Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

"Προλήψεις και δεισιδαιμονίες" - Απόσπασμα από το βιβλίο "Η καμπάνα του Πόντου χτυπάει στο Βέρμιο" της Παρθένας Τσοκτουρίδου



Τρεμόπαιζαν οι αχτίνες του ήλιου στη δύση του. Γλιστρούσαν απαλά στις λαγκαδιές και στα φαράγγια του Βερμίου πότε σκοτεινιάζοντάς τα αχνά και πότε φωτίζοντάς τα με πλούσια μενεξεδένια χρώματα. Γεμάτη από ίχνη φιλαρέσκειας ήταν η γοητευτική βουνίσια φύση, που αποχαιρετούσε όλον τον κόσμο της ημέρας, υποκλινόμενη με τον πιο χαριτωμένο σεβασμό.
Οι ψίθυροι του ανέμου ολοένα βάθαιναν στο τοπίο των πυκνόφυτων χαραδρών. Ακούγονταν γαργαλιστικοί ανάμεσα στις βουερές σκιές του τοπίου. Αντανακλούσαν ανάμεσα τους με μια μουσική, περίεργη θαρρείς, κυματιστή, που από κάποτε έσμιγε μαζί τους σ’ ένα τρελό χορό κι άλλοτε τους αποχωρίζονταν.
Μπορούσε να τους παρομοιάσει κανείς με τα τραγούδια των νεράιδων που αποκοίμιζαν τη φύση στον ερχομό του μυστήριου σκοταδιού. Οι φαντασιόπληκτοι μπορούσαν να τις ονειρευτούν να γέρνουν στοχαστικές στο δειλινό πίσω από τα λουλούδια, τα δέντρα και τις πέτρες, έτοιμες να λουστούν με το ασημένιο φως του φεγγαριού.
Τα άλογα πέρα στις κορυφές των πλαγιών, απορροφημένα από την στρατηγική τέχνη της φύσης να τα μεταναστεύει από το φως της μέρας στο ασημόφωτο της νύχτας, στέκονταν ολόρθα, στητά κι ακίνητα. Δίχως ούτε στιγμή να στρέφουν το κεφάλι τους, συλλάμβαναν τ’ αυθεντικά μηνύματα της φύσης για το ταξίδι της ανάπαυσης από τις ημερήσιες δραστηριότητες της.
Τα γλυκόλαλα τραγούδια του ζωικού βασιλείου γύρω από τους ανθούς διακόπηκαν από τις βαριές περπατησιές των ζώων σβήνοντας κάθε ίχνος μουσικής σάλπιγγας στη φύση κατά το δρόμο της επιστροφής τους στις στάβλινες προφυλάξεις τους.
Η φύση με την ησυχία της σήμανε την ανακωχή της στα νυχτερινά σύννεφα που είχαν κατεβεί χαμηλά να υγράνουν τη γη με τις αραιές σταλαγματιές τους.
Τ’ αστέρια ανέλαβαν τη βάρδια της αγρύπνιας τους, για τη διπλή φύλαξη όλου του γήινου κουρασμένου βασιλείου. Περιπολούσαν άφοβα και λεύτερα τη γη με συχνές εφόδους των φώτων τους, συντροφεύοντας τον γλυκόκαρδο ύπνο όλων των ζωντανών οργανισμών.
Τα χωριάτικα καλύβια με την προσφυγική φορεσιά των οικοδεσποτών τους ντύθηκαν με τα νυχτικά της νύχτας, έτοιμα να υποδεχτούν τις Αμαζόνες – Νύφες των ιστορικών παραδόσεων στα νυχτέρια τους και στις παραδοσιακές θύμησες των προγόνων τους.
Οι άνθρωποι εκείνοι ήταν ασυμβίβαστοι με τη μοναξιά τους. Επινόησαν ν’ ανακαλύψουν στην ταυτότητα των βραδινών αστεριών, τους ήχους της λύρας. Μ’ αυτούς ταξίδευαν στις χαμένες πατρίδες τους. Τις αλησμόνητες για εκείνους. Με μια αρρώστια για τη διατήρηση της παράδοσης, που προερχότανε από αγιάτρευτες πληγές, γεμάτες πόνο, θλίψη, λύπη, οργή. Και προπάντων, παράπονο για τη γενοκτονία και την προσφυγιά τους.
Και βέβαια, έγερνε πολλές φορές το μισοφέγγαρο, κρεμασμένο στα κυρτά παράθυρα τους, ματώνοντας από τις πικρές διηγήσεις τους. Άλλοτε πάλι χαιρότανε μαζί τους ψυχαγωγούμενο από τις αστείες διηγήσεις τους, αλλά και με την αγάπη τους για την παραδοσιακή σπιτική τους ζωή.
Κι ύστερα, όταν τους έπαιρνε όλους ο ύπνος, παρ’ όλη την αναστάτωση του, γοητευμένο από τις ωραίες οικοδέσποινες, ταξίδευε στα ξέπλεκα μαλλιά τους, στα λευκά τους δάχτυλα, στην ομορφιά του προσώπου τους και κρεμόταν γονατιστό πλάι στο κρεβάτι τους συντροφεύοντάς τες.
Μια ακαθόριστη αίσθηση πλανιόταν στην προσφυγική εκείνη γραφική ατμόσφαιρα στις ποντιακές καλύβες του βουνού. Για ένα παρελθόν, που κάποτε ήταν ανθισμένο. Ένα παρελθόν που δεν ξεχάστηκε ποτέ και οι κάτοικοι του το θυμόντουσαν ξανά και ξανά.
Οι κάτοικοί του ήταν απόγονοι των αυτοκρατόρων Κομνηνών της Τραπεζούντας. Ήταν άνθρωποι με ασύγκριτη εκφραστικότητα στο πρόσωπο και ιδιαίτερη λεπτότητα στην ομορφιά. Εγκαταστάθηκαν εκεί το χίλια εννιακόσια είκοσι τρία ως πρόσφυγες. Κατάγονταν από διάφορα μέρη του Πόντου.
Ήταν άνθρωποι που έμαθαν να βλέπουν τα πράγματα με τη ματιά του χωρικού. Ζούσαν μακριά απ’ τις πόλεις και τ’ αστικά κέντρα. Ντόμπροι και ειλικρινείς καθώς ήταν, αντίκριζαν κατάματα τα βλέμματα των άλλων. Πρόβλεπαν τα πάντα με αλάνθαστη διαίσθηση. Είχαν τάξει τον εαυτό τους στο βωμό της ψυχής, της αλήθειας, της δικαιοσύνης.
Εκείνη η βραδιά διέθετε μια ξεχωριστή γοητεία. Θαύμαζε κανείς τις γλυκύτατες πορείες των άστρων που έγλειφαν το φεγγάρι. Αναπαύονταν λες πάνω του και το έκαναν να φεγγοβολάει σχηματίζοντας αχτίνες με φωτεινά κρόσσια.
Κάποιοι νεαροί, με άσπρα δεμένα μαντήλια στα κεφάλια των μικρών τους πουλαριών, κατέφθασαν στην καλύβα του μπάρμπα-Γιάννη. Ξεκαβαλίκεψαν και μετέφεραν μέσα δυο μεγάλα δοχεία γεμάτα με γάλα.
Ένα ασυνήθιστο κρώξιμο ενός κόρακα τάραξε την ηρεμία της νύχτας. Μια ανησυχία διακρίθηκε στο βλέμμα τους.
-Δεν είναι καλό σημάδι! παρατήρησε ο μπάρμπα-Γιάννης.
-Τι σημαίνει; ρώτησε ο Ορφέας.
-Κάτι κακό θα γίνει.
-Δηλαδή; ρώτησε ο Παντελής.
-Σημαίνει πως θα πεθάνει κάποιος κύρης ενός σπιτιού.
-Τι είν’ αυτά που λες; τον μάλωσαν οι εγγονοί του. Προλήψεις και δεισιδαιμονίες! Ακόμη πιστεύεις σ’ αυτά, παππού;
-Ασφαλώς! Δεν ακούτε τον πετεινό που λάλησε; Πολύ κακό σημάδι κι αυτό. Κάποιος θ’ αρρωστήσει σίγουρα. Βρέχει έξω, παιδιά μου;
-Ναι, ψιλοβρέχει! απάντησαν κι οι δυο.
-Το κατάλαβα ότι θα βρέξει. Όλη μέρα σήμερα ξεψειρίζονταν οι όρνιθες.
-Παππού, ξέρεις να μας πεις καμιά ιστορία πιο τρομακτική και φρικιαστική απ’ αυτές τις βαρετές που μας λες καθημερινά; ρώτησε τον παππού ο Ορφέας καθισμένος στην αναπαυτική καρέκλα δίπλα στο τζάκι.
-Ναι, παππού! Πες μας καμιά ιστορία με βρικόλακες και μάγισσες! Από εκείνες του Πόντου…ξέρεις εσύ! τον παρακάλεσε κι ο Παντελής ξαπλώνοντας στον καναπέ.
-Τους βρικόλακες τους λέγαμε «χοτλάχηδες» στον Πόντο, είπε ο παππούς, αδειάζοντας λίγο γάλα σε μια μεγάλη κατσαρόλα για να το βράσει. Κάποτε, η μάνα μου έδωσε κάτι ρούχα σ’ έναν Τούρκο να τα πάει στην Τραπεζούντα με το γαϊδουράκι του στον πατέρα μου, που δούλευε εκεί. Εκείνος της υποσχέθηκε πως θα τα πήγαινε, αλλά δεν το έκανε. Τα κράτησε για το εαυτό του. Δικαιολογήθηκε στη μάνα μου πως δήθεν του τα έκλεψαν. Λίγο αργότερα, λοιπόν, εκείνος ο Τούρκος αρρώστησε και πέθανε. Δυο μέρες μετά την κηδεία του, μόλις βράδιασε, η μάνα μου άναψε το τζάκι και μου είπε:
-«Ο Τούρκος που έκλεψε τα ρούχα του πατέρα σας και πέθανε, δεν θα ησυχάσει η ψυχή του. Θα γίνει «Χοτλάχς» και θα έρθει απόψε στο σπίτι μας».
-Μπρρ…. παππού… πολύ βρυκουλιάρικο ακούγεται… σωστό θρίλερ… μπρρ…, είπε γελώντας ο Ορφέας.
-Μη κοροϊδεύεις! Άκου τι έγινε!
-Παππού, να μαντέψω, τι έγινε; Ήσασταν μόνοι στο σπίτι εσύ κι η μάνα σου. Ο νεκρός Τούρκος έγινε «Χοτλάχς» και ήρθε το βράδυ επίσκεψη να σας ρουφήξει το αίμα! είπε ξεκαρδισμένος στα γέλια ο Παντελής.
-Μη γελάς! Έτσι ακριβώς έγινε! Αργά το βράδυ, πάνω στη στέγη, ακούσαμε ένα δυνατό θόρυβο. Ανοίξαμε την πόρτα και είδαμε να πέφτει από τη στέγη μια κασέλα με τον Τούρκο «Χοτλάχ» μέσα σ’ αυτή.
-Χα, χα, χα!....ξεκαρδίστηκαν σε τρελά γέλια οι δυο εγγονοί.
-Και μετά, τι έγινε παππού; ρώτησε ο Ορφέας.
-Ο «Χοτλάχς» βγήκε από μέσα κι έφυγε τρέχοντας.
-Ε, δεν ήμαστε καθόλου καλά! είπε ο Παντελής, λιγωμένος από το πολύ γέλιο, ενώ ο Ορφέας γελούσε ασταμάτητα με δάκρυα στα μάτια.
-Τι γελάτε! είπε θυμωμένα ο παππούς. Το ξέρετε ότι εκείνον τον Τούρκο τον ξαναείδα;
-Τον είδες; Που; ρώτησαν οι εγγονοί δήθεν σοβαρεύοντας.
-Ε, Παναγιά μου, δεν καταλαβαίνουν! Τον είδα, σας λέω! Πρόσεχα τα πρόβατα δίπλα σ’ ένα νερόλακκο. Ξαφνικά, είδα να έρχεται κατά πάνω μου κάτι σαν «αερικό». Όταν πλησίασε, αναγνώρισα τον Μεχμέτ, νεκρό. Τρομοκρατήθηκα και φοβισμένος έτρεξα στην καλύβα. Από πίσω με κυνηγούσε ο «Χοτλάχς». Μπήκα μέσα κι έβαλα κουβάδες στην πόρτα. Η μάνα μου με ρώτησε τι έγινε και της εξήγησα. Συμφώνησε μαζί μου πως το «αερικό» ήταν ο «Χοτλάχς» Μεχμέτ.
- Χα, χα, χα!.... γέλασαν τρανταχτά οι δυο εγγονοί.
-Ε, τώρα, παππού, στ’ αλήθεια, πιστεύεις στον «Χοτλάχ»; Μπορεί να ήταν φαντασίωσή σου από το φόβο σου, είπε ο Ορφέας.
-Και βέβαια πιστεύω ότι υπάρχουν «Χοτλάχηδες». Κι αν δείτε καμιά φορά κανέναν, για να μη σας φάει, κάντε τρεις φορές την προσευχή σας και πέστε το «Πάτερ ημών….».
-Και να γελάει ο «Χοτλάχς» πίσω από την πλάτη μας! είπε ψιθυριστά ο Παντελής χαμογελώντας.
-Στην Πατρίδα είχαμε ένα μεγάλο σκυλί, συνέχισε ο παππούς. Κάποτε ο «Χοτλάχς» ήρθε τα μεσάνυχτα στο σπίτι μας. Το σκυλί μας τον πήρε μυρωδιά και γάβγιζε. Βγήκαμε όλοι έξω και είδαμε ένα σώμα, το οποίο δεν τολμούσε ο σκύλος ν’ ακουμπήσει. Με τις απειλές του σκύλου, το σώμα αναγκάστηκε να υποχωρήσει.
-Για που, παππού; Γι’ άλλη γη, γι’ άλλα μέρη; ρώτησε ο Παντελής, αλλά ο παππούς μη δίνοντας σημασία στα ειρωνικά τους σχόλια, συνέχισε…
-Στην Πατρίδα, ένα κορίτσι έχασε το γίδι της. Πήγε στο ποτάμι να το γυρέψει και το βρήκε στην όχθη. Μόλις το είδε, του φώναξε: -«Έλα κούτι-κούτι». Το γίδι όμως εκείνο ήταν «Χοτλάχς». Μεταμορφώθηκε μπροστά της σε άνθρωπο, της έδειξε τα δόντια του και της είπε: -«Είμαι «Χοτλάχς»! Κοίτα τα δόντια μου! Άνθρωπος είμαι!». Το κορίτσι λιποθύμησε.
-Και τι έγινε μετά; ρώτησε ο Ορφέας γελώντας.
-Δεν ξέρω. Έτσι το έλεγαν στην Πατρίδα σαν ιστορία. Θα σας πω, όμως, μια άλλη ιστορία. Τρία αγόρια κάποτε μπήκαν σε μια σπηλιά τη νύχτα και συνομιλούσαν μεταξύ τους. Το πρώτο αγόρι έλεγε στους άλλους δυο πως ήταν πολύ δειλός και φοβόταν πολύ τη νύχτα. Το δεύτερο αγόρι καυχιότανε πως δεν φοβότανε κανέναν και τίποτα. Είπε τότε το τρίτο αγόρι στο δεύτερο: -«Αφού δεν φοβάσαι, όπως μας λες, ανέβα τώρα στην κορυφή του βουνού, για να μας το αποδείξεις! ».
Το δεύτερο αγόρι τους ζήτησε να του δώσουν ένα ξύλο κι αφού του το έδωσαν, έφυγε. Έφτασε, πράγματι, στην κορυφή του βουνού και κάρφωσε το ξύλο σε μια τρύπα σ’ ένδειξη της συμφωνημένης άφιξης του. Εκείνη τη στιγμή, για κακή του τύχη, λύθηκε η βράκα του και πιάστηκαν οι κλωστές της στην τρύπα του καρφωμένου ξύλου.
Τράβηξε το πόδι του, μα εκείνο πιάστηκε. Πήρε το ξύλο κι έκοψε μ’ εκείνο τις κλωστές και κατόπιν το χτύπησε πάλι στην τρύπα. Λύθηκαν πάλι, όμως, οι κλωστές της βράκας του κι έπαθε τα ίδια. Τρομοκρατημένος από τον φόβο του λιποθύμησε στο σκοτάδι.
Τα άλλα δυο αγόρια όταν είδαν πως πέρασε ο χρόνος που όρισαν, έτρεξαν να βρουν τον φίλο τους. Τον βρήκαν λιπόθυμο κι έριξαν νερό πάνω του να τον συνεφέρουν. Εκείνος όπως δεν ζούσε πια.
-Πω, πω!... Πολύ δραματική εκείνη η κατάληξη! είπε ο Ορφέας. Εκείνα τα παλιά χρόνια, βλέπατε νεράιδες και μάγισσες, παππού;
-Και βέβαια βλέπαμε!
-Γιατί δεν τις βλέπουμε και σήμερα, παππού;
-Επειδή ο παπάς διαβάζει παντού με το σταυρό.
-Πως ήταν οι μάγισσες; Κάνε μια περιγραφή, παππού!
-Φορούσαν μαντίλες με διάφορα χρώματα. Ο αστράγαλος τους ήταν στη θέση των δαχτύλων του ποδιού που κι εκείνα με τη σειρά τους ήταν στη θέση του αστράγαλου. Τα πρόσωπα τους ήταν μακρουλά. Φορούσαν βέλος και ίσια φουστάνια. Χόρευαν διαρκώς!
-Ξέρεις καμιά ιστορία να μας πεις, παππού; ρώτησε ο Παντελής νυσταγμένα.
-Κάποτε της μάνας μου ο αδερφός είδε τις μάγισσες, καθώς πήγε να ποτίσει μια μέρα το τριφύλλι μας, κρυφοκοιτάζοντας μέσα από τα δέντρα. Τότε είδε τη μαμή του χωριού να τις ξεγεννάει. Δεν έτρωγε τίποτα επειδή φοβότανε μήπως γινότανε κι εκείνη μάγισσα.
Οι μάγισσες είχαν στις ζώνες τους τυλιγμένα κάρβουνα, τα οποία φαίνονταν έτσι, ενώ στην πραγματικότητα ήταν λίρες. Ο θείος μου τις ακολούθησε κρυφά, αλλά εκείνες φθάνοντας κοντά στο νερό εξαφανίστηκαν.
Πήγε, λοιπόν, στο σπίτι της μαμής να εξακριβώσει αν ήταν πραγματικότητα όσα είδε. Του είπαν ότι πήραν την μαμή για γέννα. Κατάλαβε τότε πως όσα είδε ήταν αληθινά. Την αμέσως επόμενη μέρα, ο θείος μου πήγε ξανά στο ίδιο μέρος και βρήκε μια λίρα στο έδαφος, που είχε πέσει από τις μάγισσες. Τώρα με πιστεύετε, αγόρια μου;
-Χρρ….! ακούστηκαν τα ροχαλητά των εγγονών προς απάντηση του παππού.
Ο παππούς έγειρε το κεφάλι του και κοιμήθηκε κι ο ίδιος. Η επόμενη μέρα ήταν μια καινούρια μέρα. Ίσως να γινόταν πιο πιστευτός στις διηγήσεις του. Ποιος ήξερε;
Οι αχτίνες του φεγγαριού δραπετεύοντας από τα μονοπάτια της νύχτας διαπέρασαν τις λευκοντυμένες πλεκτές κουρτίνες και χάιδεψαν τ’ ασημένια γέρικα του μαλλιά νανουρίζοντας τον…

Μ’ ένα αχνό χαμόγελο τον βρήκε ο ύπνος να σεργιανάει στα όνειρά του τις παλιές δοξασμένες μέρες στην πατρίδα του… Τότε που ήταν πιασμένος από τις ποδιές της μάνας του στις περιοχές, όπου κάποτε ζωντάνευε με το μυαλό του τους θρύλους με τις μάγισσες και με τα υπόλοιπα ξωτικά και δαιμονικά στοιχεία της φύσης ...

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ  http://progoniki.blogspot.gr/







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου