Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΜΟΥΤΖΑΝ-ΜΑΡΤΙΝΕΓΚΟΥ ( 2 Οκτωβρίου 1801 - 9 Νοεμβρίου 1832 )


Η Ελισάβετ Μουτσά(ν) γεννήθηκε στη Ζάκυνθο, κόρη του Φραγκίσκου Μουτσά(ν) και της Αγγελικής το γένος Σιγούρου. Οι γονείς της κατάγονταν από αριστοκρατικές οικογένειες της Ζακύνθου και ο πατέρας της ασχολήθηκε με την πολιτική. Η Ελισάβετ μεγάλωσε σε αυστηρό, κλειστό περιβάλλον, ασχολήθηκε ωστόσο με τα γράμματα από νεαρή ηλικία. Γνώριζε την ιταλική και τη γαλλική γλώσσα και επηρεάστηκε από τους τρεις δασκάλους της, τον Γεώργιο Τσουκαλά, τον Θεοδόσιο Δημάδη και τον Βασίλειο Ρομαντζά, όλοι κατώτεροι ορθόδοξοι κληρικοί. Το 1831, μετά από απόφαση της οικογένειάς της παντρεύτηκε τον κατά είκοσι χρόνια μεγαλύτερό της Νικόλαο Μαρτινέγκο, με τον οποίο απέκτησε ένα γιο τον Ελισσαβέτιο, λίγες ώρες μετά τη γέννηση του οποίου πέθανε από επιπλοκές στον τοκετό. Στο χώρο της λογοτεχνίας η Μαρτινέγκου έγραψε έργα για το θέατρο, δύο πεζές μεταφράσεις, της Οδύσσειας του Ομήρου και του Προμηθέα δεσμώτη του Αισχύλου. Έγραψε επίσης οικονομικές και ποιητικές μελέτες, καθώς επίσης ποιήματα και θεατρικά έργα στο ιταλικά. Παρά τον μεγάλο όγκο του συγγραφικού της έργου, το μόνο που σώθηκε ακέραιο είναι η Αυτοβιογραφία της, την οποία εξέδωσε ο γιος της το 1881. 



Η ΑΥΤΟBIOΓΡΑΦΟΥΜΕΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΜΟΥΤΖΑΝ - ΜΑΡΤΙΝΕΓΚΟΥ

της Ελένης Καρασαβίδου

Η Ελισάβετ Μουτζάν, γόνος δύο από τις ιστορικότερες ζακυνθινές οικογένειες (των γραμμένων στο “Libro d’oro” –“τη Χρυσή Βίβλο” των ευγενών του νησιού- από το 1633, ενετικής προελεύσεως Μουτζάν, ή Μουτσά, από την πλευρά του πατέρα της, και των Σιγούρων, που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην πολιτική και πνευματική ιστορία του νησιού, από την πλευρά της μητέρας της) γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1801 και πέθανε το Νοέμβριο του 1832. Δεκάξι μέρες μετά τη γέννηση του πρώτου και τελευταίου της παιδιού. 

Παρόλ’ αυτά, σε τούτη την τόσο σύντομη ζωή των τριάντα ενός της χρόνων, πρόλαβε να μας κληροδοτήσει βιώματα και στοιχεία της προσωπικότητάς της που της αποδίδουν δικαιωματικά το χαρακτηρισμό του τραγικού προσώπου. Ίσως, γιατί, όπως ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος, στην εισαγωγή του βιβλίου του “Ε. Μουτζάν - Μαρτινέγκου, Αυτοβιογραφία”, σημειώνει: «Η ιστορία της αθώας και επιμελούς Μπέτας που αποστήθιζε το ‘αμαθήτευτον μάθημα’, της ευφάνταστης και διψασμένης για γράμματα Ελίζας που συγκροτούσε με κόπο την ‘γραμματισμένη ζωή της’, και της υπάκουα εξεγερμένης Ελισάβετ που είχε αφιερωθεί με πάθος -ή με μανία- στο γράψιμο, είναι η ιστορία μιας τυπικής περίπτωσης γυναίκας της αστικής τάξης στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Αλλά παράλληλα είναι η ιστορία μιας τυπικής περίπτωσης οδηγημένης έως τα όριά της, επειδή από το ένα μέρος η πρωταγωνίστρια (ή η μάρτυς) έτυχε να έχει πλήρη συνείδηση της μοίρας της και από το άλλο μέρος αποφάσισε να αντιμετωπίσει τη μοίρα αυτή.» 

Η Ελισάβετ Μουτζάν - Μαρτινέγκου γεννήθηκε σε μια εποχή όπου στην Ευρώπη ορθωνόταν πανίσχυρο το ανδροκρατικό πρότυπο και η ανθρώπινη εταιρία του Διαφωτισμού σταματούσε εκεί που άρχιζαν «τα μακριά φορέματα της γυναικείας σκλαβείας». 

Η νεαρή Ζακυνθινιά, σύντομα και βαθιά, θα συγκρουστεί με όλες αυτές τις έννοιες και θα αναδείξει το μικρό της δωμάτιο σε φλάμπουρο αντίστασης. Είναι, στην πραγματικότητα, μια αθόρυβη πορεία. Ένα μυστικό, προσωπικό δράμα. Η ζωή περνάει από έξω με μεγάλες δρασκελιές. Η Ευρώπη αναμετράται με το παρελθόν και το μέλλον της. Τα Επτάνησα βράζουν. Η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του 1815, τα οριακά γεγονότα του Υψόλιθου και η Eπανάσταση του 1821 για εθνική αποκατάσταση και κοινωνική δικαιοσύνη, η φριχτή τρομοκρατία των Άγγλων, φαίνονται να περνούν αδιάφορα μπρος απ’ την κλειστή πόρτα. Οι αγέρηδες της εποχής βρίσκουν κλειστά παράθυρα. Αλλά και μια φλογισμένη πένα, που μέσα από τις γρίλιες τους θα φροντίσει να πιάσει όλο τον επαναστατικό αγέρα των αρχών του 19ου αιώνα, και να αποδώσει στο χαρτί τον αιώνιο αγώνα του ανθρώπου να αναμετρηθεί με το «Θεό», με τη μοίρα του, και να τον «κερδίσει». 

Πραγματικά αυτό που μας συγκινεί στην αυτοβιογραφία της Ελισάβετ Μουτζάν - Μαρτινέγκου δεν είναι τόσο η απαράμιλλη λογοτεχνική της αξία, η οποία θα ήταν εξάλλου τόσο δύσκολο να επιτευχθεί, εξαιτίας των αντικειμενικών δυσκολιών που βάραιναν την πένα της σε κάθε της βήμα, αλλά το γεγονός ότι σε αυτή συναντάμε τη γραφή στην πιο πρωτογενή μορφή της, στην ίδια τη Σισύφεια κοινωνική αποστολή της, έτσι καθώς βοηθά τον άνθρωπο να βρει και να σκαλίσει το αληθινό του πρόσωπο και ν’ αρθρώσει την πιο μυστική του κραυγή, χρησιμοποιώντας την πένα του/της ως έμβολο ενάντια στη μοίρα του…… 

Κι είναι η Ελισάβετ που, παρόλα αυτά, θα παίρνει την πένα, σχεδόν κάθε βράδυ, και θ’ αγωνίζεται, φλεγόμενη, με τη βοήθεια αρχικά της μητέρας της και της γιαγιάς της κι αργότερα κάποιων κληρικών (από τους οποίους ξεχωρίζει ο προοδευτικός Κωνσταντινουπολίτης λόγιος Θεοδόσιος Δημάδης) για κάτι που σήμερα θεωρείται αυτονόητο και είναι, ίσως γι’ αυτό, λιγότερο εκτιμητέο. Να μορφωθεί, να μάθει να σκέφτεται, ακριβώς για να μάθει να συμμετέχει: 

«Ζηλωταί του βαρβαρικού ήθους της Πατρίδος μου μη συγχυσθήτε! Αλλά τι λέγω μη συγχυσθήτε, αλλοίμονον! Σείς εγινήκατε θηρία από τον θυμόν σας. Εγώ συγχωρώ εις τας κόρας πολλά γράμματα. Εγώ διορίζω εις αυτάς τας ίδιας την ελευθερίαν εις το να ευγαίνουν από το σπήτι, όθεν εγώ εις τα μάτια σας φαίνομαι εν τέρας της φύσεως, δεν με μέλλει. Το ήθος είναι βάρβαρον, τυραννικόν. Εγώ μισώ, βδελύττωμαι, ονειδίζω όλα τα βαρβαρικά, τα τυραννικά πράγματα, μήτε φοβούμαι εκείνους οπού τ’ αγαπούν και διαφεντεύουν... Ήθος τυραννικόν, ήθος βάρβαρο εσύ, ναι με καταδικάζεις αλλ’ εγώ εμπαίζω την καταδίκην σου, όχι, όχι, ο θεός δεν μου έδωσε καρδίαν αχρείαν, ούτε συ με τα κλεισίματα σου, με τα φυλακώματα σου ηδυνήθης ποτέ να μου την αχρειώσης, αυτή επιθυμεί πάντοτε τας μεγάλας επιχειρήσεις και είναι πάντοτε έτοιμη να τας αρχίση και να τας τελειώση.» 


Αυτοβιογραφία



Κλασικό παράδειγμα τραγικής ειρωνείας αποτελεί ο χαρακτηρισμός της Ελισάβετ Μουτζάν - Μαρτινέγκου (1801-1832) ως της πρώτης Ελληνίδας πεζογράφου, επειδή αυτό αποτέλεσε μεν τον αποκλειστικό σκοπό της σύντομης ζωής της, αλλά ο σκοπός αυτός τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, αφού δεν είδε κανένα από τα έργα της να δημοσιεύεται όσο ζούσε. 


Μέσα από την "Αυτοβιογραφία" της αναπτύσσεται το δράμα μιας νεαρής γυναίκας της αστικής τάξης της Επτανήσου, που ενώ επιθυμεί να λάβει μέρος στην πνευματική, τουλάχιστον, ζωή του τόπου, και προσπαθεί σκληρά γι' αυτό, αναγκάζεται -σύμφωνα με το "βαρβαρικό ήθος της πατρίδος" της- να ζει έγκλειστη στο σπίτι του πατέρα της, αποκομμένη απ' όσα συμβαίνουν έξω. 

Διέξοδο στο δράμα αυτό έδωσαν το γράψιμο, που υπήρξε γι' αυτή μια ζωτική ανάγκη, και η "μελαγχολική Μούσα" της, που έπαιζε γι' αυτήν ένα λυτρωτικό ρόλο, για να αναδειχθεί γρήγορα σε όργανο κριτικής και καταγγελίας.


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ 

Έως τούτον τον καιρόν, δηλαδή έως τον όγδοον χρόνον της ζωής μου, εγώ δεν εγνώριζα ακόμη το αλφαβητάρι. Η μητέρα μου επιθυμούσε να πάρη διδάσκαλον δια να με μάθη γράμματα, και καθώς μου λέγει τώρα, ήκουε μεγάλην θλίψιν οπόταν εστοχάζετο μη τύχη και μείνω τελείως αγράμματη. Επιθυμούσεν, είπα, να πάρη διδάσκαλον, αλλ' αύτη η ταλαίπωρος δεν είχε καμμίαν εξουσίαν και δεν ημπορούσε να διάταξη τα πράγματα της φαμηλίας της καθώς ήτον εις την αρέσκειάν της. Η μάμμη μου είχε την επιστασίαν εκεί­νων των πραγμάτων όπου περικλείει ο οίκος, ο θείος μου είχε και έχει την επιστασίαν και την έξουσίαν των ακινήτων υπαρχόντων, ο πατέρας μου εφρόντιζε δια τας πολιτικάς υποθέσεις και δια τας οικιακάς δεν είχε καμμίαν έγνοιαν, όθεν η μητέρα μου είχε την επιστασίαν της ανατροφής των παιδιών, αλλά τα μέ­σα της έλειπον. Το μέσον δια να τον πληρώνη ημπο­ρούσε νά το έχη, αλλά το μέσον δια να πάρη τούτον τον διδάσκαλον, πώς ημπορούσε να το εύρη; Το σπήτι μας είχε (καθώς και ακόμη έχει) εκείνο το παλαιόν, βάρβαρον και αφύσικον και απάνθρωπον ήθος, όπου θέλει ταις γυναίκαις ξεχωρισμέναις από την ανθρωπίνην εταιρίαν. Έξ αιτίας τούτου του κακοτάτου ήθους, αυτή ευρίσκετο χωρίς καμμίαν γνώρισιν και να πάρη άνθρωπον όπου δεν εγνώριζε μήτε αυτή το ήθελε, μή­τε η επίλοιπη φαμήλια. Εστοχάσθη λοιπόν νά μου δείξη αυτή η ιδία εκείνα τα ολίγα γράμματα, όπου ήξευρεν, όθεν μου ήγόρασε μίαν φυλλάδα, και άρχισε κάθε βράδυ να μου καππακίζη το « Αγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος, ελέησον ημάς». ……….
Ο διδάσκαλος οπού άνωθεν είπα, μου είχεν εμπνεύσει μεγάλον ζήλον δια τα γράμματα, αυτός αφ' ου είχε μου δώκη μάθημα, εκάθητο και μου ερμήνευε την Θεοσέβειαν, και όλαις εκείναις ταις άλλαις αρεταίς όπου πρέπει να έχη ο άνθρωπος μάλι­στα δε ο Χριστιανός, έπειτα εκάθητο και μου εγκω­μίαζε την σπουδήν, και μαζύ με αυτήν, εκείνους οπού την έχουν, και οπού την ζητούσι. Τούτος ο σεβάσμιος ιερεύς γνωρίζωντας πως δεν ήτον πλέον αρκετός να μου δώση περισσότερα γράμματα από εκείνα οπού μου έδωσεν, είχεν είπη πολλαίς φοραίς του πατρός μου να μου εύρη ένα διδάσκαλον έπιτήδειον δια να με μαθητεύση, αλλ' αυτός δεν τον ήκουσε, διότι είχενεκείνην την παλαιάν βάρβαρον γνώμην, η οποία θέλει να μη μαθαίνουν οι γυναίκες πολλά γράμματα. ……
Έως τόσον απερνούσα πολλά καλά εις τα Πηγα­δάκια. Εγώ δεν είχα κανένα πράγμα οπού να με ενοχλήση, και η ώραις οπού εκεί απερνούσα ήσαν τη αληθεία ώραις εύτυχισμέναις. Επήγαινα μαζύ με τους γονείς μου εις την εκκλησίαν, οπού είχα να υπάγω ν' ακούσω λειτουργίαν από όταν ήμουν οκτώ χρόνων, εύγαινα και επήγαινα εις περιδιάβασιν, εύγαινα και εκαθόμην έξω από την θύρα του σπητίου, επρόβαινα εις το παρεθύρι. Όλα ταύτα είναι το ουδέν εις άλ­λους, αλλ' εις έμενα όπου ήμουν πάντοτε κλεισμένη εις ένα σπήτι, ήτον μεγάλον πράγμα……
Ένα βιβλίον οπού ονομάζεται Fior di Virtu, δηλαδή Άνθος Χαρίτων, έχει το κείμενον μεταγλωττισμένον εις την εδικήν μας ρωμαϊκήν γλώσσαν, όθεν εγώ εδιάβαζα εις τούτο καμπόσα λόγια ιταλικά, έπειτα εκοίταζα την εξήγησιν και τοιούτης λογής τα εμάνθανονπολλά εύκολα. Μία τέτοια σπουδή με ηνάγκασε ν' αφίνω το εργόχειρόν μου και να καταγίνωμαι εις αυτήν. Τούτο εκακοφάνηκε της μητέρας μου και της μάμμης μου και άρχισαν να με εμποδίζουν. Το εμπόδισμα αντί να μου σβύση την επιθυμίαν της μαθήσε­ως περισσότερον μου την ανάπτει …….
Ο πατέρας μου καθώς άνωθεν είπα είχεν ακόμη εκείνην την παλαιάν γνώμην του τόπου οπού δεν ήθελεν εις τα κοράσια πολλά γράμματα, όθεν νομίζω πως δεν έβλεπε με καλόν μάτι τον διδάσκαλον οπού ήρχετο να μου δίδη μάθημα και μιαν βραδιάν αναφέρωντας τον η μητέ­ρα μου, Και τί (της λέγει) έρχεται να της μάθη επιστήμαις; Ό λόγος ήτον με στομάχι, εγώ οπού ήμουν έξω εις την άλλην κάμεραν τον ήκουσα, και ησθάνθηκα τον εαυτόν μου καταδαφισμένον. Μ' έπιασεν ένας μεγάλος φόβος μην ήθελε με εμποδίσει από την σπουδήν, έκραξα τότε την μητέρα μου, της κάμνω γνωστήν την μεγάλην μου στενοχωρίαν, αύτη με περνά με λό­για και ευγαίνει από την κάμεραν, εγώ μνέσκω μο­νάχη και στρέφωντας τα μάτια μου εις μίαν εικόνα της Θεομήτορος αρχινώ να την παρακαλώ εκ καρδίας να ήθελε μου δώκη την χάριν να νικήσω όσα εμπόδια μου επρόβαιναν εις την σπουδήν και να ήθελε με αξιώσει να γίνω ένα καιρόν ωφέλιμη εις την ανθρωπίνην εταιρίαν. Την άλλην ημέραν η θλΐψις μ' έκαμε να πάρω μίαν όψιν αχαμνήν, η μητέρα μου φοβείται δια την υγείαν μου όθεν με παρηγορά λέγωντάς μου πως ήθελε ομιλήσει με τον πατέρα μου περί τούτου, ωμίλησε, και αυτός της είπε πως δεν ήθελεν εμποδίσει τον διδάσκαλον από το να έρχεται να μου δίνη μάθη­μα. Διά το όποιον πράγμα εγώ ησύχασα..….
Εις τούτον τον καιρόν η υπανδρεία άρχισε να μου ανοστίζη. Εγώ αγκαλά και πάντοτε εις το σπήτι κλεισμένη, από εκείνα τα ολίγα υποκείμενα τα οποία ημπορούσα να ιδώ αγροί- κουσα να λέγουν βάσανα και πάθη και όλα δια ταις υπανδρευμέναις, προς τούτοις μία εξα­δέλφη μου πρώτη και μία δεύτερη, κοράσια με φρονιμάδα, με ευμορφίαν, με ευγένειαν, και με καλόν προικιόν υπανδρεύθηκαν και απερνούσαν την πλέον χειρότερην ζωήν, οπού ημπορεί να περάση γυναίκα εις τον κόσμον. Δεν φθάνει τούτο, μία βραδιά η μητέρα μου μου έδωκε να περάσω ένα σειρήτι από ένα βρα­κάκι του αδελφού μου του μικρού, εγώ δεν εκατάλαβα πως απερνούσε και το επέρασα κακά, όθεν θυμόνει (δεν λέγω πως είχεν άδικον) και ονειδίζωντάς με μου λέγει πως δεν είμαι καλή δια τίποτες, πως δεν είμαι δια κόσμον, πως δεν είμαι δι' άλλο, παρά δια να γίνωκαλογραία. Εγώ δεν της είπα τίποτες, παρά επήγα εις την κάμεράν μου εκλείσθηκα και εκεί έδωκα αρχή και τέλος εις ένα μεγαλότατον θρήνον. Ο λόγος της μητρός μου ήτον λόγος του αέρος, αλλ' εγώ εστοχάσθηκα πως μία κάποια θεία έμπνευσις την έκαμε νατον προφέρη. Μου ήλθαν παρευθύς εις τον νουν όλαις η δυστυχίαις εις ταις οποίαις είναι υποκείμεναις η υπανδρευμέναις, με το ογλίγωρον μάτι του νοός ταις εκύτταξα, ταις επαρατήρησα και έμενα τρομασμένη. Από τότε άρχισα να συγκρίνω την μοναστικήν ζωήν με την κοσμικήν και πάντοτε ηύρεσκα πολλά καλήτερην εκείνην από τούτην. Εγώ έκαμνα ένα συμπερασμόν και έλεγον, «Όπου είναι ειρήνη είναι και ευτυ­χία· εις το μοναστήρι είναι ειρήνη, λοιπόν είναι και ευτυχία». Από ημέραν εις ημέραν εστερεωνόμουν πάντοτε εις την γνώμην μου και ήθελα να την φανερώ­σω της μητρός μου, αλλά δεν το έκρινα πρέπον, διότι εφοβόμουν μην ήθελεν αλλάξη ο στοχασμός μου, και τοιούτης λογής ήθελε φανώ ακατάστατη, δείχνωντας σήμερον μίαν γνώμην και αύριον μίαν άλλην, όθεν εστοχάσθηκα να της το φανερώσω αφ' ου είχεν απεράσει ένας χρόνος……
Εις τούτον τον καιρόν, δηλαδή τη 25 Μαρτίου 1821 την ημέραν του Ευαγγελισμού, έρχεται ο ποτέ διδάσκα­λος μου Θεοδόσιος Δημάδης και μας κά­μνει γνωστόν με πολλήν του χαράν, πως Γραικοί ανήγειραν τα όπλα εναντίον των Οθωμανών, πως η Πάτρα και η πλησίον της χώραις ήδη είχον σείσει τον ζυγόν της σκλαβιάς, και πως η επίλοιπαις χώραις, κατά την συμφωνίαν ίσως, είχαν τότε καμωμένον το ίδιον, αλλά ως πλέον μακράν, ακόμη η είδησις δεν ήτον φθασμένη εις την Ζάκυνθον. Ούτως είπεν ο μαύρος, διότι τέτοια ήτον η φήμη οπού παρευθύς έτρεξεν. Εγώ εις τα λόγια του άκουσα το αίμα μου να ζεσταίνη, επεθύμησα από καρ­δίας να ήθελεν ημπορώ να ζωστώ άρματα, επεθύμησα από καρδίας να ήθελε ημπορώ να τρέξω δια να δώσω βοήθειαν εις ανθρώπους, οπού δι' άλλο (καθώς εφαίνετο) δεν επολεμούσαν, παρά δια θρησκείαν και δια πα­τρίδα, και δια έκείνην την ποθητήν ελευθερίαν, η οποία καλώς μεταχειριζομένη, συνηθά να προξενή την αθανασίαν, την δόξαν, την ευτυχίαν των λαών. Επεθύμησα, είπα, από καρδίας, αλλά εκύτταξα τους τοίχους του σπητιού οπού με εκρατούσανκλεισμένην, εκύτταξα τα μακρά φορέματα της γυναικείας σκλαβιάς και ενθυμή­θηκα πως είμαι γυναίκα, και περιπλέον γυναίκα Ζακυνθία και αναστέναξα, αλλά δεν έλειψαόμως από το να παρακαλέσω τον Ουρανόν δια να ήθελε τους βοηθήση να νικήσουν, και τοιούτης λογής να αξιωθώ και εγώ η ταλαίπωρος να ιδώ εις την Ελλάδα επιστρεμμένην την ελευθερίαν και μαζύ με αυτήν επιστρεμμένας εις τας καθέδρας τους τας σεμνάς Μούσας, από τας οποίας η τυραννία των Τούρκων τόσον και τό­σον καιρόν τας εκρατούσε διωγμένας……
Ω αναποδογύρισμα ιδεών! Ω στιγμή από ταις πλέον δυστυχισμέναις στιγμαίς της ζωής μου! Αλήθεια είναι χρέ­ος του παιδιού να μην ευγάνη γνώμην, αλλά να υπο­τάσσεται εις την γνώμην των γονέων του, αλλά είναι όμως εις την εξουσίαν του το να υπανδρευθή και το να μείνη ανύπανδρον και να ζήση εις μοναστήρι. Χαιρόσασθε, ω γονείς, την εξουσίαν οπού έχετε με δί­καιον εις τα παιδιά σας, αλλά ως εκεί μη θέλετε ναπαίρνετε τα δικαιώματα της φύσεως, ταύτην την λαιμαργίαν αφήτε την, σας παρακαλώ, εις τους τυράν­νους, εις τους οποίους μόνον αρμόζει! Εις τούτους λοιπόν η κίνησις των παθών έγινε μεγάλη, εγώ πνιμένη εις ένα ποτάμι δακρύων, «Αχ μητέρα! (εφώναζα) μίαν φοράν οπού γνώμη τόσον θεάρεστη, τόσον έντιμος, τόσον αγαθή, φαίνεται εις εσάς όλον το ενα­ντίον, εγώ θα υπάγω να χωθώ εις μίαν κουφάλαν βουνού και εκεί μέσα να ζήσω». Θεέ μου! εστοχαζόμην ποτέ πως είχα να απαντήσω μίαν τέτοιαν εναντίωσιν, πως είχα να εύρω εις εκείνους οπού πλέον ετιμούσα και αγαπούσα μίαν καρδίαν τό­σον σκληράν, τόσον βάρβαρον!... Τέτοιοι λοιπόν θέλει είναι όλοι οι άνθρωποι. Αχ! μέσα εις το σπήλαιον θέ­λει ζήσω βέβαια ευτυχισμένη μη όντας υποκείμενη να τους βλέπω και να συναναστρέφωμαι με αυτούς. Ταύτα και άλλα πολύτερα κινημένη από τα πάθη έλε­γα κλαίωντας, οπόταν έρχεται ο πατήρ μου, και έρχε­ται με άλλην όψιν. Αυτός εκεί όπου ετραβήχθη εις την κατοικίαν του, βέβαια θέλει εστοχάσθηκε καλήτερα το πράγμα, όθεν αρχίζει να λέγη, πως εκείνος δεν ημπορεί να εμποδίση ένα τέτοιον πράγμα, διατί τούτο είναι κράξημον θεϊκόν, και από το άλλο μέρος πως δεν έχει καρδίαν να με βιάση δια να υπανδρευθώ, διατί δεν θέλει (ανίσως και ήθελε εύρω κακήν τύχην) να τον ελέγχη η συνείδησις, ωσάν αίτιον της δυστυ­χίας μου, προς τούτοις μου λέγει: «Το καλήτερον μοναστήρι οπού να έχωμεν, είναι εκείνο εις το οποίον μελετάς να υπάγης, αλλά αυτό είναι μέσα εις το Κάστρον, και τοιούτης λογής είναι περικυκλωμένον από στρατιώτας, όθεν εγώ δεν καταδέχομαι ν' απερνάω από το μέσον τους, δια να έρχωμαι να σε βλέπω. Υπομονέψου ολίγον και ή εγώ, ή ο αδελφός σου, όταν επιστρέψη από την Ιταλίαν, θέλει σε απεράση εις κανένα μοναστήρι τής Βενετίας. Εκεί θέλει ευρείς κόραις ευγενέσταταις ωσάν εσένα και καλήτεραις από εσένα, εκεί θέλει ευρείς ησυχίαν και ανάπαυσιν, όθεν θέλει απεράσης μίαν εύτυχεστάτην ζωήν, ό,τι λογής επιθυμεί η καρδία σου». Εις τέτοια φρόνιμα, και επ' αληθείας πατρικά λόγια γνωρίζω τον αγαπημένον μου πατέρα, όθεν εξαλείφω εκείνην την δυστυχισμένην ιδέαν οπού προ ολίγου είχα κάμει περί του χαρα­κτήρος του, και παρευθύς η ελπίδα της ευτυχίας αρχίζει να ζεσταίνη το αίμα γύρωθεν της καρδίας μου……
Την άλλην ημέραν έρχεται και μ' ευρίσκει ο θείος μου και αρχινά με πολλήν γλυκύτητα να μου λέγη λόγια οπού δεν ανταποκρίνοντο τελείως εις εκείνα οπού είχεν αναγνώση περασμένην ημέραν εις την γραφήν μου. Δηλαδή αρχίζει να μου λέγη: Πώς ένα παι­δί, οπού αποτολμεί να ευγάλη γνώμην εις τους γονείς του είναι επαναστάτης· πώς εγώ δεν έχω κανένα δί­καιον να ζητώ ένα τέτοιον πράγμα, και πως ανίσως ήθελ' έχω δίκαιον αυτός ο ίδιος ήθελε μου το διαφεντεύση. Πως ανίσως εγώ θέλω να φύγω τον κόσμον δια να μη πέσω εις μεγάλας δυστυχίας, όχι δια τούτο δεν ημπορώ να πέσω εις μικράς, και όταν ένας άνθρω­πος είναι δυστυχής εις μικρά πράγματα, είναι το ίδιον ωσάν να ηθελεν ήναι και εις μεγάλα. Τέλος πά­ντων μου λέγει πως ν' αφήκω την γνώμην οπού έχω και πως όταν φανερωθή περίστασις δια υπανδρείαν μου με την ποσότητα της προίκας, ήθελε φανερώση πόση ήτον η αγάπη οπού μου επρόσφερνεν εξ αιτίας της καλής ηθικής μου. Εγώ πάντοτε σταθερά εις τηνγνώμην μου του απόδειχνα πως ήταν αδύνατον να την απαρατήσω, αλλά χωρίς να τον καταπείσω εις τα λόγια μου, μήτε εγώ να καταπεισθώ εις τα εδικά του, τον βλέπω και μισεύει μ' εκείνην την ιδίαν γλυκύτη­τα, με την οποίαν είχε έλθη…….
Απεθυμούσα να μην ήθελε κάμω γνωσταίς εις τους μεταγενεστέρους τούταις ταις σύγχυσαις οπού εγώ έλαβα εξ αιτίας του πατρός μου, αλλά δεν ημπορούσα να κάμω αλλέως, διατί απεφάσισα να μη κρύψω τίπο­τες από τα περιστατικά της ζωής μου, και διατί ήθε­λα να παρακαλέσω όλους τους πατέρας να μη προ­τιμούν καλήτερα τον εαυτόν τους από τα τέκνα τους. Αγαπάτε, αγαπάτε, πατέρες, σας παρακαλώ, τα τέκνα σας, φροντίζετε πάντοτε να τα κάμνετε να ζουν ευτυχώς, μίαν φοράν οπού χωρίς αυτά να σας την ζη­τήσουν, εσείς αυτοθελήτως τους εδώκατε την ζωήν. Αλλά είναι θηλυκά· μάλιστα διατί είναι θηλυκά χρεωστείτε να τα αγαπάτε περισσότερον. Εμείς η μαύραιςγυναίκες όντας γεναμέναις από την φύσιν πλέον αισθητικαίς, όντας καταδικασμέναις από την συνήθειαν να ήμεθα πλέον υποκείμεναις εις τους πατέραςαφ' ό,τι είναι οι άνδρες, γροικούμεν την πατρικήν αγάπην περισσότερον, και περισσότερον φροντίζομεν να δειχνώμασθε εις τους πατέρας υποτεταγμέναις. Από το άλλο μέρος χρεωστείτε, διατί είναι θηλυκά να τα αγαπάτε καλήτερα, επειδή και αυτά (ομιλώ δια τα θηλυκά της πατρίδος μου), όντας φυλακωμένα εις ένα σπήτι έχουσι περισσότερον χρείαν από την πατρικήν φροντίδα σας……
Ο αδελφός μου βέβαια θέλει είχεν ακουσμένον εις την Ιταλίαν από τον πατέρα μας την επιθυμίαν οπού εγώ είχα δια να ζήσω εις μοναστήρι, όθεν αφ' ου πρώτα μου την έβαλεν ως περίπαιγμα, άρχισε να πάσχη να με καταπείση δια να την απορρίψω, και να θελήσω υπαν-δρείαν, αλλ' όσον αυτός έπασχε να με καταπείση εις τούτο, τόσον εγώ πλέον εστερεωνόμουν εις την ννώμην μου. Εγώ εφοβόμουν μεγάλως όλα εκείνα τα κακάοπού ημπορούν να συνέβουν εις μίαν υπανδρευμένην, αλλά περισσότερον από όλα εφοβόμουν μενάλως μην είχε τύχη να πάρω κανένα από εκείνους τους άνδρας οπού θέλουν να έχουν την γυναικά τους ωσάν σκλά­βα, και την νομίζουν δια κακήν, οπόταν αύτη ωσάν σκλάβα δεν θέλει να φέρεται. Βλέποντας τέλος πά­ντων και τον αδελφόν μου τοιούτης λογής εναντίον εις την γνώμην όπου είχα δια το μοναστήρι, εκοινολόγησα, τόσον εις αυτόν ωσάν και εις τον θείον μου, τον στοχασμόν οπού μού ήλθε δια να υπάγω να ησυ­χάσω εις εκείνο το μετόχι μας, οπού εδώ επάνω ήδηεμελέτησα. Τούτο το πράγμα εφάνη απαίσιον και εις τους δύω, όθεν εγώ τότε ευρέθηκα εις την μεγαλητέραν στενοχωρίαν οπού δύναται να ευρεθή άνθρωπος εις τον κόσμον. Όχι να υπάγω να ησυχάσω, διατί δεν ηθέλησαν οι συγγενείς μου, όχι να υπανδρευθώ, διατί εγώ δεν ήθελα, έπρεπε λοιπόν να μείνω δια παντός εις το σπήτι. Δια παντός εις το σπήτι! Α! τούτος ο στοχασμός με έκαμνε να τρομάζω· εγώ έβλεπα καλά πως τούτοτο σπήτι εξ αποφάσεως ήθελε μου προξενήσει 'γλίγωρον και κακόν θάνατον. Μέρα και νύκτα κλεισμένη χωρίς να δύναμαι να πηγαίνω μήτε εις εκκλησίαν, μήτε εις περιδιάβασιν, χωρίς να έχω την παραμικράν ξεφάντωσιν, χωρίς να έχω πλέον ελπίδα δια να αλλά­ξω ζωήν, χωρίς να ακούω άλλην ομιλίαν παρά εκείνην του πατρός μου (επειδή ο αδελφός μου και ο θείος μου ή ολίγον, ή τίποτε συνωμιλούσαν μαζύ με εμάςταις γυναίκες) ο οποίος άλλο δεν έκανε παρά να λέγη τα πλέον δυστυχισμένα και μελαγχολικά λόγια οπού ποτέ να ειπώθησαν, ήσαν όλα πράγματα οπού μου έδιναν μίαν μεγαλωτάτην θλίψιν και στενοχωρίαν, πάθη οπού 'γλίγωρα εξ αποφάσεως έμελλε να με γκρεμνίσουν εις το μνήμα. Τί λοιπόν, έλεγα με τον εαυτόν μου, έχω να αποθάνω, και ν' αποθάνω χωρίς να κάμω καλόν; χωρίς να εκπληρώσω εκείνο το τέλος δια τοοποίον βάνει ο θεός τον άνθρωπον εις τον κόσμον;
Εις όλην την Ευρώπην είναι ελευθερία εις ταις γυναίκαις, και το βάρβαρον ήθος της Ζακύνθου, οπού βαστά ταις κοπέλλαις κλεισμέναις είναι από όλους μισητόν, όθεν εγώ με δίκαιον ενόμιζα, πως και η Βενετία, και όλαις η άλλαις χώραις ήθελε 'γροικήσουν με σπλάχνος τα δικαιώματα μου. Αληθώς η Ζά­κυνθος εστοχαζόμουν πως ήθελε να τ' αποβάλη· αλλά τι είναι η Ζάκυνθος εμπρός εις την Ευρώπην; Από το άλλο μέρος, εγώ δεν εφρόντιζα τίποτε δια τους ονειδισμούς της, επειδή και εξ αιτίας του βαρβάρου ήθους της είχα αναγκασθή νάα πράξω έργον τόσον απαίσιον…..
Αφού λοιπόν είδα πως η γνώμη των συγγενών μου δεν άλλαξε, και πως χωρίς την θέλησιν αυτών εγώ δεν ημπορούσα να κάμω τίποτες, τους είπα ότι εγώ έβανα την επιθυμίαν του μοναστηρίου εις μίαν μερίαν (όχι διατί έκατάλαβα πως είναι κακή, αλλά διατί είχα κατα­λάβει πως δεν δύναμαι να την τελειώσω) και ότι ήμουν έτοιμη να δεχθώ οποίον συμβίον αυτοί ήθελε μου δώσουν. Εδώ εις την Ζάκυνθον είναι πολλά δύσκολον πράγ­μα νά ευρίσκωνται γαμβροί ευγενείς και πλούσιοι, επειδή και τα ευγενή, και πλούσια σπήτια, όσα παι­δία θηλυκά έχουν πρέπει να τα υπανδρεύσωσι, και από τ αρσενικά τους δεν υπανδρεύουν παρά ή ένα, ή κανένα. Όθεν η ταλαίπωρος μήτηρ μου και οι άλ­λοι συγγενείς μου έβλεπον πως ήτο δύσκολον, ή διά να ειπώ καλήτερον, αδύνατον πράγμα να ευρεθή κανέν άξιον υποκείμενον δια να μου γένη συμβίος. Αφ' ου επέρασαν πέντε ή εξ μήνες εις τούτην την απορίαν, φοβούμενη εγώ μήπως αναγκασθούν και μου δώσουν κανένα άνδρα ουτιδανόν, εύγαλα πάλιν έξω το ζήτημα του μοναστηρίου, λέγωντας πως ήτο πολύ καλήτερον να υπάγω εις ένα μοναστήρι τής Ιταλίας, παρά να πάρω κανένα άνδρα πολύ κατώτερον από εμένα, αλλά η μήτηρ μου και οι άλλοι τής φαμελιάς, αγκαλά και να εβλεπον την έλλειψιν των γαμβρών, πάλιν δεν ήθελαν εις κανένα τρόπον ν' ακούωσι το μοναστήρι. Εις την στενοχωρίαν οπού τότε ευρέθηκα, να μην ευρεθή, Θεέ μου, καμμία άλλη! Μου έλεγεν ο νους μου, πως μίαν φοράν και δεν ευρίσκετο άνδρας δια εμένα, πως μίαν φοράν και δεν μ' άφιναν να υπάγω εις μοναστήρι, έπρεπε χωρίς άλλο να μείνω δια παντός εις το σπήτι, και εδώ εις την Ζάκυνθον το να μείνη μία κόρη ανύπανδρη, είναι το ίδιον ωσάν να μείνη και εις φυλακήν. Αλλά τούτο το κλείσιμον του σπητιού εκατασταίνετο εις εμένα πολύ ανυπόφορον, ωσάν οπού έστοχαζόμουν, ότι μαζύ μ' εμένα ήθελε μείνουν κλεισμένα και τα συγγράμματα μου, και μήτε ήθελεν ημπορέσω να στολίσω το πνεύμα μου με περισσοτέραν σπουδήν από εκείνην οπού είχα……
Έπειτα τέλος πάντων κάποιον καιρόν ευρέθηκεν ένας άνθρωπος χρησιμώτατος δια εμένα, ο οποίος έδειξε πως είχεν εις μεγαλην υπόληψιν τα ήθη μας, αλλά δεν ηξεύρω δια ποίαις εδικαίς του οικιακαίς αφορμαίς δεν ηθέλησε να κάμη ευθύς την συνθήκην του γάμου, αλλ' αναβάλλωντας τον καιρόν απέρασαν δεκάξη μήνες, εις το τέλος των οποίων, έσμιξε με το υποκείμενον οπού απερνούσε τα λόγια και του είπε να είπη των γονέων μου πως ήτον έτοιμος δια να δέση τον γάμον, αν ίσως και αυτοί τον εκαταδέχοντο να τον κάμουν γαμβρόν τους, έπειτα από τόσαις αναβολαίς καιρού οπού αυτός τους είχε κάμει. Οι γονείς μου και ο θείος μου δια την μεγάλην έλλειψιν οπού ήτον εις τους γαμβρούς, δια ταις χάραις τον υποκει­μένου του, και δια την μεγάλην ταπείνωσιν οπού έδειξε, τον εδέχθησαν ασπασίως. Του εκάμανε λοιπόν γνωστήν την-προίκα, η οποία αγκαλά και δεν ήτο ποταπή, του ολιγοφάνηκε, και άρχισε να ζητάη προίκα όσην ήθε­λε, και όπως ήθελε. Τούτο το πράγμαεβαροφάνηκε πολύ εις το σπήτι όχι τόσον διατί εφοβήθησαν πως είχον να δώσουν περισσότερον προικιόν, όσον διατί εστοχάσθησαν πως τούτος ο άρχωντας ήτον αληθώς φιλάργυρος (καθώς ο κόσμος τον έλεγε) και πως δεν κυττάζει τίποτες άλλο, παρά τα πλούτη, και κάμνει ολίγον λογαριασμόν δια ταις αρεταίς. Μ' όλον λοιπόν οπού τους εβαρυφάνηκεν, η ελλειψις όμως των γαμβρών και η ευγένεια, με την οποίαν αυτό το υποκείμενον τους αντιλογείτο εις την προίκα, τους έκαμε να πέσουν εις σύμβασιν με αυτόν, αλλά μ' όλον τούτο δεν ηξεύρω πάλιν δια ποίαις αφορμαίς εδικαίς του άφησε την υπόθεσιν αμφίβολην δια τεσσάρας μήνας. Εγώ όχι μόνον δεν τον εγνώριζα τελείως τούτον τον άνθρωπον, αλλά μήτε δεν είχα άκούση ποτέ, το ποίαν θεωρίαν να είχεν, όμως δια ταις χάριταις οπού είχεν, επιθυμούσα σφόδρα να λάβω την καλήν τύχην να τονκάμω άνδρα μου· αλλά βλέπωντας ταις αναβολαίς τον καιρού οπού μας έκαμνεν εις το να τελείωση τον γάμον, και προς τούτοις τον πόθον οπού είχε δια τα πολλά προικιά, τόσον η καρδία μου τον εμίσησεν, οπού δεν ήθελα πλέον ν' ακούω μήτε το όνομα του….


H Aυτοβιογραφία της Zακυνθινής λόγιας Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου (1801-1832), μια σημαντική ιστορική μαρτυρία και συγχρόνως το πρώτο αξιόλογο δείγμα γυναικείας γραφής στη νεοελληνική γραμματεία, πρωτοεκδόθηκε το 1881. Tα αποσπάσματα που επιλέξαμε αναφέρονται στην αναζήτηση της ελευθερίας από μια νέα γυναίκα των αρχών του 19ου αιώνα και φανερώνουν την αντίδρασή της στο άκουσμα της είδησης για την επανάσταση του 1821, αλλά και τη συνείδηση του αποκλεισμού της από κάθε μορφή δημιουργικής ζωής και την αγωνία της για την τύχη του πνευματικού της έργου.


Εις τούτον τον καιρόν, δηλαδή τη 25 Μαρτίου 1821, την ημέραν του Ευαγγελισμού, έρχεται οποτέ* διδάσκαλός μου Θεοδόσιος Δημάδης, και μας κάμνει γνωστόν με πολλήν του χαράν πως οι Γραικοί ανήγειραν* τα όπλα εναντίον των Oθωμανών, πως η Πάτρα και οι πλησίον της χώρες ήδη είχον σείσει τον ζυγόν της σκλαβίας, και πως οι επίλοιπες χώρες, κατά την συμφωνίαν ίσως, είχαν τότε καμωμένον το ίδιον, αλλά, ως πλέον μακράν, ακόμη η είδησις δεν ήτον φθασμένη εις την Ζάκυνθον. Oύτως είπεν ο μαύρος,* διότι τέτοια ήτον η φήμη, οπού παρευθύς έτρεξεν.

Εγώ εις τα λόγια του άκουσα* το αίμα μου να ζεσταίνει, επεθύμησα από καρδίας να ήθελεν ημπορώ να ζωστώ άρματα, επεθύμησα από καρδίας να ήθελε ημπορώ να τρέξω διά να δώσω βοήθειαν εις ανθρώπους, όπου δι' άλλο –καθώς εφαίνετο– δεν επολεμούσαν, παρά διά θρησκείαν και διά πατρίδα, και διά εκείνην την ποθητήν ελευθερίαν, η οποία, καλώς μεταχειριζομένη, συνηθά να προξενεί την αθανασίαν, την δόξαν, την ευτυχίαν των λαών. Επεθύμησα, είπα, από καρδίας, αλλά εκοίταξα τους τοίχους του σπιτιού, όπου με εκρατούσαν κλεισμένην, εκοίταξα τα μακρά φορέματα της γυναικείας σκλαβίας και ενθυμήθηκα πως είμαι γυναίκα, και περιπλέον γυναίκα Ζακυνθία, και αναστέναξα, αλλά δεν έλειψα όμως από το να παρακαλέσω τον Oυρανόν διά να ήθελε τους βοηθήσει να νικήσουν, και τοιούτης λογής να αξιωθώ και εγώ η ταλαίπωρος, να ιδώ εις την Ελλάδα επιστρεμμένην την ελευθερίαν και, μαζί με αυτήν, επιστρεμμένας εις τας καθέδρας* τους τας σεμνάς Μούσας, από τας οποίας η τυραννία των Τούρκων τόσον και τόσον καιρόν τας εκρατούσε διωγμένας. […]

Εγώ εφοβόμουν μεγάλως όλα εκείνα τα κακά, που ημπορούν να συνέβουν εις μίαν υπανδρευμένην, αλλά περισσότερον από όλα εφοβόμουν μεγάλως μην είχε τύχει να πάρω κανένα από εκείνους τους άνδρας, οπού θέλουν να έχουν την γυναίκα τους ωσάν σκλάβα, και την νομίζουν διά κακήν, οπόταν αυτή ωσάν σκλάβα δεν θέλει να φέρεται. Βλέποντας τέλος πάντων και τον αδελφόν μου τοιούτης λογής ενάντιον εις την γνώμην οπού είχα διά το μοναστήρι, εκοινολόγησα*, τόσον εις αυτόν ωσάν και εις τον θείον μου, τον στοχασμόν οπού μου ήλθε διά να υπάγω να ησυχάσω εις εκείνο το μετόχι* μας, οπού εδώ επάνω ήδη εμελέτησα*.

Τι λοιπόν, έλεγα με τον εαυτόν μου, έχω να αποθάνω, και ν' αποθάνω χωρίς να κάμω καλόν; Χωρίς να εκπληρώσω εκείνο το τέλος*, διά το οποίον βάνει ο θεός τον άνθρωπον εις τον κόσμον; Δυστυχισμένη Ελίζα! Πού είναι τώρα εκείνη η ευτυχεστάτη και ενάρετη ζωή, την οποίαν επήγαινες προφθάνοντας με του νοός σου τα μάτια; Και σεις, μαύρα μου συγγράμματα*, που σας αγαπούσα και ήθελα το καλόν σας –ό,τι λογής μία αγαπητή μητέρα το θέλει εις τα τέκνα της– έχετε, κλεισμένα εδώ μέσα που σας έχω, να χορτάσετε την κοιλίαν των σαράκων*, ή έχει κανένα καιρόν ο αδελφός μου να σας εβγάλει και να σας δώσει εις τους δούλους του, διά να σας ξεσχίζουν και να μεταχειρίζονται τα μέλη σας εις τας χρείας* του μαγειρείου; Εγώ αποθνήσκω, αλλά πόσον ο θάνατός μου ήθελε με λυπεί ολιγότερον, αν ίσως ημπορούσα να σας παραδώσω εις κανένα σπουδαίον, εις κανένα που να τιμά, και όχι να καταφρονεί, τα γεννήματα της αγχινοίας*!Τούτο το πράγμα εφάνη απαίσιον και εις τους δύο, όθεν εγώ τότε ευρέθηκα εις την μεγαλυτέραν στενοχωρίαν, οπού δύναται να ευρεθεί άνθρωπος εις τον κόσμον. Όχι να υπάγω να ησυχάσω* –διατί δεν ηθέλησαν οι συγγενείς μου– όχι να υπανδρευθώ –διατί εγώ δεν ήθελα– έπρεπε λοιπόν να μείνω διά παντός εις το σπίτι. Διά παντός εις το σπίτι! Α! τούτος ο στοχασμός με έκαμνε να τρομάζω· εγώ έβλεπα καλά πως τούτο το σπίτι εξ αποφάσεως ήθελε μου προξενήσει γλήγορον και κακόν θάνατον. Μέρα και νύκτα κλεισμένη, χωρίς να δύναμαι να πηγαίνω μήτε εις εκκλησίαν, μήτε ειςπεριδιάβασιν*, χωρίς να έχω την παραμικράν ξεφάντωσιν, χωρίς να έχω πλέον ελπίδα διά να αλλάξω ζωήν, χωρίς να ακούω άλλην ομιλίαν παρά εκείνην του πατρός μου (επειδή ο αδελφός μου και ο θείος μου ή ολίγον ή τίποτε* συνομιλούσαν μαζί με εμάς τες γυναίκες), ο οποίος άλλο δεν έκανε, παρά να λέγει τα πλέον δυστυχισμένα και μελαγχολικά λόγια οπού ποτέ να ειπώθησαν, ήσαν όλα πράγματα, οπού μου έδιναν μίαν μεγαλοτάτην θλίψιν και στενοχωρίαν, πάθη οπού γλήγορα εξ αποφάσεως* έμελλε να με γκρεμνίσουν εις το μνήμα.

Ε. Μουτζάν-Μαρτινέγκου, Αυτοβιογραφία,
Ωκεανίδα











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου