" - νέα κυκλοφορία




ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΕΤΣΙ

Οι «Musing Therapy» είναι το συγκρότημα που ιδρύθηκε από τον Γιώργο Μητρόπουλο το 2012 στην Αθήνα.
Ένα πολύ δυνατό σύνολο που συνδυάζει την εμπειρία με τον νεανικό ενθουσιασμό σε Rock-Pop μονοπάτια με Ελληνικό στίχο και με επιβλητική σκηνική παρουσία στις Live εμφανίσεις τους.
Το πρώτο τους album κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2012 με τίτλο «Πόσο εύκολα ξεχνάμε» από την Melon Music και ήταν δικιά τους παραγωγή.

Στον καινούργιο τους δίσκο με τίτλο «Καλύτερα έτσι» που κυκλοφορεί από την
Fm records,είναι μεγάλη τιμή η συμμετοχή του Γιώργου Ξύνδα, ενός αταξιωμένου
συνθέτη όπου έχει γράψει μεγάλες επιτυχίες,και έχει στο βιογραφικό του ηχηρές συνεργασίες με ονόματα όπως ο Νίκος Μίχας, Vegas κ.α. όπου εμπιστεύτηκε τοτραγούδι του ‘Μια ανάσα απ’την εφηβεία’ για να το ερμηνεύσει ο Γιώργος και οι«Musing Therapy».

Oι Musing Therapy ειναι:

Γιώργος Μητρόπουλος: Φωνή,Ακουστική κιθάρα,Συνθέσεις,Στίχοι
Niko Menem: Τύμπανα
Κώστας Δάρας: Πλήκτρα
Νίκος Εγγλέζος: Μπάσο
Πάνος Κατσίβας: Ηλεκτρική κιθάρα
Throw you pills away, MUSING Therapy is all you need!!!



Σας παρουσιάζουμε το ομώνυμο τραγούδι  "Καλύτερα έτσι"που είναι στη διάθεσή σας για μετάδοση σε mp3 και  wav μορφή 




ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ