Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

Ιστίου Τόπος,Δημιουργική Γραφή με τη Σοφία Νινιού - Τέτα Καπουράνη, «Μ’ ένα χαμόγελο»




Ο αυγουστιάτικος ήλιος είχε ήδη ξεκινήσει την πρωινή του πορεία και οι ακτίνες του δειλά-δειλά άρχισαν να φωτίζουν το ανθισμένο γιασεμί, που κάλυπτε το φράχτη του  ισόγειου γωνιακού διαμερίσματος, στην εργατική πολυκατοικία. Από την αυλόπορτα ξεκινούσαν τα τρία σκαλοπάτια, που οδηγούσαν στη  μικρή βεράντα, πριν από την κουζίνα, τα δυο δωμάτια και το μικρό μπάνιο. Μια βεράντα, που ίσα-ίσα  χωρούσε τις καλά φροντισμένες πήλινες γλάστρες  με  τις γλαδιόλες, τις ντάλιες και τα γεράνια, δυο πολυθρόνες με εμπριμέ μαξιλάρια και το στρογγυλό τραπέζι με το ασορτί τραπεζομάντηλο. Πολύχρωμες παλέτες λουλουδιών και μπλεγμένες μεθυστικές ευωδιές  κυριαρχούσαν στο χώρο, εκτός από την ησυχία της καλοκαιριάτικης μέρας. Οι περισσότεροι γείτονες είχαν λιποτακτήσει από τη μικρή περιοχή, για πιο δροσερά μέρη, έξω από την πόλη. Μόνο ο ιδιοκτήτης του διπλανού διαμερίσματος είχε μείνει να φυλά κι αυτός Θερμοπύλες, όπως συνήθιζε να λέει, για να δικαιολογεί την καλοκαιρινή παραμονή του. Ο διπλανός ιδιοκτήτης και η μελαχρινή μικροκαμωμένη κατσαρομάλλα, σαραντάρα πια, χήρα και μητέρα, ιδιοκτήτρια αυτής της καλοδιατηρημένης βεράντας.
         Καθισμένη νωχελικά στην αναπαυτική πολυθρόνα της, με το δροσερό αεράκι να της χαϊδεύει το πρόσωπο, έπινε το διπλό καφέ με τη λίγη ζάχαρη, τσιμπολογώντας ένα καλοψημένο κουλουράκι. Από τις λίγες στιγμές ανάπαυλας, που μπορούσε να απολαύσει μες στη διάρκεια της ημέρας  πολυτέλεια το θεωρούσε  μια και αυτό θα κρατούσε το πολύ μιάμιση ώρα, πριν αρχίσει τις καθημερινές ασχολίες. Για την ακρίβεια, πριν αρχίσει τη δική της ρουτίνα, χρησιμοποιώντας ένανχιλιοειπωμένο  όρο, μια και η μια μέρα ήταν αντίγραφο της άλλης, λες και προέκυψαν  από copy-paste. Σε λίγο, η αγαπημένη αθλητική ραδιοφωνική εκπομπή  του  διπλανού άρχισε να τους συντροφεύει. Εκείνον στη μελέτη του στοιχήματος και εκείνη στις χαμένες σκέψεις της. Ευτυχώς, η λίγη μουσική ανάμεσα στις ακαταλαβίστικες πληροφορίες – έτσι τις θεωρούσε –  την οδήγησαν νοερά σε κρουαζιέρα, σε καλοκαιρινές διακοπές, στην παραλία, στις Σεϋχέλλες, στη Χαβάη, στο νησί.
          Ένα παραπονιάρικο ζεϊμπέκικο, με τη ζεστή φωνή του Μπιθικώτση, την προσγείωσε στην πεζή πραγματικότητα, διακόπτοντας τη φανταστική περιπλάνηση: «μ’ ένα παράπονο πικρό θα στο ξαναθυμίσω» και ένα πικρό χαμόγελο σύσπασε στο πρόσωπό της. Αμέσως αναλογίστηκε πως σπάνια παραπονιόταν και τη μόνιμη πίκρα, που είχε στα χείλη, δεν την άφηνε να κυλήσει, την κρατούσε σφιχτά σφραγισμένη. Δεν κατηγορούσε κανέναν και πάντα ένας καλός λόγος για όλους έβγαινε από τα πικραμένα της χείλη. Πρόσεχε να μη δυσκολεύεικαι να μη στεναχωρεί τους άλλους. Πάντα οι άλλοι σε προτεραιότητα. Από παιδί σεμνή, σοβαρή, καταδεχτική, με κουράγιο απέραντο και ιώβεια υπομονή.  Σήκωνε ένα σταυρό δυσανάλογο για το μπόι της, τα δικά της σακιά, μα η δύναμη της ψυχής της ατσάλωνε με την αντοχή του σώματός της.
          Πώς άντεξε με τόσα, που είχε να νοιαστεί;  Τη δουλειά πότε  σε σκάλες πολυκατοικίας, πότε σε σπίτια, καμιάσυμβασούλα  στην καθαριότητα κάποιου σχολείου − το νοικοκυριό του σπιτιού, τη φροντίδα της κόρης της, κυρίως αυτή. Δε στεκόταν στιγμή. Κι από τη μια να είναι  περήφανη για την παλικαρίσια στάση της, που ήταν μητέρα της συγκεκριμένης κόρης και από την άλλη, να έχει μια ευθύνη βαθιά μέσα της,  ένα μόνιμο βάρος, γιατί ακριβώς ήταν η μητέρα αυτής της κόρης. Δεν είχε δικαίωμα πια στη ζωή. Δεν μπορούσε να χαρεί κι αυτή όπως όλες οι κοπέλες, πηγαίνοντας  εκδρομές, στο θέατρο, στο σινεμά ή απλά κάνοντας έναν ανέμελο περίπατο στο κοντινό πάρκο. Τα είχε όλα τελείως στερηθεί, μιας και όλη μέρα ήταν εγκλωβισμένη στον ιστό, που ύφαναν τα βάσανά της. Άρχισε να απαριθμεί: εσωστρέφεια, κρίσεις θυμού, ανυπακοή, επιθετικότητα, αυτοτραυματισμοί, άρνηση επικοινωνίας, έλλειψη ενδιαφέροντος, απάθεια… Σίγουρα, κάποια πρέπει να έχει ξεχάσει.  Πόσες φορές έπιασε τον εαυτό της να μονολογεί…
«Να είσαι αναγκασμένη να κλείνεσαι μέσα στο σπίτι, για να αποφεύγεις τα συμπονετικά βλέμματα των φίλων και  τα περιπαιχτικά των εχθρών».
          Κάθε πρωί, την ώρα του καφέ, τα τελευταία δυόμιση χρόνια έκανε την απαραίτητη ενδοσκόπηση. Πόσο τη βοηθούσε αυτό να προχωρά μπροστά, να δυναμώνει, να μπορεί να υπερασπίζεται το παιδί. Ναι, πάντα θα είναι το παιδί, σε όποια βιολογική ηλικία και να φτάσει η κόρη της. Αλλά δεν είναι ψέμα. Έχει και την απόδειξη αποτυπωμένη σε επίσημο χαρτί. Είναι ένα μεγάλο παιδί κι ας έχει μπει στην εφηβεία. Κάτω από άλλες συνθήκες, τις κανονικές,  θα νοιαζόταν για άλλα πράγματα. Αλλάcest la vie,  που λένε και οι Γάλλοι και το πικρό χαμόγελο σκάει πάλι στα χείλη της. Τότε ήταν που, οι τελευταίοι στίχοι του τραγουδιού: «μ’ ένα χαμόγελο ζεστό θα σε καλωσορίσω»,προκάλεσαν αγαλλίαση σε όλο της το είναι. Της θύμισαν στιγμές ωραίες και ευχάριστες − ευτυχισμένες θα τις χαρακτήριζε  και, με ένα ανάλαφρο γέλιο, γύρισε τρία χρόνια πίσω.  Τότε που η αίτησή της στο πρόγραμμα για την εναρμόνιση της οικογένειας, έγινε δεκτή και η κόρη της ξεκίνησε στο υποστηρικτικό πλαίσιο στο διπλανό δήμο, στο πέτρινο κτίριο. Η προσαρμογή για το παιδί όχι εύκολη, αλλά τι έρχεται εύκολα σ’ αυτή τη ζωή; «τά ἀγαθά κόποις κτῶνται», έλεγε το αρχαίο ρητό. Ποιός το έγραψε δε γνώριζε, δεν ήταν και μελετηρή μαθήτρια.  Τί περιμένεις από ένα παιδί, που ορφάνεψε από τα δέκα και μεγάλωσε σε φτωχικό συγγενικό σπίτι; Τη φράση αυτή, την είχε όμως  χαραγμένη στη μνήμη της, γιατί την έλεγαν πολύ συχνά οι συγχωρεμένοι γονείς της.  
          Πάντα θα θυμάται τις πρώτες μέρες, που το παιδί έμεινε για λίγες ώρες μαζί με τις κοπέλες του κέντρου. Οι ανασφάλειες οι δικιές της, μετά από πολλές περιπλανήσεις σε διάφορα ιδιωτικά ανάλογα κέντρα, που δεν είχαν φέρει αποτέλεσμα, ήταν αρκετές να διατηρεί μια επιφύλαξη απέναντι στο προσωπικό. Πόσο λάθος είχε κάνει! Η υπομονή και η επιμονή τους, ο σωστός χειρισμός, οι εκπαιδευτικές προσεγγίσεις στις κοινωνικές δεξιότητες και στην κοινωνική επικοινωνία − αυτός ήταν ο στόχος, της είχαν πει − έφεραν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Το παιδί σιγά-σιγά άρχισε να αφήνει τις αρνητικές συμπεριφορές, να συγκεντρώνεται και να επικοινωνεί. Από τότε το κέντρο έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους. Η κόρη της βρίσκεται πέντε μέρες την εβδομάδα σε αυτό το ασφαλές και ευχάριστο περιβάλλον, με εξαίρεση τις ημέρες του Αυγούστου, τις ημέρες άδειας του προσωπικού. Δεν αργεί όμως να έρθει ο Σεπτέμβρης, να αρχίσει η νέα χρονιά στο ΠΕΤΡΙΝΟ.
          Την ώρα που οι συνειρμικές παραστάσεις πλησίαζαν να κόψουν το νήμα του τερματισμού αυτής της κούρσας αντοχής, ίσως κάνοντας και νέο ατομικό ρεκόρ, ένα μελαχρινό μουτράκι με δυο μεγάλα μαύρα μάτια πρόβαλε από την πόρτα της κουζίνας. Η κόρη της, το καμάρι της, με μια βιαστική και απρόσεχτη κίνηση, σκουντώντας το τραπέζι – ευτυχώς δεν έσπασε τίποτε αυτή τη φορά − βρέθηκε απέναντί της στην άδεια πολυθρόνα. Βουτώντας άτσαλα ένα κουλουράκι, τα μάτια τους διασταυρώθηκαν και ένα χαμόγελο, λίγο ακατέργαστο αλλά αυθεντικό, έκανε την ευτυχία να πατήσει το πόδι της στη μικρή βεράντα. Και μια και το χαμόγελο είναι μεταδοτικό, εμφανίστηκε άλλο ένα, έγιναν δυο, μεγάλωσαν, έγιναν γέλιο από καρδιάς, τόσο μεγάλο, που αν σωπάσεις, κλείσεις τα μάτια, θα το αφουγκραστείς και εσύ.  

Καπουράνη Τέτα


Ιστίου Τόπος,Δημιουργική Γραφή με τη Σοφία Νινιού 


Ο διαδικτυακός αυτός τόπος δημιουργήθηκε για να φιλοξενεί τα κείμενα, που μέσω του μαθήματος της δημιουργικής γραφής, που διδάσκω, εμπνεύστηκαν και έγραψαν οι εκπαιδευόμενοι.
Αφορμή στάθηκε η συνεργασία μου την Άνοιξη του 2015 με τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης των Δήμων
Μοσχάτου-Ταύρου
Καλλιθέας
Αλίμου
Στο χώρο όμως αυτό φιλοξενούνται και τα κείμενα φίλων, που εξ αποστάσεως συμβουλεύω και διδάσκω.

Επέλεξα το μάθημα αυτό, γιατί πιστεύω στην απελευθερωτική του επίδραση στην ψυχή του ανθρώπου, γιατί τον εισάγει στην Τέχνη και του ανοίγει δρόμους στην έκφραση των συναισθημάτων του και στη διατύπωση της σκέψης του. 
Σοφία Νινιού






1 σχόλιο:

  1. Εξαιρετικό!!!Άλλο ένα δείγμα του μεγαλείου της ψυχής σου αγαπητή Σοφία!!!
    Με συγκίνησες για άλλη μια φορά!!!
    Συγχαρητήρια καλή μου!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή