Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ " ΕΙΝΑΙ Η ΜΙΑ!!! Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ!!! "


-Για ποιον έρωτα καλή μου μέρα νύχτα γράφεις; Για ποια φιλία, ολημερίς τις λέξεις τυραννάς; 
Για μένα, πότε θε να γράψεις, φώναξε τρεμάμενα μια γηραιά κυρία. Ένα μπαστούνι στα άπνοα χέρια της κρατά, ενώ πίσσα και καυσαέρια στάζουν τα τσιμεντένια της μαλλιά.
Μια απόπνοια βαριά κι η λέπρα στο κορμί της, μου φέρνουν με μιας λιποθυμιά.
-Σήκω να δεις τα χάλια μου, το κατάντημά μου ν΄αντικρύσεις.
Ψάχνω στο βαριά ρυτιδωμένο πρόσωπο, να αναγνωρίσω τη μορφή της.
Δυσκολεύομαι. Τα μάτια της σχεδόν τυφλά, ενώ βαλτώδεις θάλασσες, ξεχύνονται μέσα από τα δάκρυά της.

Μα ξάφνου, ανάμεσα από δυο πτυχές της ζαρωμένης σάρκας, διακρίνω το όνομά της. ΦΥΣΗ.
Πόσο ντρέπομαι! Κρύβω με τα δυο μου χέρια το πρόσωπό μου να μην δει.
Αυτή η μοσχοβολημένη αρχόντισσα, της πλάσης η Μαντόνα, πώς κατάντησε χτικιό της γεννετήσιας φύσης;

Μαντεύει ως φαίνεται την κραυγή της σιωπής μου, ρίχνει τ΄ανάθεμα και με γυρισμένες τις πλάτες της, γρυλλίζει:
-Όχι, δεν ήρθα εδώ το εγκώμιό μου να εκλιπαρήσω.
Είναι πολύ αργά να δείξετε την ευγνωμοσύνη σας για μένα, αφού με το κώνειο της αχαριστίας ποτίσατε εμένα. Ζαλίζομαι, με πιάνει παραζάλη, όταν… 

Όταν ένας λιποτάκτης της Ειρήνης, υποκλίνεται μπροστά μου.
Πύρινες φλόγες τα μαλλιά του, μπαρουτιασμένο το κορμί και στα πανώρια χέρια του, οι φανατισμένες σειρήνες του θανάτου.
-Ήρθε η ώρα να διαλέξεις Δεσποσύνη! Εγώ είμαι της γης ο ισχυρός ηγέτης. Για μένανε θα γράψεις. Είμαι ο πόλεμος, ιδού τα λάφυρά μου.

Σκύβω να ανιχνεύσω του σφαγιασμού το μίσος. 
Τη δυσωδία της Αλαζονείας του, ν΄αφουγκραστώ.
Μια ρακοντυμμένη μάνα, σέρνεται κατάχαμα στο χώμα. Ξερό πηγάδι το βυζί της, στάζει αίμα στου ετοιμοθάνατου σπλάχνου της το στόμα.
Πιο κει, στοίβες ψυχών, τα λείψανα της παραφροσύνης των τρελών, με ματωμένες ιαχές στο στερνό αντίο.

Νικητές και ηττημένοι με την ρομφαία του μηδενισμού αφανισμένοι.
Τα μεγάλα πιόνια της Παγκόσμιας ντροπής.
Ανθρωποειδή χωρίς ταυτότητα.
Άνθρωποι χωρίς ελπίδα.

Κι εκεί, στου σκοταδισμού την αφροσύνη, μια μελωδία χερουβική, τινάζει απρόσμενα τη φρικαλέα εικόνα στον αέρα.
Μια Ουρανόφερτη παρθένα, της θλίψης Θεραπεύτρα, 
της εξιλέωσης το Αγίασμα, στέκει περήφανα εκεί. 
Στη θεϊκιά της ομορφιά, οι αιμοχαρείς ανθρωποφάγοι, ντροπιάστηκαν με μιας. Γονάτισαν στο χώμα και με της αδελφοσύνης το φιλί, έδωσαν τα χέρια!

Άξιααααα!!! φωνάζουνε. Τη ραίνουνε με κρίνα. Τα μύρα ρίχνουν στης μεταλαβιάς το όραμα και στ΄αγαλματένια στήθια,
της Ειρήνης την κορδέλα!

Είναι η ΑΓΑΠΗ!!!
Μια οπτασία θεόμορφη, η Ιέρεια της πλάσης! Απ΄τον πανώριο της ναό, χαμογελά και τα ωσαννά της ψάλλει.
-Φτάνει καλή μου απόκαμες. Τα λόγια σου αντίδωρο, θρησκεία η ματιά σου. Προσκυνητάρι η μορφή, πανάκεια τα δάκρυά σου!

Τούτη την θεία ώρα, κάτω απ΄του σταυρού σου την Ανάσταση, όλοι εμείς οι αμαρτωλοί, τάμα βαρύ σου κάνουμε.
Πως στην δική σου χάρη Παντάνασσα, βιβλία ολάκαιρα θα γράψουμε. Και μέσα από τις μυρωμένες σελίδες τις ατέλειωτες, ο πόλεμος κι η ελευθερία, ο έρωτας κι η θρησκεία, η φύση κι η φιλία,
Εσένα θα υμνούν και με φωνή καθάρια θα βροντοφωνούν!

Λατρέψτε την ΑΓΑΠΗ!!!

ΑΠΟ ΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΣΑΛΟΝΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ 









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου