Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

ΧΑΡΗΣ ΠΑΝΟΠΟΥΛΟΣ - ''ΚΑΣΤΕΛΟΡΙΖΟ(ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ)'' νέα κυκλοφορία




'' Στα χέρια μου σε πήρα ανθό και γίνηκες λουλούδι, μα το λουλούδι εχάθηκε και γίνηκε τραγούδι.''

Εμπεριέχοντας ειλικρινή συναισθήματα βγαλμένα μέσα από την ζωή το νέο τραγούδι, με το οποίο επιστρέφει ο Χάρης Πανόπουλος.
Τραγούδι το οποίο έρχεται να προστεθεί στα προηγούμενα, ( ''Πράσινες Γραμμές'', ''Εσπέρα'', ''Ο Φάρος''), το ''Καστελόριζο(Τριαντάφυλλο)''  δείχνει ξεκάθαρα τις διαθέσεις και προσεγγίσεις του νεαρού τραγουδοποιού. 
Διασκευάζοντας έναν παραδοσιακό γαμήλιο σκοπό από το Καστελόριζο και με το μοναδικό χρώμα και μέταλλο της φωνής του Χάρη, οι στίχοι του Θοδωρή Παρασκευόπουλου παίρνουν σάρκα και οστά.

Μουσική: Παραδοσιακό  Καστελόριζου
Στίχοι: Θοδωρής Παρασκευόπουλος   **(Εξαιρώντας το πρώτο δίστιχο)
Ερμηνεία: Χάρης Πανόπουλος

Έπαιξαν οι μουσικοί:
Φωκάς Μουρτζάκης: Λύρα
Ισμήνη Πεπέ: Ηλ.Κιθάρα
Ντορίτα Χωραφά: Φωνητικά, ντέφι
Χάρης Πανόπουλος: Λαούτο,μπεντίρ
 
Ενορχήστρωση : Χάρης Πανόπουλος
Ηχοληψία-Μίξη: Ισμήνη Πεπέ
Επιμέλεια ΠαραγωγήςΙσμήνη Πεπέ
 
 ΧΑΡΗΣ ΠΑΝΟΠΟΥΛΟΣ



Ο Χάρης Πανόπουλος είναι ένας νέος τραγουδοποιός –ερμηνευτής μόλις 21 χρονών με μια πλούσια για την ηλικία του  καλλιτεχνική δραστηριότητα ,που έχει αφήσει το στίγμα της σε πολλές μουσικές σκηνές της Δυτικής Αθήνας.

 Με σπουδές στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών και σπουδές λαούτου με δάσκαλο τον Γιάννη Κακλή,  ο Χάρης κάνει την πρώτη επίσημη ερμηνευτική του απόπειρα  με ένα τραγούδι «αλήθειας» για τις πράσινες γραμμές της Κύπρου και όχι μόνο, σε στίχους της Ελένης Σιούφτα  και μουσική του Γιάννη Κακλή.

Οι πρόσφατες κυκλοφορίες του, τα singles «Πράσινες γραμμές», «Εσπέρα» και «Φάρος», αγαπήθηκαν αμέσως , καθώς αποτελούν εξαίρετα δείγματα ενός καλλιτέχνη που έχει πολλά να πεί…….

Η αγάπη του κόσμου αποτυπώνεται και στις ζωντανές του εμφανίσεις, με πρόσφατα παραδείγματα τις συναυλίες του στο  Θέατρο Πέτρας,  που θα μείνουν αξέχαστες σε όποιον είχε την τύχη να τις παρακολουθήσει.
Παράλληλα συνεχίζει τις εμφανίσεις του πλάι σε πολύ γνωστά ονόματα, δίνοντας κάθε φορά το δικό του στίγμα με τα τραγούδια του και την ερμηνεία του.



Το τραγούδι είναι την διάθεση σας για μετάδοση.
 
 
 
 
Official links
 
    HarisPanopoulos.gr                     xaris panopoulos
 


 
Πληροφορίες - επικοινωνία
Angel's PR
Μάριαν Νικολάου
Promoter
τηλ 6989264494
email marianic1@windowslive.com
FB Marian Nicolaou
Twitter MarianNicolaou
 





ΚΑΡΛ ΚΡΑΤΣΑΪΖΕΝ - Ο Φιλέλληνας ζωγράφος της Ελληνικής Επανάστασης

Ο Καρλ Κράτσαϊζεν (Karl Krazeisen, 1794-1878) ήταν Γερμανός αξιωματικός του στρατού, εικονογράφος και φιλέλληνας που πολέμησε σαν εθελοντής κατά την Ελληνική Επανάσταση και φιλοτέχνησε πορτραίτα μεγάλων μορφών του αγώνα, όπως οι Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Γεώργιος Καραϊσκάκης και άλλοι.
Ο Κράτσαϊζεν γεννήθηκε στις 28 Οκτωβρίου του 1794 στο Άνω Παλατινάτο της Βαυαρίας. Ακολούθησε στρατιωτική καριέρα και πολέμησε το 1813 εναντίον της Γαλλίας κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων Πολέμων. Το 1826 κατατάχτηκε σε σώμα Βαυαρών εθελοντών και με το βαθμό του υπολοχαγού ήρθε στην Ελλάδα για να πολεμήσει μαζί με τους επαναστάτες. Αν και έμεινε μόνο για ένα χρόνο, πήρε μέρος σε σημαντικές μάχες όπως η πολιορκία της Αθήνας το 1826 και την πολιορκία της Ακρόπολης το 1827.

ΕΡΓΟ 

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα ο Κράτσαϊζεν, αυτοδίδακτος ζωγράφος και σχεδιαστής, φιλοτέχνησε αρκετά τοπία και πορτρέτα, τα περισσότερα με μολύβι και χαρτί. Χαρακτηριστικά τοπία είναι αυτά του Ναυπλίου και της Ακρόπολης, καθώς και του πρώτου ελληνικού ατμόπλοιου, του Καρτερία, στον κατάπλου του οποίου στον Πόρο ο Κράτσαϊζεν ήταν παρών. Το πιο σημαντικό μέρος του έργου του όμως αποτελούν δεκαεννιά πορτέτα μορφών της επανάστασης, φιλοτεχνημένα είτε στα στρατόπεδα από τα οποία πέρασε ή στην Γ' Εθνοσυνέλευση, στην οποία ήταν παρών. Το ημιτελές πορτρέτο του Γ. Καραϊσκάκη είναι φιλοτεχνημένο λίγο πριν το θάνατό του. Το σύνολο του έργου του είναι 91 πίνακες, από τα οποία 21 είναι υδατογραφίες τοπίων και τα υπόλοιπα 70 σχέδια με μολύβι προσώπων, μνημείων και πολεμικές συνθέσεις.

 Charles Favier
Επιστρέφοντας στη Γερμανία ο Κράτσαϊζεν λιθογράφησε τα σχέδιά του και τα κυκλοφόρησε, από το 1827 έως το 1831, σε επτά λευκώματα με το γενικό τίτλο Bildnisse ausgezeichneter Griechen und Philhellenen nebst einigen Ansichten und Trachten. Nach der Natur gezeichnet und herausgegeben von Karl Krazeisen (Προσωπογραφίες των διασημοτέρων Ελλήνων και Φιλελλήνων, μαζί με μερικές απόψεις και ενδυμασίες σχεδιασμένες εκ του φυσικού και δημοσιευμένες από τον Καρλ Κράτσαϊζεν). Το καθένα από αυτά περιείχε 3-4 προρτρέτα και ένα ή δυο ελληνικά τοπία. Τα λευκώματα έγιναν πολύ δημοφιλή την εποχή εκείνη, εν είδει πολεμικής ανταπόκρισης, και παρά το λιτό και σχετικά απλοϊκό τους χαρακτήρα αποτέλεσαν βάση για πολλά πορτρέτα των επαναστατών που εμφανίστηκαν αργότερα. Στο σχέδιο του Κράτσαϊζεν, που πέθανε το 1878 στο Μόναχο, βασίστηκε η μορφή του Κολοκοτρώνη που εμφανιζόταν στο πεντοχίλιαρο του 1984.

Θ. Κολοκοτρώνης
ΠΟΡΤΡΕΤΑ

Τα προρτρέτα του Κράτσαϊζεν που κυκλοφόρησαν σε λιθογραφίες είναι αυτά των:
Θεόδωρου Κολοκοτρώνη
Γιακουμάκη Τομπάζη
Νικηταρά
Γεώργιου Κουντουριώτη
Α. Μαυροκορδάτου
Μακρυγιάννη
Κωνσταντίνου Νικόδημου
Γ. Καραϊσκάκη
Ιωάννη Μακρή
Ανδρέα Ζαΐμη
Κωνσταντίνου Κανάρη
Γεώργιου Σισίνη
Κίτσου Τζαβέλα
Ιωάννη Μιλαΐτη
Ανδρέα Μιαούλη

Κωνσταντίνος Κανάρης
Επιπλέον δε λιθογραφήθηκαν τα πορτρέτα των Ιωάννη Μαυρομιχάλη, Δημήτριου Πλαπούτα, Κωνσταντίνου Αξιώτη, Ιωάννη Φιλήμονα, Ιωάννη Πέτα και Κωνσταντίνου Μπότσαρη. Οι πιο γνωστοί από τους Φιλέλληνες που απαθανατίστηκαν ήταν οιΚάρολος Φαβιέρος, Φρανκ Χέιστινγκς και Τόμας Γκόρντον. Όλα τα προρτέτα είναι υπογεγραμμένα από το πρόσωπο που απεικονίζεται στο καθένα.
Οι λιθογραφίες του Κράτσαϊζεν κληροδοτήθηκαν μετά το θάνατό του στην κόρη του Μαρία, που με τη σειρά της τα άφησε στον άντρα της, τον ρωσικής καταγωγής καθηγητή Ιών Φετώφ. Αυτός σε προχωρημένη ηλικία αποφάσισε, μετά και από παλιότερη προτροπή του Νικολάου Γύζη, την εποχή που ο Γύζης βρισκόταν στο Μόναχο όπως και ο Φετώφ, αντί να τα κληρονομήσει στους απογόνους του να τα διαθέσει στο ελληνικό δημόσιο. Έτσι τα έδωσε προς εκτίμηση σε έναν έλληνα ονόματι Αντύπα, ενώ κατέθεσε και σχετική επιστολή στο ελληνικό Προξενείο στο Γαλάτιο της Ρουμανίας. Ο Αντύπας ήρθε σε διαπραγμάτευση με τον τότε διευθυντή της Εθνικής Πινακοθήκης Ζαχαρία Παπαντωνίου, και έτσι τα λιθογραφήματα του Κράτσαϊζεν πουλήθηκαν στην Πινακοθήκη το 1926 αντί 200.00 δραχμών, μαζί με προσωπικά του αντικείμενα, μια φωτογραφία του και ένα σελάχι του Πλαπούτα. Οι λιθογραφίες του βρίσκονται σήμερα στην Αίθουσα Ελευθερίου Βενιζέλουτου Εθνικού Ιστορικού Μουσείου στην Αθήνα.
http://el.wikipedia.org/

Ανδρέας Μιούλης 

Μακρυγιάννης

 Frank Abney Hastings

Ανδρέας Ζαΐμης
Γεώργιος Καραϊσκάκης
 Γεώργιος Κουντουριώτης

Ιάκωβος Τομπάζης

 Γεώργιος Μαυρομιχάλης
Κίτσος Τζαβέλας
 Νικηταράς
Γεώργιος Σισίνης
 Πρόσφυγες του Αγώνα στην Αίγινα

Ναός Απόλλωνος, αρχαία Κόρινθος

Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.





ΠΗΓΕΣ 












ΣΤΕΛΛΑ - ΣΟΦΙΑ ΖΥΓΟΥΡΗ " Ένα δειλινό "



Ο ήλιος μαζεύει φεύγοντας,
την κόκκινη κλωστή του,
ξαπλώνεται το δείλι με πέπλα αυτό μαβιά,
χρώμα της θλίψης στην καρδιά, κι αφήνεται η σκέψη,
...να τριγυρνά αμήχανη στης νύχτας τα στενά.
Τότε,δειλά κουρνιάζει η λογική στην ψυχική αγκάλη.
Βασίλισσα πια η καρδιά σιγά και περιμένει..
Εκείνο το μόνο το κλειδί, που ανοίγει τα παλάτια..
... Τα διάφανα κρυστάλλινα, που έχει τους θησαυρούς της.
Άστρα και διαμαντόπετρες, στολίδια της αγάπης..
Στα γιασεμιά ψάχνει χαρά, στης δύσης τα λουλούδια,
στον άνεμο ζητά, πνοή κι ελευθερία,
στη θάλασσα να πει, να ακούσει μυστικά,
στην αργυρή πανσέληνο κρυμμένη ευτυχία.
Κι όταν τελειώσει το όνειρο, στα βλέφαρα ένα δάκρυ,
δροσοσταλίδα της ψυχής, κύλησε σιωπηλά.
Αλήθεια ήταν, όνειρο,
του λογισμού το άτι, απόψε με ταξίδεψε εκεί στα σκοτεινά…

(από την ποιητ.συλλογή  ¨ Στους δρόμους που περπάτησα ..")
Στέλλα Σοφία Νικ. Ζυγούρη2011 






ΛΑΓΟΥΒΑΡΔΟΣ ΑΡΙΣΤΟΜΕΝΗΣ "Αν μπορούσα να ξαναζήσω. "

     


Αν  μπορούσα  από  την  αρχή
να  ξαναζήσω  μια  ζωή  καινούρια,
με  την  πείρα  που  έχω  κερδίσει
όλα  αυτά  τα  χρόνια,
θα  ήθελα  να  ήμουν  αργός  στις  κινήσεις,
για  να  μπορώ  να  παρατηρώ  καλλίτερα
στη  διαδρομή.
Γιατί  ο  κόσμος  είναι  ένα  βιβλίο  και  εγώ
δε  θέλω  να  βλέπω  μονάχα  το  εξώφυλλο.

Θα  απολάμβανα  τη  συγκίνηση, 
του  να  ανακαλύπτω  κάθε  φορά
το  δρόμο  που  πρέπει  να  ακολουθήσω.
Θα  πήγαινα  αργά,  για  να  δίνω  ονόματα
στους  σκύλους,  στις  γάτες,  στα  δένδρα, 
στις  γωνιές,  στα  χαλάσματα.

Θα  έδινα  περίεργα  ονόματα 
και  στους  στύλους  φωτισμού,
έτσι  για  πλάκα  για  να  γελάσω
με  τις  σκέψεις  μου.

Θα  πήγαινα  αργά, 
γιατί  έτσι  θα  πρόσεχα  την  κάθε  στιγμή,
και  η  κάθε  στιγμή  θα  γινόταν  απέραντη
στην  ψυχή  μου.
Έτσι  θα  απολάμβανα  τα  χρώματα  της  φύσης, 
το  ουράνιο  τόξο,  τις  αυγές,  τα  δειλινά,
όλους  τους  τύπους  της  ζωής.
Θα  καθόμουν  σε  πιο  πολλά  παγκάκια,
όπου  θα  έκανα  παρέα  με  τις  πιο  χαρούμενες
σκέψεις  μου  και  με  τις  πιο  αστείες  γκάφες  μου.

Θα  ήμουν  ευτυχισμένος  με  τα  μικροπράγματα
και  τις  μικροσυγκινήσεις,  με  το  κελάηδημα
των  πουλιών,  με  το  άρωμα  των  λουλουδιών
και  της  γης  μετά  τη  βροχή,  με  το  άρωμα
του  ψητού  με  πατάτες  και  κανέλα  στο  ταψί,
με  την  ποίηση  των  ζωγράφων, 
με  τις  ζωγραφιές  των  ποιητών.

Με  την  πείρα  που  έχω  κερδίσει  αν  μπορούσα
να  ξαναζήσω  μία  καινούρια  ζωή  από  την  αρχή,
θα  ονειρευόμουν  πιο  πολύ  και  θα  εύρισκα
την  ειρήνη  στην  σιωπή.
Θα  κρατούσα  πιο  πολλά  μωρά  στην  αγκαλιά  μου,
θα  μέτραγα  πιο  πολλά  σύννεφα,  πιο  πολλά  αστέρια,
θα  έβλεπα  πιο  πολλούς  γλάρους  να  πετάνε,
θα  έσερνα  πιο  πολλούς  χαρταετούς,
θα  έτρωγα  περισσότερα  παγωτά  με  κανταϊφι,
πιο  πολλές  σοκολάτες.
Τις  λαμπρές  ανατολές  και  τα  γλυκά  ηλιοβασιλέματα
θα  τα  ζωγράφιζα  με  τα  χρώματα  των  λουλουδιών
ανεξίτηλα  στην  ψυχή  μου.
Τις  μουντές  μέρες  θα  τραγουδούσα  το''Va pensiero''
του  Verdi,  θα  σιγοσφύριζα  το ΄΄il  silenzio΄΄  και 
θα  κοίταζα  με  τα  μάτια  της  ψυχής,  τους  πίνακες
της  Φύσης.  
Τα  πράγματα  θα  τα  έβλεπα,  όχι  για  την  τιμή  τους
αλλά  για  τον  βαθύτερο  συμβολισμό  τους.

Τα  μίση  μου  θα  τα  έγραφα  σ΄ένα  κομμάτι  χαρτί
και  θα  τα  πέταγα  στη  θάλασσα.
Θα  φώναζα  σχεδόν  κραυγάζοντας,
Πως  ο  άνθρωπος  γερνά  όταν  δεν  αγαπά,
και  φθείρεται  όταν  δεν  έχει  ελπίδες.
Θα  κοίταζα  και  πιο  πολλά  τριαντάφυλλα,
γιατί  αφήνουν  στην  ψυχή  ρομαντικές  σκέψεις.

Αν  μπορούσα  να  ξαναζήσω  μία  καινούρια  ζωή
από  την  αρχή,  δε  θα  έκανα  τίποτα  άλλο,
απλώς  θα  ζούσα.
Γιατί  η  ζωή  είναι  ομορφιά,  όνειρο,  πρόκληση,
ευκαιρία,  παιχνίδι.
Κάθε  στιγμή,  μα  κάθε  στιγμή,  θα  έκλεβα  τη  ζωή,
αλλά  ποτέ  δε  θα  ξεχνούσα,  ούτε  σ΄αυτή  τη  ζωή 
που  ζώ,  ούτε  στην  επόμενη  αν  θα  ζήσω
με  κάποια  άλλη  μορφή  ή  σε  κάποια  άλλη  κατάσταση,
ότι  είναι  ωραία,  μεγάλη,  πολύ  μεγάλη  η  απλότητα.
       
    
    Αριστομένης  Λαγουβάρδος
   από  την  ποιητική  συλλογή
  << Καθώς  κυλά  το  ρόδινο  ποτάμι >>     
                              

Ο Αριστομένης Λαγουβάρδος γεννήθηκε στην Έμπαρο Ηρακλείου Κρήτης. 
Είναι Διπλωματούχος του Πολυτεχνείου Νεαπόλεως Ιταλίας (τμήμα Μηχανολόγων- Ηλεκτρολόγων Μηχανικών).
Zεί στο Ηράκλειο Κρήτης.
Έργογραφία
1)Το τέλος της αθωότητας ( Τυποκρέτα Καζανάκης)
2)Καθώς κυλά το ρόδινο ποτάμι ( Τυποκρέτα Καζανάκης)
3)Στα απόκρυφα τοπία της μοναξιάς (Υπό έκδοση)






ΑΛΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ - ΓΙΩΤΑΚΟΥ "Aπόσπασμα από το τέταρτο βιβλίο μου. Άτιτλο ακόμη. "



Το χωριό του ανεβασμένο σε χίλια μέτρα ύψος, κάπου στις ορεινές κορφές των Αγράφων, ήταν σα να κυβερνούσε από κει ψηλά όλη τη Θεσσαλική πεδιάδα που ξαπλώνονταν πέρα ως πέρα πότε με τα καταπράσινα στάρια, πότε με τα χρυσαφένια στάχια ενώ ο καυτός ήλιος του καλοκαιριού έκαιγε τους θεριστάδες και κοκκίνιζε τα πρόσωπά τους λες και είχαν φωτιές από μέσα.
Και από τα ψηλώματα αυτά και ο ίδιος πέρναγε τον εαυτό του για σπουδαίο και αυτούς που ζούσαν κάτω στον κάμπο δεν τους λογάριαζε και πολύ, γιατί τους έτρωγε το λιοπύρι το καλοκαίρι και η ελονοσία, που είχε από κάποιον ακούσει ότι ήταν μια κακιά αρρώστια, που τους έλιωνε και γιατριά δεν μπορούσαν εύκολα να βρούνε.
Ως τότε που έφυγε  ο Νικολής δεν είχε ματαδεί άλλο μέρος εκτός από το δικό του χωριό που ήταν ανεβασμένο σαν αετοφωλιά σε κείνες τις ψηλές κορφές!
 Σ’ αυτό είχε ζήσει, σ’ αυτό είχε χαρεί τις δικές του ομορφιές , εκεί στα ψηλώματα έπαιξε τη φλογέρα του και αντιλάλησε ο τόπος, εκεί άκουσε τα τριζόνια και το βουητό των μελισσών, εκεί γεύτηκε όλη τη γλύκα του δροσάτου αέρα το καλοκαιριού, κάτω από τον παχύ ίσκιο του έλατου και της καστανιάς, και το τσουχτερό κρύο το χειμώνα και κει χόρτασε τη φωτιά με τα μεγάλα κούτσουρα από οξιά και μυγδαλιά, που τριζοβόλαγαν και έφταναν τις φλόγες τους ως τα πάνω.
 Εκεί έζησε τα πάντα ο Νικολής και εκεί ήταν τα πάντα  για το Νικολή
 Να! Γιατί έκλαιγε και πόναγε!
Και σαν έφτασε η μέρα για να φύγει τον πήγε η μάνα του στο ξέφωτο στο βουνό. Ανέβηκε εκείνος σε ένα μουλάρι, που τον περίμενε, και σε λίγο χάθηκε από τα μάτια της μάνας του και μαζί χάθηκε και το χαμόγελο από τα χείλη του και τη θέση του την πήρε η μελαγχολία και η αγωνία, για το πού πάει;
Και κει στο ξέφωτο η μάνα κόλλησε το πρόσωπό της στη γη και έκλαψε τόσο πολύ που σχημάτισαν τα δάκρυά της μια λακουβίτσα και εκεί άφησε και την καρδιά της και γύρισε με το κεφάλι σκυφτό στο σπίτι της. Στράγγισε καλά τα δάκρυά της, τα σκούπισε με το κεφαλομάντηλό της, για να μην τη δουν τα άλλα παιδιά κλαμένη, και κυρίως η Λενίτσα της και πονέσει και κείνη, και έμεινε σαν καρφωμένη στη γης μ’ έναν πόνο να της σκίζει τα σωθικά και να θέλει να φωνάξει πολύ, μα να μην μπορεί, μην τυχόν και την ακούσει η Λενιώ και τα άλλα της παιδιά.
Όχι! Κανένα από τα παιδιά της δεν έπρεπε να καταλάβει τον πόνο της. Αυτή και μόνο έπρεπε να τον ξέρει και κανείς άλλος.
 Όμως,  όταν έλειπαν τα παιδιά, εκείνη άφηνε την καρδιά της ελεύθερη και δεν έκλαιγε απλά, αλλά θρηνούσε.
 «Ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει, είναι βαρύς ο χωρισμός, είναι βαρύ το χώμα μα η κακούργα ξενιτιά βαρύτερη ακόμα» τραγούδαγε και ξανατραγούδαγε η μάνα και η φωνή της ήταν σα μοιρολόι.
Ο καιρός περνούσε μα το φαρμάκι στο στόμα της μάνας κολλημένο δεν έλεγε να φύγει. Πήγε και στον παπά και του είπε τον πόνο της και έκλαψε πολύ, μα και κείνος τίποτε δε μπόρεσε να της κάνει παρά τις προσπάθειες του.
 «Κάνε κουράγιο και θα ξαναρθεί ο Νικολής. Για το καλό του πάει και για το καλό σας».
Τα άκουγε η μάνα και έφευγε με την καρδιά πιότερο ποτισμένη στον πόνο..Στο δρόμο μίλαε μοναχή της και όλο σκούπιζε τα μάτια της.
«Αμ! Είναι ο παπάς μάνα; Μπορεί τάχα να νιώσει τον πόνο τον τραχύ της μάνας;» έλεγε και όλο έλεγε το ίδιο πράμα και απάλυνση στον πόνο της δεν μπόραε να εύρει..

Το ταξίδι του Νικολή.

Και σαν κατέβηκε από το μπλάρ (μουλάρι) ο Νικολής έκλαψε για λίγο στην αγκαλιά του αγωγιάτη και ύστερα ανέβηκε σε ένα μικρό, σαραβαλιασμένο αυτοκίνητο για να φτάσει στην πρώτη πόλη, μετά το χωριό του, και να πάρει το τρένο, το μουτζούρη που το έλεγαν, για να πάει στην Αθήνα και από κει στον Πειραιά.
Σαράβαλο το αυτοκίνητο, χαλασμένος, γεμάτος λάκκους ο δρόμος και κούνα, κούνα το αυτοκίνητο και άμαθος ο Νικολής απ’ αυτά έβγαλε από μέσα του ό,τι είχε φάει στο σπίτι του. Οι πρώτες βρισιές ακούστηκαν. Ο Νικολής έχοντάς τα χαμένα, έσκυψε το κεφάλι του και δεν έβγαλε άχνα. Σκούπισε τα δάκρυά του με μια πετσέτα που του είχε δώσει η μάνα του και έμεινε ακίνητος ώσπου έφτασε στην Αθήνα.
Σαν  ένα μέρος που θα τον κατάπινε είδε τον Πειραιά
Δεν ήξερε τίποτε, δεν γνώριζε κανέναν. Τα πολλά και μεγάλα καράβια που έβλεπε φάνταζαν στα μάτια του σαν θηρία, έτοιμα να τον καταπιούν. Τα ψηλά τα κτίρια τον ζούρλαναν. Ένας θείος του θα τον περίμενε, αλλά δεν τον έβλεπε πουθενά. Άρχισε να φοβάται. Τα γόνατά του έτρεμαν. Η καρδιά του πως θα του φύγει νόμιζε. Kοίταξε δεξιά και αριστερά, κοίταξε προς το βάθος του μεγάλου δρόμου, μα τίποτε δεν είδε. Άφαντος ο θείος του. Μια απέραντη μελαγχολία τον έκανε να μην νιώθει καλά. Κρατήθηκε στα κάγκελα ενός σπιτιού για να μην πέσει κάτω.
«Τι κάνω τώρα μόνος και έρημος εδώ; Προς τα πού να πάω; άρχισε να αναρωτιέται. Τίποτε δεν ξέρω, κανέναν δεν γνωρίζω, προς τα πού να στραφώ;» Ο φόβος τον κύκλωσε, κυρίαρχο στοιχείο ης ζωής του έγινε.
« Μανούλα μου!!!» φώναξε και η φωνή του ακούστηκε στους γύρω του. Άρχισαν να γελούν και να τον περιπαίζουν. Έκανε δυο μεγάλες δρασκελιές και ξεμάκρυνε απ’ αυτούς. Η αγωνία όμως που τον έδερνε γινόταν αντιληπτή από τους μάγκες του λιμανιού και η κοροϊδία πήγαινε γόνα. Παιχνίδι τον βρήκαν και διασκέδαζαν.
Κάποτε επιτέλους φάνηκε στη στροφή του δρόμου ο μπάρμπας του ο Κώστας.
Ο Νικολής τρελάθηκε από τη χαρά του. Το πρόσωπό του έλαμψε. Η ψυχή του πετάρισε. Έτρεξε και αγκάλιασε το μπάρμπα του..
 «Νικολή μου, καλώς ήρθες παιδάκι μου. Άργησα λίγο, γιατί μια δουλειά έπρεπε τώρα να γίνει. Φοβήθηκες, έτσι δεν είναι; Άντε τώρα να μπαίνεις μέσα. Ράγισε η καρδιά του. Πόσο θα ήθελα να μπορούσε να μην φύγει! Μπροστά του η μάνα του και το Λενιώ του.
Δεν θέλησε να πει τίποτα. Άντρας ήταν. Έπρεπε να κρατά τον εγωισμό του.
Μπήκε στο καράβι και ήταν μέσα 20 ή και πιότερες μέρες. Πολύ δύσκολα περνούσαν. Ατελείωτες οι ώρες και οι νύχτες ατράνταχτες.








Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

ΚΑΠΙΡΗ ΒΟΥΛΑ - Η Θάλασσα και του Ήλιου τα " Ευχαριστώ "



Η Θάλασσα η πλανεύτρα,
αρχόντισσα, χιλιοτραγουδισμένη,
στα μάτια που την αγαπούν
μένει πιστή ερωμένη!
Τη νύχτα ασημοστολίζεται
του φεγγαριού τη λάμψη,
Θεά για κείνο ντύνεται
και τα μαβιά της βάζει,
να την κοιτάζει τ' Όνειρο
και να αναστενάζει!
Μα σαν χαράζει η αυγή
τον Ήλιο λαχταράει!
Ερωτοχτυπημένη, με
τη ζωογόνο του Θωριά
όταν λαμπρός με το άρμα του
τα ουράνια αφοπλίζει,
την Κάψα του,
που η αλμύρα της καλά γνωρίζει, στα ηλιοσκαλοπάτια 

τον προσμένει ν' ανεβεί,
καθάρια, αφρολουσμένη, ταπεινή
να τον καλωσορίζει!
Στον Ήλιο ανθίζει η Ζωή,
το Αύριο ελπίζει
κι ο πιο φτωχός, γυμνός Εαυτός
το Φως αναγνωρίζει!
Για τα Χρυσά χαμόγελα
που η Θάλασσα λατρεύει,
τα ραντεβού του Έρωτά της κλέβει!
Το άγγιγμα του λύτρωση
μαζί με θαλπωρή.
Να τη ζεστάνει πως ποθεί!
Επάνω στην ανάσα την καυτή,
με πάθος η δική της να εξατμιστεί!
Ο Ήλιος για την υγρασία αυτή,
στα χείλη δροσερό φιλί,
κάθε φορά " Ευχαριστώ " της λέει.
Κι άμα δεν βγει ο Ήλιος
πως πονά!
Η Θάλασσα θλιμμένη, σκοτεινή,
τη λύπη της να κρύψει δεν μπορεί.
Δάκρυα αλμυρά με τα λευκά πουλιά του στέλνει,
με τ' αφρισμένα κύματα ντυμένη! Κοιτάζει με θυμό 

τα σύννεφα,
τον Ουρανό και του αγριεύει,
που τη χαρά της άκαρδα,
δίχως ντροπή της κλέβει!
Πόσο ευτυχισμένη,
μέρωμα νου, γαλήνια
με τις λάμψεις τις χρυσές
σαν είναι στολισμένη!
Την έμπιστη της,
τη Γοργόνα της καρδιάς,
του Μεγαλέξανδρου την αδερφή καλεί.
Κάθε φορά της παραγγέλνει ν'ανεβεί!
Με τα κρινάτα χέρια, η χιλιόμορφη παρθένα,
που στα θνητά, αθάνατη γελά,
μ' ευλάβεια και στοργικά
τα χρυσαφένια " Ευχαριστώ "
στον κόρφο της,
στου πιο βαθύ ωκεανού της
τα απύθμενα να φέρει!
Κανείς τυχάρπαστος
εκεί δεν θα τα βρει,
το μυθικό της θησαυρό
δεν θα αγγίξει!
Στον κοραλλένιο της βυθό,
αιώνια.....δικό της θα κρατήσει!
Τα κρύβει τα " Ευχαριστώ ",
τα δένει κόσμημα ακριβό
που μόνο εκείνη
κι η Γοργόνα της γνωρίζει!
Κολιέ τα φτιάχνει αστραφτερό,
να το φοράει τις νύχτες
στο λαιμό,
στολίδι επάνω στα μαβιά,
στα μάτια του Ονείρου της
να λαμπυρίζει!
Κι εσύ Νου Ταξιδευτή,
πολυταξιδεμένε, συ Καπετάνιε
που το μπάρκο της Άνοιξης ορίζεις, του Ποσειδώνα
μήνυσε.......
Με προσοχή την Τρίαινα,
να το 'χει έννοια.....
μη τη Γοργόνα τραυματίσει!
Όχι, μη φανταστείς....
η Θάλασσα εκδίκηση δεν θα ζητήσει!
Μα ποιος μπορεί
τα δάκρυα της να αντέξει
όταν το λυπημένο
πρόσωπο της στρέψει!
Δεν της φτάνουν
τόσα ναυάγια που πνίγει,
τόσοι καημοί που στο βυθό της κρύβει;
Η Θάλασσα ίδια,
πάντα εκεί θα μένει,
απ' των ανέμων
τα χτυπήματα δαρμένη!
Το βλέμμα των Ταξιδευτών
με χρώματα, ήχους, άρωμα
κι αισθήσεις θα ποτίζει!
Θα ταξιδεύει την καρδιά,
θ' ακούει τους παλμούς της
και θα φυλάει στα σπλάχνα της
τους αναστεναγμούς της!
Κι όσο υπάρχει η Ζωή
κι όσο η Γη γυρίζει,
το χάδι του Ήλιου η Θάλασσα
με πάθος θα αγγίζει!!!
Έρωτες μ' ανοιχτά πανιά
εκείνη θ' αρμενίζει!!!

27/3/2015 ~ ~ V.K ~ ~
Voula Kapiri










ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΚΑΝΕΛΗΣ "Χρεοκοπία Ιδεών " Ποιητική Συλλογή





Γιώργος Γκανέλης - χρεοκοπία Ιδεών 
Ποιητική Συλλογή 
Εκδόσεις - ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ
Χρονολογία Έκδοσης Αύγουστος 2014
Αριθμός σελίδων 64
Διαστάσεις 24x17
ΙSBN 978-960-303-220-5

    ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
Ο Γιώργος Γκανέλης στην τρίτη του ποιητική συλλογή, βαθιά προβληματισμένος από την προφανή ηθική, κοινωνική κι πολιτική κρίση, κατακλύζεται από την έννοια της ματαιότητας και σχεδόν άπελπις αναζητά όλα εκείνα που μπορούν να ξεπλύνουν την κατακερματισμένη ψυχή, την πληγωμένη μνήμη, τη χρεοκοπημένη συνείδηση των ανθρώπων. Των ανθρώπων ως υποκείμενα-αντικείμενα της Ιστορίας, των ανθρώπων μιας Πατρίδας και μιας Ιδέας που καθημερινά «αυτοκτονεί σ' ένα άθλιο υπόγειο χαράματα με παγωνιά, αφήνοντας τη λάμπα ανοιχτή»... Οι στίχοι του Γκανέλη ψάχνουν με θόρυβο ή αθόρυβα για όλα εκείνα που θα ξεπλύνουν το τρίπτυχο ψυχή-μνήμη-συνείδηση από τις ενοχές, από τα ανεκπλήρωτα όνειρα, από τα ερωτηματικά και τα ψέματα, από την ισοπέδωση και την ερημιά, από το ανέφικτο... Κάθε ποίημα στη Χρεοκοπία Ιδεών μοιάζει με έναν απολογισμό. Έναν απολογισμό, που όπως παρατηρεί ο ποιητής, σταμάτησε «λόγω κακής ορατότητας», έναν απολογισμό «μονομερή, χωρίς αντίβαρο».



O Γιώργος Γκανέλης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Είναι καθηγητής Φιλολογίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Ανάπηροι δρομείς» το 2012, 
«Ο σκοπευτής της μνήμης» το 2013
 και «Χρεοκοπία ιδεών» το 2014, 
όλες από τις εκδόσεις Στοχαστής.


ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΛΛΟΓΗ 

 ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ ΙΔΕΩΝ

Τώρα πια το γρήγορο άλογο σταμάτησε να καλπάζει
ο ουρανός βούλιαξε στη σκουριά του
κι οι λέξεις γράφονται μόνο με αίμα.
Δεν υπάρχει δρόμος, μόνο χαλίκια
κι αγκάθια σπαρμένα παντού
ανέστια χρόνια μέσα στην ομίχλη.
Οι φόβοι κατηφόρισαν προς την προκυμαία
για ν’ αποχαιρετήσουν τη γαλήνια θάλασσα˙
μετά το τελευταίο πλοίο χίμηξε στα κύματα
ορφάνεψε το χαμόγελο, μάτωσε η αυγή.
Ποιος μαγάρισε τη ζωή μας
πού είναι οι ανθοφόρες νεραντζιές, τ’ ατέλειωτα ταξίδια;

Χρεοκοπία ψυχών και ιδεών
χρεοκοπία ανεξέλεγκτη ή συντεταγμένη
οι ελπίδες στην αγχόνη
και τα παιδιά κοιτάνε το αύριο και δειλιάζουν.

Τώρα πια, κάτω απ’ τη θαλπωρή των στίχων
κρύβεται μόνο ο θάνατος.
****
 ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

  Στον Μάριο Χάκκα   

Η εξουσία σε συνθλίβει, σου στερεί τα όνειρα
δεν έχεις πια βούληση επιλογής, δεν έχεις τίποτα
είσαι μια κενή σελίδα στο καλάθι αχρήστων
που θα φορτωθεί σε κάποιο απορριμματοφόρο.
Η φωνή σου μια παροπλισμένη κραυγή
σ’ έναν πόλεμο με χαμένες μάχες.

Κι όμως αντιστέκεσαι ακόμα
διεκδικώντας τη φετινή άνοιξη
που πρόβαλε μέσα απ’ το δάσος της Καισαριανής
ρίχνοντας πάνω στα ερείπια λίγο φως.

****                 
ΑΝΟΙΞΗ 2012

Τι άνοιξη κι αυτή!
Κουρεμένα ομόλογα και χρεοκοπημένες ψυχές
τα δελτία ειδήσεων μήτρα του ψεύδους
στα μάτια σου το απόλυτο κενό.

Τι άνοιξη κι αυτή!
Πουλιά βαλσαμωμένα και μυγδαλιές γυμνές
οι δρόμοι μυρίζουν ολοκαύτωμα
το κραγιόν σου κι αυτό ξεθωριασμένο.

Τι άνοιξη κι αυτή!
Ουρανοί συννεφιασμένοι και θάλασσες κόκκινες
οι παιδικές φωνές στο σφαγείο του χρόνου
τα φιλιά σου άτονα και παραπληγικά.

Τι άνοιξη κι αυτή!
Αλκοολικά χαμόγελα και μάτια υγρά
οι φωτογράφοι αποθανατίζουν την ερημιά
η αγκαλιά σου ένα ψεύτικο ομοίωμα.

Τι άνοιξη κι αυτή!

****  

 AΝΑΖΗΤΗΣΗ
               
Έψαξα την ψυχή μου
μέσα στους δισταγμούς και τις παλινωδίες
στη βοή του πλήθους και την ερημία της μουσικής
στους ακροτελεύτιους έρωτες
στα μάτια των περαστικών που αναζητούν το φως τους
στις βρόμικες σημαίες στα μπαλκόνια των κτιρίων
στη μεθεόρτια μελαγχολία μετά την κραιπάλη
στα συνθήματα στους τοίχους
στο παγωμένο χαμόγελο αρχές της άνοιξης
στην απεραντοσύνη μιας τελειωμένης μέρας
στις τρύπιες πολυθρόνες των νεοκλασικών σπιτιών
σ’ ερημικές παραλίες και σε ανέραστες γιορτές
στις αποτυχημένες εξεγέρσεις κατά της μοναξιάς.

Έψαξα την ψυχή μου
στα σκονισμένα κιονόκρανα των ναών
στην ξαφνική άφιξη του καλοκαιριού
στα τροχιοδεικτικά βλήματα
στα φοβερά σημεία των καιρών
στα εκμαγεία των μουσείων
στα χαρακώματα της νύχτας και στην αποπλάνηση του μυαλού
στα υπεραστικά δρομολόγια επαρχιακών πόλεων
στους φωτεινούς σηματοδότες κάτω απ’ το ράπισμα της βροχής
στα ασύστολα ψεύδη που λέγονται στις προεκλογικές συγκεντρώσεις
στο εναρκτήριο λάκτισμα μιας ακόμη κοροϊδίας.

Έψαξα την ψυχή μου και δεν τη βρήκα
παρά μόνο στη μοναξιά…
 ****  
 ΑΠΑΙΤΗΣΗ

Απαίτησα απ’ τη ζωή μου μια προκυμαία ήσυχη
με δεμένες βάρκες στην προβλήτα
γαλήνια νερά, καθαρή θάλασσα
κι ένα φεγγάρι αφόρητα αληθινό.
Βρήκα πολύβουα λιμάνια
με αφίξεις επιβατικών πλοίων τα χαράματα
βρόμικα νερά με πετρέλαιο και αίμα
καθώς η βροχή χτύπαγε ανελέητα τις λαμαρίνες.

Απαίτησα απ’ τη ζωή μου λίγη ομορφιά
δυο πεταλούδες να ερωτεύονται στη λίμνη
μια κατάλευκη άνοιξη να καταπίνει  το σκοτάδι
κι η αυλή με λουλούδια και πουλιά.
Συνάντησα την κακοτεχνία των πόλεων
βιαστικούς έρωτες με ημερομηνία λήξης
χειμώνες να λαξεύουν τον ήλιο
κήπους δίπλα σε υπονόμους.

Απαίτησα την καθαρότητα του αισθήματος
ήρθα αντιμέτωπος με την ψυχρότητα της Λογικής.

****  
ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ  

Έντρομοι κοιτάζουμε τον αιώνα
με γάζες κι επιδέσμους
να μεταφέρεται στο ασθενοφόρο
απ’ το πεδίο των μαχών.
Αεροπλάνα πετάνε ψηλά
ριπές πολυβόλων ακούγονται
καπνοί και κρότοι.

Έντρομοι κοιτάζουμε τον αιώνα
ν’ ακροβατεί σε σκοινί ισορροπίας
στρατιώτες ν’ ανεμίζουν τα σπαθιά τους
σκισμένες σημαίες στα μπαλκόνια
γερόντισσες στην πλατεία του χωριού
φορώντας φίμωτρα.

Κι εσύ, ουδέτερος παρατηρητής
να δικάζεις τους υπαίτιους
αθωώνοντας τον εαυτό σου.

               ****  
  ΠΑΡΑΤΑΣΗ

Άνοιξη με σιωπητήρια και φωτιές
το Πάσχα κρύφτηκε
πίσω απ’ τις θημωνιές του δρόμου
παιδάκια με πρόωρη λογική χωρίς συναίσθημα
ο φόβος σε κάθε γωνιά.
Η αμαρτία μια αναδυόμενη πόρνη στην Αιόλου
χτύπησε το κεφάλι της στη βιτρίνα
μετά μπήκε στο μετρό κι εξαφανίστηκε.

Δεν σε ξέρω πια
ατύπως γνωριζόμαστε
μια περαστική σκιά απ’ τη ζωή μου
σαν θώπευμα σκληρό.
Η μέρα γέμισε διλήμματα
η νύχτα αντικατοπτρισμούς.

Τα καλοκαίρια μας μια απαγορευμένη ανάμνηση
που τη σκυλεύσαν οι καιροί.
Με βαλίτσες αποχαιρετισμού οδεύουμε στο λιμάνι
να μπούμε σε πλοία παλιά με βαριά ονόματα.
Κι εσύ χωρίς προϊστορία
αγναντεύεις το μέλλον που πήρε παράταση
πετώντας τα μάτια σου στον γκρεμό.