Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ - ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ " ΛΕΜΟΝΟΔΑΣΟΣ "



Το "Λεμονοδάσος" είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Κοσμά Πολίτη που διαβάζεται και ξαναδιαβάζεται σαν μια γοητευτική ερωτική ιστορία, ανάμεσα στον Παύλο, ένα νεαρό Αθηναίο με επιτυχημένη σταδιοδρομία, και τη Βίργκω, ένα κορίτσι από τον Πόρο που ενσαρκώνει τον απόλυτο έρωτα. Δύο περήφανους νέους, που όσο αγαπούν με πάθος, τόσο παιδεύουν ο ένας τον άλλον. Η ιστορία διαδραματίζεται στη δεκαετία του 1920, με άρωμα εποχής, αλλά με προβληματισμούς ακόμα ή πάντα επίκαιρους.

Το "Λεμονοδάσος" διαβάζεται και σαν μια απεικόνιση των δυσκολιών του σύγχρονου έρωτα, ταυτόχρονα όμως απλώνει το δίχτυ υπαινιγμών προς μυστικά βάθη", όπως αναφέρει στο επίμετρό της η Αγγέλα Καστρινάκη, η οποία αναλύει βήμα προς βήμα σε 205 σελίδες το περίπλοκο συμβολικό δίχτυ του έργου, φέρνοντας στην επιφάνεια τα απόκρυφα νοήματά του, την κυριολεκτική και μεταφορική του αλχημεία.

Σύμφωνα με την Αγγέλα Καστρινάκη, ο Κοσμάς Πολίτης "πέτυχε ευθύς εξαρχής το μεγάλο έργο. Αναμιγνύοντας υλικά ποικίλων προελεύσεων, πέτυχε στην απόσταξη καθαρό χρυσάφι (...) Το ταξίδι για το χρυσόμαλλο δέρας αποδείχτηκε ένα ταξίδι σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή λογοτεχνία, στους μύθους και στα σύμβολα του ανθρώπινου πολιτισμού. Ο γοητευτικότερος διάπλους στη μεγάλη τέχνη".

Για τον παρόντα τόμο επελέγει η πρώτη έκδοση του "Λεμονοδάσους" που είχε προκαλέσει αίσθηση στην Αθήνα του 1930 και είχε καθιέρωσε από τη μία μέρα στην άλλη τον Κοσμά Πολίτη ως συγγραφέα. Στόχος ήταν "να επανακτήσουμε την πρώτη εντύπωση, το ξάφνιασμα από ένα έργο παράξενο και ακατάτακτο, με τη γλωσσική του ιδιορρυθμία και την κάπως κοφτή και ελλειπτική του έκφραση, χαρακτηριστικά που λείανε η αναθεώρησή του 1944, από τον ίδιο τον συγγραφέα.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ 


Δεν συνέβη καμία μεταβολή στη ζωή μου. Δεν ξέρω πού να αποδώσω αυτή τη διάθεση που αισθά­νομαι απόψε να δω τις σκέψεις μου αραδιασμένες επάνω στο χαρτί. Δεν αισθάνομαι καμία κλίση στην φιλολογία, ούτε είμαι ερωτευμένος. Ο έρως; Κάποιος είπε πως είναι μία εφεύρεσις που ο καθένας τη νομίζει δική του. Εγώ δεν είμαι εφευρέτης. Είμαι αρχιτέκ­των, ένα μυαλό θετικό.

Το αποδίδω μάλλον στην επήρεια του μέρους που βρίσκομαι. Αισθάνομαι να με κυριεύει το αρχαίο πνεύμα της σαφηνείας που αγαπά τις ευθείες γραμ­μές και δεν αφήνει τίποτε συγκεχημένον. Θέλω κι εγώ να πιάσω τις ιδέες μου, που πότε τις βρίσκω και πότε τις χάνω, να τις συμμαζέψω, να τις τακτο­ποιήσω, να τις διαβάσω σαφείς και καθαρές. Πιθα­νόν όταν τις διαβάσω να μην τις αναγνωρίσω. Πάν­τως όμως, έστω και αν δεν τις αναγνωρίσω, είναι δικές μου. Κάποτε, οι άλλοι αναγνωρίζουν ευκολότερα από εμάς τους ίδιους ότι είναι δικό μας.

Την περασμένη εβδομάδα στο γραφείο, βρήκα μέσα σ’ ένα συρτάρι μια μικροσκοπική βεντάγια κο­κάλινη με μια μεταξωτή γαλάζια κορδελίτσα. Ρώτησα τίνος είναι. — Δεν θυμάστε πού τη φέρατε μαζί σας από το Παρίσι και την είχατε πάντα επάνω σας τις πρώτες ημέρες; Μου απήντησε ο υπάλληλος.

Πράγματι· δεν θυμούμαι, αλλ’ αφού το λέγει έτσι θα είναι.

Να δω τις σκέψεις μου αραδιασμένες. Δεν πρό­κειται μόνον για τις σκέψεις μου. Θα γράφω κάθε μέρα, ή όποτε αξίζει τον κόπο, ό,τι ενδιαφέρον βλέπω. Είναι ίσως από τεμπελιά. Οι συγγραφείς είναι ράτσα τεμπέληδων.

Είναι μάλλον μία διάθεσις περιπλανήσεως, περιπλανήσεως του πνεύματος. Είμαι βέβαιος ότι αυτή την στιγμή ένα πρόσωπο περπατεί έξω κάτω από το μαγικόν σεληνόφως μέσα σ’ ένα από τα θαυμασιότερα τοπία. Εγώ όμως δεν βγαίνω να το συναντήσω και κάθομαι εδώ κλεισμένος και γράφω. Θα γράφω κάθε μέρα ό,τι ενδιαφέρον βλέπω. Δεν ξεύρω αν εξακολου­θήσω. Πάντως αρχίζω από την σημερινήν ημέρα αν και δεν μου συνέβη τίποτε το ιδιαίτερο. Γράφω μάλιστα και την ημερομηνία 22 Μαρτίου 1924.

****


Τη νύκτα με ξύπνησε μια ελαφρά δόνησις. Δεν ταράχθηκα. Είναι η γη που κοιμάται ανήσυχα. Τα σπλάγχνα της σκιρτούν εκεί στους Δελφούς κάτω από τον ομφαλό της, στην ανάμνηση των μυριάδων όντων που εγέννησε. Η γη κοιμάται ανήσυχα και παραληρεί.

Πατέρα Χάος, τι σκληρή τύχη βρήκε το παιδί σου! Στην νεότητά μου φεγγοβολούσα κι έτρεχα στο δρόμο του απείρου χαρωπή χωρίς να ’χω ανάγκη τον Ήλιο να με θερμάνει και να με φωτίσει. Ήμουν το στολίδι της δημιουργίας και με διάλεξε ο γαλανός Ουρανός ανά­μεσα στα τόσ’ αστέρια και μ’ έκανε δική του. Η δημι­ουργία σκίρτησε στους γάμους μας και ανέμενε τη νέα γενεά που θα ξεφύτρωνε δυνατή και ωραία.

Πατέρα Χάος, πώς επέτρεψες αυτόν το σπαραγμό; Τα νεαρά βλαστάρια μεγάλωσαν σε δύναμη και νου και γίνηκαν οι Γίγαντες και οι Τιτάνες. Η φωτιά των σπλάγχνων μου τους έκαιε τα στήθη και τους παρορμούσε να υψωθούν να φθάσουν τον γαλανό πατέρα τους. Αυτό ήταν η μόνη αμαρτία. Η φιλο­στοργία των παιδιών που νοσταλγούσαν ν’ ακουμ­πήσουν επάνω στους δύο γεννήτορας, τα πόδια στην μητέρα Γη και το κεφάλι στον Ουράνιο Πατέρα. Κάθε­ πλάσμα έχει το δικαίωμα αυτό, και μόνον τα πρωτογέννητα παιδιά μου χάθηκαν με σκληρό χαμό.

Πατέρα Χάος, πώς άφησες τους ζηλόφθονους Θε­ούς να κατακεραυνώσουν τα εγγόνια σου; Τα κα­τηγόρησαν ότι φιλοδοξούσαν να σφετερισθούν τη δύναμη των Ολυμπίων και τους πίστεψες. Ήθελαν μόνον να ζήσουν και να χαρούν τα αγαθά της δημι­ουργίας. Έμεινες ανάλγητος στις ικεσίες του παιδιού σου. Πώς βάσταξες στο θέαμα του σκοτωμού; Άλλα κείτονται καμέν’ από τον κεραυνό του αμειλίκτου Διός και άλλα τρυπημέν’ από τη λόγχη της άκαρδης κόρης του, της κόρης που δεν γεννήθηκε από μητέρα. Και το αγαπημένο μου παιδί, τον Προμηθέα, τον κάρφωσαν στη κορυφή του υψηλού βουνού να τρέφει τους γύπας και τους αετούς με το συκώτι του. Έγινε αυτός θυσία για να σωθεί η ανθρωπότης. Έτσι εξολοθρέφτηκε η πρώτη μεγάλη γεννεά. Η κατόπιν έζησε μια ταπεινή ζωή αλλά ευτυχισμένη.

Όμως η μοχθηρία των Θεών δεν έχει όρια. Έστει­λαν την πονηρή και γλυκομίλητη Πανδώρα και σκόρπι­σε αρρώστιες και διχόνοια. Δες τα παιδιά μου πώς αλ­ληλοσπαράζονται πάνω στο πλατύ μου στήθος, καταρυτιδωμένο από τις μυριάδες των αιώνων, επάνω στο στήθος της μητέρας τους που τα πονεί και τα τρέφει. Τα σπλάγχνα μου δεν στείρεψαν ακόμη και καθημε­ρινώς γεννοβολώ πλάσματα ειδεχθή γεμάτα φθόνο και ανησυχία.

Πατέρα, άκουσε τις κραυγές των και κοίταξε τα χέρια των που τείνουν με απληστία βλαστημώντας Ου­ρανό και Γη που τα γέννησαν. Ψάχνουν την ευτυχία παραδέρνοντας εδώ κι εκεί, σαν χρυσόμυγα κλεισμένη μέσα στους τέσσερες τοίχους, και δεν βρίσκουν παρά την βραχεία ηδονή που την ακολουθεί ο μακρός πόνος.

Οι ευλογίες των είναι χειρότερες από κατάρες· είναι οι ευχαριστίες εκείνων που επέτυχαν με κάθε μέ­σον. Κανενός θυμιάματος ο καπνός δεν ανεβαίνει ολόρθος.

Πατέρα Χάος, ως πότε θα εξακολουθήσει αυτή η κατάρα; Άπλωσε πάλι τον σκοτεινό σου μανδύα και πνίξε μέσα στις πτυχές του τον κακό σπόρο που έσπει­ρες, ή στέρξε να ξαναγεννηθεί η γενεά των Γιγάντων που θα φθάσει επί τέλους τον Ουρανό.

****
Χαρά Θεού. Είναι νωρίς ακόμη και ο μπάτης δεν έ­χει σηκωθεί. Η θάλασσα απλώνεται γαλάζια κι αρυτίδωτη, μια ελαφρά πάχνη κάθεται χαμηλά γύρω στον ορίζοντα, σπαρμένη με ακίνητα λευκά πανάκια. 

Πέρα εκεί, μακριά, στο θάμπος του πελάγους, ένα βραχάκι κατάμονο στέκεται ολόρθο στη μέση της θαλάσσης. Ο ήλιος το ντύνει με φως ξανθό και ρόδινο, και το αϋλοποιεί. Νομίζεις ο Ιησούς επί των υδάτων. 

Νοιώθω να εισδύει μέσα μου η πρωινή γαλήνη και χαμογελώ σ’ όλους τους επιβάτες. Δεν αναγνωρίζω τα μέρη που πέρασα πριν από δεκαπέντε μέρες. Η ακτή, τόσο κοντά, που διακρίνω κάθε ρωγμή των βρά­χων, ξεχωρίζω καθαρά κάθε χορτάρι ψηλότερα στο βουναλάκι. 

Τώρα γίνεται απότομη. Τα πεύκα, αραιά, φθά­νουν ως την άκρη. Ένα, έχει φυτρώσει στην κάθετη πλαγιά, μοναχικό, και γέρνει προς την θάλασσα να την φιλήσει. 

Τα βουναλάκια χαμηλώνουν και μεταβάλλονται σε αλλεπάλληλες ταράτσες με ελιόδεντρα. Πίσω των ηβαθυγάλαζη οροσειρά. Ο δρόμος ασπρίζει κάτω δίπλα στην ακτή. 

Η θάλασσα παίρνει χρώμα βαθύτερο και αρχίζει να ζαρώνει με την πρώτη ελαφρά πνοή. Ένα πελώριο πανί που κρέμεται ακόμη πλαδαρό, μας εγγίζει σχεδόν και κρύβει τη θέα, ενώ κάτω, μέσα στο τρεχαντήρι, οι ναύτες με τα χέρια σταυρωμένα περιμένουν να φυσήσει για καλά. 

Το πανί χάθηκε πίσω. Ένα λευκό σπιτάκι, κατό­πιν άλλο, και κατόπιν άλλα πολλά. Τα Μέθανα. Όλη η μαρίδα του χωριού μαζώνεται ξυπόλυτη επάνω στα βραχάκια. Μας χαιρετούν με γέλια και φωνές... 

...Τώρα πλέομε κατ’ επάνω στα βουνά. Χάνω το αίσθημα του χρόνου. Φαντάζομαι τον εαυτό μου να κυβερνώ την γρήγορη τριήρη του Ιάσωνος στον θρι­αμβευτικό της πλουν προς την Κολχίδα. Ένα καστανόμαλλο δέρας θα είναι το ζηλευτό βραβείο. Ανοίγουν τα βουνά διάπλατα στο πέρασμά μας, σαν σε παρα­μύθι, και προχωρούμε ανάμεσα σε δύο καταπράσινες όχθες που όσο πάνε και στενεύουν. 

Ένας όγκος ασπρίζει στο βάθος και σιγά — σιγά ξεχωρίζουν τα κυβικά σπιτάκια που μαζεμένα το ένα δίπλα στο άλλο σκεπάζουν ολόκληρο τον λόφο. Υ­ψηλά, καθισμένοι επάνω στα σπίτια, τρεις τέσσερες ανεμόμυλοι με φτερούγες ακίνητες. 

Ερευνώ την παραλία με το βλέμμα και δεν έχω μάτια παρά για μια λευκή σιλουέττα. Πόσο φαίνεται μικρή, πόσο μηδαμινή! Πως συμβαίνει να ξεπετά κάτι μέσα μου; Ένα μηδαμινό πλασματάκι μέσα στην πλάση... 

— Ελάτε, μου λέγει γελαστή, μόλις πηδώ έξω από τη βάρκα. Θα σας οδηγήσω στο σπίτι σας. 

Ο Ήλιος καίει σχεδόν καλοκαιρινός, αλλά καθώς χωνόμαστε μέσα σ’ ένα στενό ανηφορικό δρομάκο η σκιά μάς δροσίζει. Πόσο στενό είναι. Μόλις χωρούμε οι δύο δίπλα δίπλα, δεν έχει θέση για άλλον. Από τις ανοιχτές πόρτες φαίνονται οι δροσερές αυλές και στα μακρύστενα παράθυρα, που ομοιάζουν πολεμίστρες, φουντώνουν οι βασιλικοί. Είναι μάλλον ένας διάδρομος φρουρίου παρά δρόμος. 

— Πώς σας φαίνεται; Δεν είναι λίγο πληκτικά; με ρωτά η Βίργκω. 

Εγώ διαμαρτύρομαι. Είναι τόσο θαυμάσια όλα. 

— Γυρίστε να δείτε πίσω σας. 

Κάτω, στην άκρη της στενής στράτας, σαν μαγική εικόνα, ένα κομμάτι θάλασσα σαπφείρινη γυαλίζει σαν πολύτιμο πετράδι. Όχι, δεν είναι καθόλου πλη­κτικά. Επάνω από το δρομάκο ο ουρανός τρέχει σαν καθαρό γαλάζιο ποταμάκι. Ένα σύννεφο διαβατικό θ’ αρκούσε να τον σκοτεινιάσει. Δεν είναι καθόλου πληκτικά, εν τούτοις ζητώ από την Βίργκω να μου εξηγήσει. 

— Αυτά τα σπίτια, μου λέγει, είναι χτισμένα επί­τηδες κατ’ αυτό τον τρόπο για να μπορούν ν’ αμύνονται ευκολότερα. Είναι χτισμένα διακόσια χρόνια πριν, τον καιρό που ρήμαζαν τα νησιά οι πειραταί. Όλο από πέτρα. Δείτε τα σιδερόφραχτα παράθυρα. 

Οι πειραταί! Να πάρουν τι απ’ αυτό το φτωχονήσι; 

— Άρπαζαν τις παρθένες, μου εξηγεί ακόμη. 

Την παρατηρώ στο πλευρό μου, μισό κεφάλι χαμηλότερη από μένα, και φαντάζομαι μιαν ασέληνη νύ­χτα. Τασήμαντρα χτυπούν δαιμονισμένα. Αμέσως γίνεται συναγερμός, τα παλικάρια αρματωμένα πιά­νουν τα στενά περάσματα κι αρχίζει το τουφεκίδι. Μέσα στην οχλοβοή και τον αλαλαγμό μια διαπερα­στική κραυγή σκεπάζει όλα. Πατήθηκε το πρώτο σπίτι και έκλεψαν μία μόνον παρθένα... Τώρα η γαλέρα με τα σαράντα δυο κουπιά πετά στ’ ανοιχτά. Μέσα στην χλωμή αυγή, μία μορφή ορθία στην πρώρα, μαύρη από το μπαρούτι, εξετάζει τον θαμπόν ορίζοντα και μειδιά στη σκέψη της πολύτιμης σκηνής που είναι στημένη πίσω στην πρύμνη για να προφυλάττει ένα καστανό κεφάλι από την κακοκαιρία. Ένας χρυσός χαλκάς γυαλίζει στο δεξιό αυτί. 

Πιάνω τον εαυτό μου να χαμογελά με την ίδια έκφραση, αλλά έχω την πονηρία να κρύψω τη σκέψη μου από τηΒίργκω και της λέγω: 

— Τώρα δεν υπάρχουν πειραταί. 

— Ναι αλλά είναι χειρότερα, μου απαντά σοβαρή. Δεν ξέρει κανείς από πού έρχεται ο κίνδυνος. 

Σταματά μπρος σε μια πόρτα. 

— Εδώ είναι το παλάτι σας. 

Την νοικοκυρά μου την λέγουν Κυρα-Κουκουλή. Ελπίζω να μείνω ευχαριστημένος. 

Ευχαριστώ τη Βίργκω με λόγια κάπως υπερβο­λικά για την καλοσύνη της και για τον κόπο που πήρε. 

— Δεν πρέπει να μιλάτε έτσι, μου απαντά ψυχρά. Είναι πολύ φυσικό να φροντίσω να βρείτε ένα δωμά­τιο. Άλλωστε η Κυρα-Κακουλή είναι αναγκεμένη και ήθελα να την κάνω να κερδίσει κάτι. 

Συνοφρυώνομαι έτοιμος ν’ απαντήσω στον ίδιο τόνο αλλά η φωνή της γίνεται πάλι γλυκιά και παι­δική. 

— Ακούστε. Αφού δείτε το δωμάτιο σας θα πρέπει να κατεβείτε πάλι στην παραλία για να προγευματίσετε. Όλος ο κόσμος που παραθερίζει τρώγει εκεί. Αν και είναι ακόμη νωρίς για τη saison εν τούτοις ελπίζω να έχει κόσμο και να διασκεδάσετε. 

Ώστε δεν με προσκαλεί να φάγω στο σπίτι των. Αλλά αυτό βέβαια δεν γίνεται. Γι’ αυτό της λέγω: 

— Προσέχετε. Θ’ αρχίσω πάλι να σας ευχαριστώ για την φροντίδα που παίρνετε να μου υποδείξετε ένα τόσο διασκευαστικό γεύμα. 

Την βλέπω στενοχωρημένη. Μ’ ερωτά αν δεν θα μου δώσει κόπο να περάσω να την πάρω το βραδινό από το σπίτι για να κάνομε ένα περίπατο, και κα­τόπιν μου εύχεται καλή όρεξη. 
****
… Η Βίργκω σηκώνει τα μάτια από το κέν­τημα και το ελπιδοφόρο βλέμμα της μ’ εγκαρδιώνει. Δεν θέλω να με κοιτάζει μ’ αυτό τον τρόπο, αλλέως δεν θα ξαναπατήσω σ’ αυτό το νησί. Καθέ­νας έχει το σκοπό του. Της μιλώ για το μοναστήρι αλλά αυτή, αντί να προσέξει τα λόγια μου, βλέπει τον επίδεσμο που βγαίνει κάτω από το μανίκι. 

— Τι έχει το χέρι σας; 

Της λέγω πως το έκαψα. Φέρνει ολόκληρο φαρ­μακείο, καθαρίζει την πληγή, βάζει επάνω αλοιφή και την τυλίγει με καθαρή γάζα. Ομολογώ πως τώρα δεν με καίει καθόλου. 

Ενώ με περιποιείται κοιτάζω τις σκιερές βλε­φαρίδες της και τα χείλη της. Διακρίνω για πρώτη φορά στις δύο άκρες την πτυχή της πικρίας των αρ­χαίων αγαλμάτων. 

Είναι μια αντίθεσις γελοία αυτά τα κλασικά χείλη επάνω σ’ ένα πρόσωπο που θυμίζει βοσκοπούλα του Βαττώ. 
Σε λίγο βρισκόμαστε στο δρόμο. Είναι ο ίδιος δρόμος που πέρασα εκείνο το πρωί που φυσούσε ο εκ­τυφλωτικός λίβας. Σήμερα όμως τα χρώματα ορ­γιάζουν και ο μπάτης αφήνει τις τελευταίες πλατιές και ακανόνιστες πνοές του. Αντιδρώ σ’ αυτή την τρέλα που με περιβάλλει και ζητώ να πω κάτι αδιά­φορο. Της δείχνω μια χαμηλή μαρμάρινη στήλη στη­μένη επάνω σ’ έναν βράχο προς τη θάλασσα και την ερωτώ τι είναι. 

— Αυτό είναι ένας μέλλων τάφος, μου απαντά με κωμική σοβαρότητα. Όταν έλθει η ώρα θα γράψουν επάνω 

Ενθάδε κείται η Βιργινία 
εξηκοντούτις δεσποινίς. . . 

Δεν ξέρω πως μου ήλθε και την ερωτώ ζωηρά σαν να επρόκειτο για καμιά καταστροφή: 
— Γιατί το λέτε αυτό; Δεν έχετε σκοπό να πανδρευτείτε; 

— Όχι δα, ελπίζω να πανδρευτώ και να είμαι πολύ ευτυχισμένη. 
Γελά νευρικά και με κοιτάζει με κακό βλέμμα σαν άνθρωπο που προμελέτησε πράγματι καταστροφή. 
Δαγκώθηκα. 

— Περιμένετε το πριγκιπόπουλο; 

— Πάντα κανείς περιμένει κάτι... κάτι που θα γίνει. Αρκεί αυτό που περιμένει να είναι κατορθωτό. 

Μου κάνει την εντύπωση πως έχει χαράξει έναν κύκλο υποθετικό, αλλά και τελειωτικό, των ορίων του δυνατού, ώστε να αποκλείει κάθε σκέψη, και κάθε ενέργεια, που δεν έχει τη θέση της μέσα σ’ αυτά τα όρια. 

Καθόμαστε επάνω στο βράχο και βλέπω στην αντίθετη πλευρά της στήλης χαραγμένο τον αριθμό των ναυτικών μιλιών. Μένω δυσαρεστημένος με την αδυναμία που έδειξα πρωτύτερα. 

— Καλά κάνατε και πήγατε μόνος στο Μοναστήρι. Δεν θα ερχόμουν ποτέ μαζί σας. 

Δεν απαντώ. 

— Το απεχθάνομαι αυτό το μέρος. Εσάς σας χρειάζεται πάντα κάποιος διάκοσμος για να καταλά­βετε τη φύση. Θέλετε ή ερείπια, όπως τους Δελφούς, ή τάφους. 

Αυτή τη στιγμή επιθυμώ να ήταν η Λήδα εκεί, να της φιλήσω τα πόδια. Επιθυμώ το απελπισμένο βλέμμα της και τα βαμμένα χείλη της που ακουμπούσαν με ευγνωμοσύνη επάνω στο κρύο μάρμαρο του τάφου. 

Απέναντί μου ο λεπτός αστράγαλος της Βίργκως κινείται και το μικρό κι ευλύγιστο πόδι της διπλώνει προς τα μέσα. Αυτό το πόδι σκότωσε το ξένοιαστο έντομο που είχε το χρώμα των ματιών της. 

— Όσο γι’ αυτά που μου διηγηθήκατε για τον καλόγερο, καθένας είναι άξιος της τύχης του. 

Ο μπάτης έχει πέσει ολότελα. Καμία πνοή. Τα πεύκα και η γη βγάζουν ευωδίες που ανεβαίνουν σαν προσευχή μέσα στην εσπερινή γαλήνη. Η θάλασσα παίρνει ένα χρώμα βαθύ κοντά στους βράχους γύρω στο μικρό κόλπο. Απέναντι, τα βουνά ξεχωρίζουν με­νεξεδιά, κι επάνω στον γαλαζοπράσινο ουρανό, η ημισέληνος, η Φοίβη, λεπτή και ωχρά σαν τρυφερό πρωτόβγαλτο φυλλαράκι, μόλις προφθάνει να φανεί και χάνεται πίσω. 
Θυμούμαι μιαν εικόνα που είχα δει μικρός σ’ ένα βιβλίο. Ο γεωργός επιστρέφει το δειλινό μ’ ένα ζευ­γάρι βόδια και μακριά εκτείνεται ο κάμπος με δενδροφυτεμένα βουναλάκια. Στον ουρανό λάμπουν τα πρώτα άστρα, κι ανάμεσα σ’ αυτά ο Απόλλων, στον Πήγασο καβάλα, κρούει τη λύρα... 

Έχω μπροστά μου την πρωτόγονη Παρθένα Αθηνά, την αειπάρθενη, που δεν έθιξε ούτε ο Θείος έρως ούτε ο ανθρώπινος, και δεν απέκτησε με κανέναν τρόπο. Το δυνατό της χέρι οδήγησε στη νίκη τόσους ήρωας και ημιθέους... Το πιάνω και της λέγω. 

— Έχετε την σκληρότητα της νεότητός σας και της ευτυχίας σας. Η νεότης είναι παροδική. Όσο για την ευτυχία, για σας προς το παρόν είναι μία άρνησις. Είναι η ευτυχία ενός όντος που δεν έζησε. 

Όταν αρχίσετε να ζείτε, θα σκεφθείτε πως ό,τι βλέ­πετε γύρω σας θα χαθεί μια μέρα, πως ό,τι αγαπή­σατε θα λείψει. Αυτό το σφίξιμο της καρδιάς είναι που δίνει και εξαγνίζει την ηδονή συγχρόνως. 
Αυτή την έννοια μου δίνουν τα ερείπια που ζητώ. 
Με κοιτάζει με μάτια γεμάτα έκπληξη όπως εκείνη την ημέρα στους Δελφούς. 

Κοιτάζω κι εγώ τον εαυτό μου με τα ίδια μάτια. Αυτά που λέγω τα σκέπτομαι για πρώτη φορά. 

Αισθάνομαι ότι δεν συνήντησα την ευτυχία αφού η συγκίνησις δεν μου έσφιξε ακόμη την καρδιά τόσο δυνατά ώστε να με κάνει να δακρύσω από τον πόνο. Τα ερείπια, που θεωρούσα ως τώρα ένα στολίδι, τα βλέπω να ορθούνται σε σύμβολο μοιραίο για τους ανθρώπους που εννοούν. 

Αισθάνομαι και κάτι άλλο· ότι σκοτώνω την ευ­τυχία της Βίργκως, έστω και αν είναι αρνητική ευ­τυχία. 

— Πάμε, μου λέγει. Πρέπει να περάσομε από το τένις. Θα προσκαλέσω τους γνωστούς μου για σή­μερα το βράδυ κι έτσι θα γνωρίσετε τη νεολαία. 
… … … … … … 

Την κρατώ σφιχτά από τη μέση και αναπνέω την αναπνοή της. Τα μαλλιά της έχουν την ευωδία του νωπού χόρτου. Ανεβάζω υψηλότερα το χέρι και ψαύω την πλάτη δίπλα στα πλευρά. Της ψιθυρίζω. 

— Είχα δίκιο όταν σας είπα ότι είσθε τόσο διαφο­ρετική από τις άλλες. 

— Πότε μου το είπατε; από ποιες άλλες; 

— Θυμηθείτε, στους Δελφούς. 

— Εννοείτε διαφορετική από τη Λήδα και την Καίτη; αυτό έλειψε! 

— Δεν με καταλαβαίνετε... 

— Αφήστε τις ανοησίες και χορεύετε. 

— Βλέπετε πως μπορώ να κάνω και τα δύο μαζί. 

Γελά και βλέπω για πρώτη φορά από τόσο κοντά τα στερεά στιλπνά της δόντια. Δεν μοιάζουν με μαργαριτάρια αλλά με όστρακο λευκό που κλείνει μέσα κάτι ζωντανό, υγρό και ρόδινο, που έχω όρεξη ν’ απομυζήσω. 

Τώρα γλεντώ, αλλά στην αρχή με πείραζε η οικειότης των άλλων και ο ενικός που μιλούσαν. Ήμουν σαν ξένος μέσα σ’ αυτόν τον ενικό. Στέκομαι και τους βλέπω και σκέπτομαι να καθίσω με την Κυρία Δροσινού και τους ηλικιωμένους, στο βάθος της τα­ράτσας, αλλά μ’ έσωσε ο φωνόγραφος που έδωσε το σύνθημα του χορού. 

Η Βίργκω είναι γελαστή και ζωηρή. Μου χαμο­γελά δυο τρεις φορές χωρίς να μου δώσει ιδιαιτέρα προσοχή. Χορεύει όπως ζει, κάπως άκαμπτα. 

Μία, που την φωνάζουν Πόπη, έχει σώμα φιδιού και κολλά επάνω μου σαν βδέλλα. Είναι το θηλυκό φίδι που προσφέρει το μήλο στον Αδάμ. 

— Σήμερα που είναι σκοτάδι να πάμε στην Ηχώ, μου λέγει. Το φωνάζει και στους άλλους. Εμπρός όλοι, να πάμε με τη βάρκα στην Ηχώ. 

— Όχι, αντιλέγει η Βίργκω, στην Ηχώ θα πάμε μια βραδιά με φεγγάρι. 

— Όχι, απόψε, απόψε. Είσθε σύμφωνος και σεις; με ρωτά. 

Στρέφω προς τη Βίργκω αλλά εκείνη έχει γυρι­σμένη την πλάτη. 

— Θα κάνω ότι αποφασίσετε όλοι. 

Απεφάσισαν να μείνουν και ο χορός ξαναρχίζει. Χορεύω με τη Βίργκω. 

— Παρατηρήσατε τα χέρια της Πόπης; Στο με­γάλο δάκτυλο δεν έχει σχεδόν νύχι. 

Το παρετήρησα, προτιμώ όμως να μην απαντήσω και χορεύω χωρίς να μιλώ. 

— Θα μπορέσετε να ξυπνήσετε πρωί αύριο; Θα συναντηθούμε στις επτά στην Κολώνα να πάμε στο Λεμονοδάσος. 

— Πώς, βέβαια θα μπορέσω. Θα έλθουν και οι άλλοι; 

Μου απαντά μ’ έναν μορφασμό αινιγματικό και πηγαίνει και σταματά το γραμμόφωνο.—Πονεί το κε­φάλι της μαμάς. 

Σηκώνονται όλοι να φύγουν. Καθώς αποχαιρετώ τελευταίος την Κυρία Δροσινού, ένας διάττων ξεκόλλησε από κάπου, χάθηκε κάπου, επάνω σ’ ένα στιγ­μιαίο φωτεινό μονοπάτι. 

— Ευχηθείτε μου... της λέγω και της κρατώ το χέρι. 

— Με όλη μου την καρδιά... 

— Ευχηθείτε να έλθω πρώτος στο διαγωνισμό. 

Της εξηγώ ότι πρόκειται για ένα Ηρώον και ότι λαμβάνω μέρος σε διαγωνισμό για πρώτη φορά με έργον εντελώς δικό μου. 

— Με όλη μου την καρδιά, μου λέγει πάλι με την γλυκιά της φωνή και κοιτάζει τον ουρανό. Εί­σθε φιλόδοξος, δεν είναι κακό. Αλλά η δόξα δεν κάνει την ευτυχία, προ πάντων στην ηλικία σας. Είσθε τόσο νέος. 

Φεύγω μόνος και σκέπτομαι πως η δόξα δεν κά­νει την ευτυχία. Ω ασφαλώς η δόξα των ανωνύμων οστών πουθα τοποθετηθούν μέσα στο Ηρώον δεν έκανε την ευτυχία των ανωνύμων δοξασμένων. Έχω τελειώσει το αρχιτεκτονικό μέρος του προπλάσματος. Ένας όγκος τετράγωνος και βαρύς. Μένει να σκαλισθεί η αλληγορία της εμπνεύσεώς μου. Ένας στρατιώ­της που κοιμάται τον αιώνιο ύπνο και χαμογελά με πικρία στον οραματισμό της επιγείου ευτυχίας που έχει χάσει... 

Πρόφθασα τους τελευταίους της συντροφιάς. Στα σκοτεινά δεν αναγνωρίζω κανέναν. Ακούω τη φωνή της Πόπης. 

— Ο Κύριος Παύλος! Τι καλά, θα πάμε να γλεντήσομε. 

— Ναι, Ναι, στον Άσπρο Γάτο, στον Άσπρο Γάτο, φωνάζουν οι άλλοι. 

Αρχίζουν να τραγουδούν με παραφωνίες και φθάνομε έτσι σ’ ένα μικρό μαγαζάκι στην έρημη ακρο­γιαλιά. 

— Κοκτέιλ, παραγγέλει ένας και μας μετρά. Ένα, δύο, τρία, τέσσαρα, πέντε, εξ. 

— Ξέρουν και κάνουν κοκτέιλ εδώ στον Πόρο; τους ρωτώ. 


— Αμ τι νομίζετε, μου απαντά η Πόπη, μόνον βυσσινάδες; Εμείς το λανσάραμε αυτό το μαγαζί. 

Γελά, όλοι γελούν με το τίποτε. 

Το γκαρσόνι κούρδισε τον φωνόγραφο, το κουτί που γέμισε τον κόσμο με την πρόχειρη παρηγοριά, την πρόχειρη έξαρση, τον πρόχειρο ερεθισμό. 

Ένα κοκτέιλ, δυο κοκτέιλ. Μια φωνή από το υπερπέραν ξεχύνει το αδρά πληρωμένο πάθος της. Άλμα μία...Ψυχή μου... Τα μάτια μου υγραίνονται. 

Πριν τελειώσει το κομμάτι, η Πόπη ορμά από τη θέση της και αποσπά το δίσκο που αφήνει μια φωνή πονεμένου σκυλιού. 

— Το αργεντίνικο Ταγκό, φωνάζει. 

Ανεβαίνει στο κάθισμα και πηδά επάνω στο τρα­πέζι. Αρχίζει να χορεύει σείοντας τους γοφούς και βηματίζοντας ανάμεσα στα ποτήρια χωρίς να ρίξει κανένα. Στο τέλος βγάζει μιαν υπόκωφη κραυγή και πηδά σχεδόν μέσα στην αγκαλιά μου. 

Αρχίζουν πάλι τα τραγούδια και τα ξεφωνητά. Αισθάνομαι τρομερή διάθεση. Λέγω φιλοσοφίες με υπονοούμενα. Η Πόπη χαχανίζει. 

Μία μπενετικτίν. Κι ένα κουαντρό. Το ανάβω και η κυανή φλόγα υψώνεται τρεμουλιαστή. Το οσφραίνομαι ηδονικά: 

— Μυρίζει Λεμονοδάσος, Λεμονοδάσος. Ζήτω το Λεμονοδάσος. Αύριο όλοι στο Λεμονοδάσος. 

— Πώς, στο Λεμονοδάσος; ρωτούν οι άλλοι. Δεν ξέρομε τίποτε. 

— Βέβαια, εμείναμε σύμφωνοι με τη Βίργκω. Σας προσκαλώ όλους στο Λεμονοδάσος. Καταλάβατε; μου το ’πε η Βίργκω. Ζήτω η Βίργκω. 

... Ξεκινούμε να φύγομε. Είναι σκοτάδι, δεν δια­κρίνω τίποτα κάτω στη γη. Η Πόπη με κρατεί μπράτσο και δεν καταλαβαίνω πως συνέβη και βρε­θήκαμε στόμα με στόμα ακουμπισμένοι σε κάτι στε­ρεό που πρέπει να ήταν ένας τοίχος... 

Δεν διακρίνω τίποτα μέσα στο σκοτάδι. Μόνον επάνω, αφρισμένος ο Γαλαξίας κυλά προς την ιδία διεύθυνση μ’εμάς. 

Αυτά συνέβησαν χθες, πριν γίνω κυρίαρχος του μικρού και ωραίου κόσμου... 

Σήμερα το πρωί με ξυπνά ένας κρότος. Τακ... σε λίγο πάλι, τακ... τακ... Κάποιος πετροβολεί τα παραθυρόφυλλα. Σηκώνομαι βλαστημώντας και τα μισανοίγω. 

— Καλημέρα, φωνάζει η Βίργκω από το δρόμο. Σας πήρε ο ύπνος. Κάνετε γρήγορα. 

Τα μάτια μου είναι βαριά, η γλώσσα μου ξερή, και το μυαλό μου νωθρό. 

— Κάνετε γρήγορα. Η βάρκα περιμένει για το Λεμονοδάσος. 

Ναι, ναι, αυτό είναι. Τώρα θυμούμαι. 

— Αμέσως. Πηγαίνετε κι έρχομαι. 

Η φωνή μου είναι βραχνή και πηχτή. Τώρα θυ­μούμαι. Σιγά σιγά μου έρχονται στο νου οι λεπτο­μέρειες της χθεσινής βραδιάς. Αισθάνομαι μια στε­νοχώρια που δεν μπορώ να προσδιορίσω, κάτι σαν μια δυσάρεστη γεύση κολλημένη στον ουρανίσκο και στη σκέψη. Πλύνω τα δόντια μου αλλά η δυσάρεστη γεύσις μένει πάντα κολλημένη κάπου εκεί στη ψυχή μου. 

Μια παροδική ανακούφισις. Ακούω μια γλυκιά φωνή «με όλη μου την καρδιά παιδί μου», αλλά κατόπιν αμέσως βλέπω ένα μεγάλο δάκτυλο με κοντό νύχι. Δεν μπορώ να θυμηθώ τι συνέβη ακριβώς με την Πόπη. 

Δεν έχει σημασία. Δεν είναι παρά ένα κοκτέιλ περισσότερο. Φοβούμαι μόνον μήπως συναντήσω στην Κολώνα πρόσωπα που δεν επιθυμώ. 

Κάτω στην παραλία, δεν διακρίνω άλλους γνω­στούς από τη Βίργκω, τη μητέρα της, και το ζεύ­γος Δραγάτη. 

— Εμπρός, στη βάρκα, λέγει η Κυρία Δροσινού. 

— Δεν περιμένετε άλλους; ρωτώ με ανησυχία 

— Όχι, είσθε ο μόνος τεμπέλης. 

Δόξα σοι ο Θεός. Οι δύο βαρκάρηδες κωπηλα­τούν γερά και η βάρκα γλιστρά γοργή μέσα στο στενό και γοργά η στενοχώρια μου φεύγει πίσω. 

Μετά τα υψώματα φάνηκε μια ακρογιαλιά και στα ενδότερα μια βαθιά κατάφυτη κοιλάδα που γύρω της σχηματίζουν τα βουνά έναν κόλπο. Το ακριανό κατε­βαίνει απαλά ως την ακτή· ένα μεγάλο κτίριο λευκάζει στην κορυφή ανάμεσα στα δέντρα. 

Αναγνωρίζω την τοποθεσία του Μοναστηριού. Πού να βγαίνει το ποτάμι που είχα ακούσει να κυλά κάτω στη ρεματιά; 

Η Βίργκω είναι στο τιμόνι. Κάθομαι στο μπάγκο απέναντί της και προσπαθώ ν’ αντικρίσω το βλέμμα της αλλά εκείνη το προσηλώνει εμπρός προσεκτική να οδηγεί τη βάρκα. 

— Δείτε το θηρίο, μου λέγει χωρίς να γυρίσει. 

Στη μέση του στενού, φυλάγει την δίοδο μια Σφίγ­γα ξαπλωμένη που μας κοιτάζει με αδειανές κόγχες. Θα της αρκούσε ν’ απλώσει το πόδι, να μας εμποδίσει να περάσομε και να ζητήσει να λύσομε το αίνιγμα της ζωής. Την εξορκίζω με τα λόγια του Οιδίποδος. 

...Κακόπτερε Μούσα θανόντων 
φωνής ημετέρης σον τέλος αμπλακίης 

και αμέσως απολιθώνεται σε βράχο που τον γλύφει τρι­γύρω η θάλασσα. 

Το στενό πλαταίνει. Ο Πόρος έμεινε πίσω και η Βίργκω στρέφει τη βάρκα προς την Πελοπόννησο. 

— Φθάσαμε, μου λέγει. Να το λιμανάκι. 

... Διασχίζομε μια μικρή πεδιάδα με αραιές συκιές και ελιόδεντρα. Ο δρόμος γίνεται ανηφορικός και φαίνεται η πλατιά πράσινη γραμμή του λόφου. Οι πρώτες λεμονιές και οι πορτοκαλιές χύνουν το άρωμα τους μέσα στον πρωινόν αέρα. Παντού δέντρα ελαφρά και σφριγηλά κι όσο πυκνώνουν απλώνεται η δια­φανής σκιά κάτω στη γηκαι μικραίνουν οι φωτεινές και παιχνιδιάρικες κηλίδες του ηλίου. 

Ένα ρυάκι κατεβαίνει πηδηχτά την πλαγιά κελαηδώντας και τα πουλιά μιμούνται το κελάδημά του μέσα στα φυλλώματα. Δεν είναι δάσος σκοτεινό και γεμάτο μυστήριο. Ένα πρόσχαρο περιβόλι που σκαρφαλώνει ευκίνητα το βουνό. 

                                      ****

Νοσταλγώ την φυλακή της κλινικής, το παιδικό δωμάτιο με τους λευκούς τοίχους και το λευκό κρεβάτι. Τώραπου βρίσκομαι ελεύθερος δεν ξέρω τι να κάνω την ελευθερία μου. Έστω και αν οι άνθρωποι σιωπούν, γύρω μου τα έπιπλα φλυαρούν για το πα­ρελθόν. Αδύνατον να βαδίσει κανείς ανάμεσα σ’ αυτά, προς ένα μέλλον άσπιλο και αγνό. 

Νοσταλγώ τον περιορισμένο λευκόν ορίζοντα του δωματίου που ξαναγεννήθηκα. 

Αντί να φύγω αμέσως για τον Πόρο, όπου με πε­ριμένουν με καρδιοχτύπι (όχι τόσο για μένα όσο για να δοθεί ένα τέλος στην υπόθεση αυτή, το διαισθάνο­μαι) προτίμησα να μείνω μερικές ημέρες στο σπίτι. Ο πατέρας φαίνεται ευχαριστημένος μ’ αυτή μου την απόφαση. Ομιλεί μάλιστα αορίστως για ένα ταξίδι. 

Αλλά η μητέρα δεν χωρατεύει με το καθήκον. Κα­θημερινώς μου κάνει λόγο για τη Βίργκω και τελει­ώνει με την επωδόν —Είναι καθήκον σου να πας, πρέπει να τελειώσει αυτό το ζήτημα. 

Προχθές μου είπε. 

— Όταν παντρευθείτε δεν θα ήταν άσχημα να μεί­νετε κανένα μήνα στο σπίτι του Πόρου. Η Κυρία Δροσινού μπορεί να καθίσει μαζί μας αυτό το διά­στημα. 

Εύχομαι να μου συμβεί πάλι κάτι και να επιστρέψω στο λευκό δωματιάκι όπου δεν εφρόντιζαν παρά για το σώμα μου και άφηναν ήσυχο το μυαλό μου και την καρδιά μου. 

Χθες πάλι μου είπε. 
— Έλαβα γράμμα από την Κυρία Δροσινού. Με ρωτά πώς είσαι και πότε θα πας επιτέλους στον Πόρο. 

Είμαι προσηλωμένος στον ελαφρό γαλάζιο καπνό του τσιγάρου μου. 

— Πότε σκοπεύεις λοιπόν να πας; 

— Αύριο θα σου απαντήσω, μητέρα. Απόψε μου πονεί το κεφάλι, να εδώ πίσω. 

Της δείχνω το μέρος του κρανίου που έχω κτυπή­σει. Είναι ο μόνος τρόπος ν’ απαλλαγώ. Έλαβα ό­μως την τελειωτική απόφαση ν’ απαντήσω. 

Αν επρόσεχε εκείνη τη νύχτα η μητέρα μου, θα έβλεπε πως η χαραμάδα κάτω από την πόρτα του δω­ματίου μου ήταν φωτισμένη ως το πρωί. 

Σήμερα της έδωσα ένα γράμμα ανοιχτό στη διεύθυνση της Βίργκως. 

— Διάβασε το και στείλε το σε παρακαλώ, της είπα. Εγώ πηγαίνω να κοιμηθώ επιτέλους. 

Το ξεδίπλωσε και διάβασε. 

«Βίργκω, 
Όλο αυτό το διάστημα δεν έπαυσα να σε σκέπτο­μαι, δεν έπαυσα να σκέπτομαι τους δύο μας, με όλη τη δυνατή επιείκεια. 
Καταλαβαίνω καθαρά πως η μητέρα σου, καθώς και η δική μου, μας θεωρούν αρραβωνιασμένους και ότι φυσική συνέπεια θα είναι να παντρευτούμε. Αυτό θα είναι φοβερό. 
Σκέψου Βίργκω πόσο αγαπηθήκαμε. Δεν ξεύρω τι αισθάνθηκες εσύ, αλλ’ αν πρόκειται να εκφράσω εγώ την ψυχική μου κατάσταση με υλικά μέσα, μπορώ να πω ότι θα εμφανιζόταν ένα δημιούργημα μοναδικό σε χρώματα,σε ήχους και σε γραμμές. Ο αέρας εδονείτο από συμφωνίες ηρωικές και συμφωνίες πάθους. Μια μαρμάρινη στήλη υψώνεται στο άπειρον μέσα σε μια δίνη λαμπρών χρωμάτων. Όλα τα χρώματα της ίριδος επάνω σε βάθος πορτοκαλί. Μια δύναμις με ω­θούσε να πετάξω στο αχανές. Τόσο πολύ σ’ αγαπούσα. Και τώρα ακόμη που σου γράφω, στριφογυρίζουν εμ­πρός μου τα ίδια χρώματα, κάπως όμως θαμπωμένα από την απόσταση. Φθάνουν ακόμηστ’ αυτιά μου οι μακρινοί ήχοι της αποθεωτικής συμφωνίας. 
Σκέψου τώρα Βίργκω πού θα καταντήσομε μετά το γάμο μας. Σε λίγο καιρό το ηρωικό φτερούγισμα θα σταματήσει και θα βρεθούμε ο ένας απέναντι του άλλου, μέσα στις εκνευριστικές μικρότητες της καθη­μερινής ζωής. Δεν θα μας μείνει καν η ανάμνησις του παρελθόντος· θα την έχει κουρελιάσει το τέρας της πραγματικότητος, 
Επί είκοσι χρόνια, τα είκοσι χρόνια νεότητος που μας μένουν, θα πρέπει καθημερινώς να θάβομε και από μια απατηλή γοητεία. Εμείς οι ίδιοι θα γίνομε οι νεκροθάπται της αγάπης μας. Εν τω μεταξύ αι ανάγκαι των αισθήσεων θ’ αντικαταστήσουν το πάθος της ψυχής μας και η αγάπη μας θα καταντήσει μια φυσική ανάγκη. Προς τι τότε αυτή η εξέγερσις των αοράτων δυνάμεων που μας συνεπήραν στον ανε­μοστρόβιλό τους; Το κοινότερο συνοικέσιο θα είχε το αυτό αποτέλεσμα. Θα γκρεμίζαμε το οικοδόμημα, της αγάπης μας. Εγώ σπούδασα αρχιτέκτων για ναοικοδομώ και όχι να γκρεμίζω. 
Σπείραμε γύρω μας τη θλίψη και την ανησυ­χία, σαν να επρόκειτο για ένα γεγονός κοσμοϊστο­ρικό, ενώ ήταν απλώς ένας μαγνητισμός που είλκυσε δυο αντιθέτους πόλους. Οι μακρινοί πρόγονοί μας της λιθίνης εποχής θα έλυαν το ζήτημα σε μια στιγμή. Το ίδιο κάνουν τώρα τ’ αληθινά παιδιά της φύσεως, οι άγριοι και τ’ αγρίμια. Αυτά έλεγα και στον καημένο τον Σαρή λίγη ώρα πριν σκοτωθεί. Εμείς τον σκο­τώσαμε. Αλλά κι αυτός ελησμονήθη. 
Τώρα Βίργκω με ελκύουν το υψηλά ιδεώδη του αν­θρωπισμού. Θα συντείνω με όλη μου τη δύναμη προς ένα καλύτερο μέλλον της ανθρωπότητος μακριά από πάθη και αγωνίες. Θα συντρίψω την αχαλίνωτη φαν­τασία μου κάτω από το ασήκωτο πέλμα της βαριάς δουλειάς, σε βαθμό που θ’ αδυνατεί να φτερουγίσει, α­κόμη και όταν κοιμούμαι και δεν την προσέχω. Ούτε στα όνειρα μου. 
Σ’ αφήνω Βίργκω. Πίστεψέ με, ο χωρισμός μας εί­ναι το μόνον μέσον να διατηρήσομε ακέραιο τον έ­ρωτά μας. Είναι ο μόνος τρόπος να μείνω με πιστοί στην ανάμνησή του, έστω και ασυνείδητα, στην ανάμνησή του που θα σελαγίζει σαν φωτεινό μετέωρο στον άγνωστο ουρανό του μέλλοντος μας. 
Παύλος» 



ΚΟΣΜΑΣ ΠΟΛΙΤΗΣ (1888-1974)


Ο Κοσμάς Πολίτης (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Παρασκευά Ταβελούδη) γεννήθηκε στην Αθήνα, γιος του εμπόρου Λεωνίδα Ταβελούδη από τη Λέσβο και της Καλλιόπης το γένος Χατζημάρκου από το Αϊβαλί. Το 1890 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Σμύρνη, μετά από την οικονομική καταστροφή του πατέρα του. Εκεί πήρε ιδιαίτερα μαθήματα Αγγλικών και Γαλλικών. Το 1900 πέθανε η μητέρα του και ο Πάρις (όπως τον φώναζαν οι δικοί του ) ανατράφηκε από την αδερφή του Μαρία. Στη Σμύρνη φοίτησε στην Ευαγγελική Σχολή και στο Αμερικανικό Κολλέγιο (από το οποίο δεν αποφοίτησε) και εργάστηκε στην Τράπεζα Ανατολής (1905-1911), σε υποκατάστημα της Εταιρείας Wiener Bank - Verein (1911-1919) και στην τράπεζα Credit Foncier d’ Algerie et de Tunisie (1919-1922). Το 1917 παντρεύτηκε την Κλάρα Κρέσπι που καταγόταν από την Αυστροουγγαρία, με την οποία απέκτησε μια κόρη τη Φοίβη. Το Σεπτέμβρη του 1922 έφυγε με την οικογένειά του για τη Μασσαλία και το Παρίσι, όπου εργάστηκε στην εκεί Credit Foncier d’ Algerie et de Tunisie και το 1923 έφυγε για την Αγγλία. Εργάστηκε στο υποκατάστημα της Ιονικής Τράπεζας του Λονδίνου και το 1924 επέστρεψε στην Ελλάδα ως υποδιευθυντής στο υποκατάστημα της Ιονικής Τράπεζας στην Αθήνα. Το 1934 ζήτησε μετάθεση στην Πάτρα, όπου έζησε ως το 1942 αντιμετωπίζοντας έντονα οικονομικά προβλήματα, λόγω του δανείου που είχε πάρει για να χτίσει το σπίτι του στο Παλαιό Ψυχικό (που δημεύτηκε το 1945 από το Δημόσιο και ο Πολίτης αναγκάστηκε να πληρώνει ενοίκιο ως το θάνατό του). Παράλληλα αντιμετώπισε προβλήματα υγείας και το 1942 απολύθηκε από τη θέση του, καθώς η διεύθυνση της τράπεζας έκρινε πως έκανε κατάχρησή αναρρωτικών αδειών κατά τη διάρκεια σοβαρής αρρώστιας της κόρης του (πέθανε την ίδια χρονιά πάνω στη γέννα της, το ίδιο και το παιδί της · ο θάνατός της στάθηκε καθοριστικός για την επανασύνδεση του Πολίτη με την Κλάρα). Από το 1942 και ως το θάνατό του το βασικό μέσο βιοπορισμού του ήταν οι μεταφράσεις (από το 1945 1946 εργάστηκε ως μεταφραστής στο Βρετανικό Συμβούλιο και στο περιοδικό Ελληνοαγγλική Επιθεώρηση). Υπήρξε μέλος του Κ.Κ.Ε. και ιδρυτικό μέλος της Ε.Δ.Α., με την οποία έθεσε υποψηφιότητα στις εκλογές του 1951 στην περιφέρεια Πατρών, χωρίς επιτυχία. Το 1961 έγινε επίτιμο μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών (είχε προηγηθεί άρνηση της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών να τον δεχτεί, καθώς αρνήθηκε να υπογράψει δήλωση μετανοίας για την αριστερή του δράση). Το 1967 πέθανε η γυναίκα του και ο Πολίτης συλλήφθηκε από την Ασφάλεια. Το 1973 μπήκε στον Ευαγγελισμό λόγω αναπνευστικής και καρδιακής ανεπάρκειας, μεταφέρθηκε για λίγο στον οίκο ευγηρίας Relax Palace στο Μαρούσι και ένα χρόνο αργότερα ξαναμπήκε στον Ευαγγελισμό, όπου πέθανε. Η πρώτη εμφάνιση του Κοσμά Πολίτη στο χώρο της λογοτεχνίας πραγματοποιήθηκε με την έκδοση του Λεμονοδάσους (1930). Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Πάτρα έγραψε την Eroica, που τιμήθηκε το 1939 με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος και έγινε κινηματογραφική ταινία το 1960 από τον Μιχάλη Κακογιάννη. Τιμήθηκε με το Α΄ Κρατικό Βραβείο διηγήματος (1960 για την Κορομηλιά) και το Α΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (1964 για το Στου Χατζηφράγκου). Ο Κοσμάς Πολίτης θεωρείται ως ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της πεζογραφίας της γενιάς του ’30. Στο σύνολο του πεζογραφικού του έργου κυριαρχεί η αγωνιώδης αναζήτηση του απόλυτου ιδεώδους (συχνά τραγική λόγω της επίγνωσης της χιμαιρικής φύσης μιας τέτοιας αναζήτησης), η οποία εκφράζεται άλλοτε μέσω μιας ιδεαλιστικής, αισθητιστικής και κοσμοπολίτικης γραφής, που συνδυάζει ρεαλιστικά στοιχεία με λυρικές εξάρσεις και κινείται στα πλαίσια της μυθοποίησης της ζωής, και άλλοτε με μια πιο άμεση ιδεολογική στροφή προς τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της εποχής (εντονότερη στα έργα του μετά την εισχώρησή του στο Κ.Κ.Ε. με αφετηρία Το Γυρί). Το τελευταίο εξολοκλήρου σωζόμενο έργο του Στου Χατζηφράγκου έχει ως αφορμή τα παιδικά χρόνια του συγγραφέα στη Σμύρνη και κατά κάποιο τρόπο συνοψίζει το σύνολο της δημιουργίας του. 












Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου