Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2015

ΧΡΗΣΤΑΚΗ ΜΑΡΙΝΑ " Σε μια ούτως ή άλλως συλημένη χώρα.."


Σε μια ούτως ή άλλως συλημένη χώρα,
(αθέατη στο λόφο, εκεί, στη θέση που της ορίστηκε)
περίμενε υπομονετικά την ώρα να εμφανιστεί.
Κρυμμένη πίσω από τον τίτλο που της έδωσαν και τις ερμηνείες του,
μακριά από τα διεισδυτικά βλέμματα, 
ωρίμαζε σιγά-σιγά.
Εκείνη βέβαια,
από την αρχή είχε αποφασίσει ανυπακοή στον αρχαίο γλύπτη που την εποίησε,
και αφέθηκε να την τραβάει λίγο- λίγο ο μαγνήτης του μέλλοντος.
Κάποια ανώνυμα συνεργεία,
κάποια στιγμή θα την έφερναν στο φως,
αφού (εκείνος)
δεν θέλησε να την τοποθετήσει (κι εκείνη)
στην πρόσοψη ενός ναού.
(Καλαίσθητος ήτανε, δεν είχε παράπονο, τόνισε ιδιαίτερα το θηλυκό της στοιχείο αφού παρατήρησε και γνώρισε καλά τα χαρακτηριστικά των Ελλήνων, την άποψη τους για την ομορφιά, την αίσθηση τους για το κάλλος, μα πιο πολύ, ο Ποιητής της, την αγαπημένη του παρατηρούσε, πως γέλαγε, πως κοίταζε, και πως κάθε βράδυ τιθάσευε εκείνο το χρυσό καταρράχτη που άπλωνε στο μαξιλάρι της. Και τον κομμωτή της παρατηρούσε καθώς και τις δώδεκα εκδοχές χτενισμάτων, για να αυτοσχεδιάσει
ο ίδιος στο τέλος.)
Ωστόσο μόνη της έλυνε τα μαλλιά της και τα έπλεκε πάλι.
Έπαιρνε τούφες- τούφες και σχημάτιζε δαχτυλίδια,
ακόνιζε το βλέμμα της,
έπαιζε με την ένταση στο μέσο των φρυδιών της μπροστά στον ασημένιο της καθρέπτη,
γύμναζε το χαμόγελο της να μην το χάσει
(κι ας μην το έβλεπε κανένας).
Όχι από φιλοδοξία,
μα για να αντέξει τις δονήσεις ασχήμιας
που κάθε τόσο λάμβανε από τον έξω κόσμο.
Ένα δημιούργημα ήταν.
Ήξερε καλά το είδος, το μέγεθος και το πάθος του δημιουργού της,
και θέλησε την υπέρβαση.
Εκείνος της επέβαλλε τη θέση της,
εκεί στο σκότος του ταφικού μνημείου,
κι όχι στο φως
όπως οι περιλάλητες αδελφές της.
Αθέατη να μένει,
κι αυτή κι η αδελφή της να φρουρούν,
στον αιώνιο ύπνο της τη βασίλισσα από τους επίδοξους εισβολείς.
Εκείνη όμως είχε άλλα σχέδια,
(δεν ήταν υποχρεωμένη άλλωστε,
είχε και κείνη τη δική της ζωή
κι επιθυμούσε να την ορίζει ίσαμε εκεί που θα ήταν μπορετό).
ήθελε να βγει στο φως.
Να επιβληθεί ήθελε με την ομορφιά της στην ασχήμια.
Να κοιτάξει ήθελε τα έκθαμβα και λυπημένα μάτια των ανθρώπων.
Να τους δώσει μια ευκαιρία
ή μήπως να τους αναγκάσει απαλά,
δια της ομορφιάς και όχι δια των λέξεων,
σε μια εκ νέου αφήγηση της ιστορία τους;
Δεν το είχε ακόμα ξεκαθαρίσει.
Είχε κι εκείνη τα τραύματά της.
Αγνοούσε βέβαια πως,
ακριβώς έτσι,
μισοειδωμένη θα εκόμιζεν εις την Τέχνην,
και θα συνομιλούσε μαζί μας
περισσότερο από ότι η ίδια ονειρευόταν.
Μαρίνα Μιχαήλ Χρηστάκη
(Σεπτέμβριος 2014)








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου