Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

ΚΑΠΕΛΟΥΖΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ " Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ. " Α΄ ΒΡΑΒΕΙΟ Διηγήματος στον 15ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Ε. Τ. Ε. Π.Κ.

Το Διήγημα  " Ο Κωνσταντής " του Κωνσταντίνου Καπελούζου,απέσπασε το Α΄ ΒΡΑΒΕΙΟ   Διηγήματος  στον 15ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της Εταιρείας Τεχνών, Επιστήμης & Πολιτισμού Κερατσινίου.




Εκείνο το απόσπερο με ξάφνιασαν της εκκλησιάς τα σήμαντρα! Θαρρώ πως ο καιρός πάενε προς το χειρότερο! Το μουγκρητό της θάλασσας όλο και δυνάμωνε. Άτι φτερωτό που ταξίδευε ο νους μου μέσα σε ουρλιάσματα χαλάστρας τρικυμιάς έφτανε ως τα κορφοστάσια του όρους Αιγάλεω και ξαναροβόλαγε ως τη νήσο Πρώτη. Σαν το σκυλί που αλυχτούσε η αγριεμένη θάλασσα, κι ο ουρανός να ζώνεται από φίδια κατά τη μεριά του Καϊάφα. Μεγάλη κοσμοχαλασιά προμηνύονταν κι ο Κωνσταντής αδιάφορος να πίνει το κρασάκι του στην μπαράκα τ’ Αγριλιού και να μονολογεί ασυνάρτητα. Κομμάτι αντίδωρο η μπουκιά στα χείλη του και μεταλαβιά η κρασογουλιά στο στόμα του. Η ζωή του αγλύκαντη γεμάτη βάσανα. Με τη μορφή των γηρατειών που βιάστηκαν να ρυτιδώσουν το στεγνό του πρόσωπο είχε τη ζωή του παρατημένη από χρόνια. Από τότε δηλαδή που τα σήμαντρα της γης καλέσανε την καλή του στον κάτω κόσμο. Ο Κωνσταντής δεν ορφάνεψε μόνο, αλλά λόλεψε κι όλας! Θύμηση διακονιάρισσα διακόνευε κομματάκι λησμονιάς ν’ απαλαφρώσουνε τα στήθια του απ’ τον καημό που τον έπνιγε. Άντε μετά να βρει κουράγιο ο Κωνσταντής χωρίς φαμίλια και παιδιά…και ποιος να τον περιμαζώξει!! Η μόνη του παρηγόρια ήτονε το κρασί που του θόλωνε το νου κι αποξεχνιότανε… Πού να βρει πέτρα άφλογη ν’ ακουμπήσει την ψυχή του ο Κωνσταντής για να πει τον πόνο του. Το κατώφλι της χαράς το πέρασε ώρα μεσάνυχτα… Είχε αποστάσει η καρδιά του να ονειρεύεται, μα παρέμενε ανυπόταχτη και απροσκύνητη! Τρεμάμενη ψυχή που φυλλορρόησε στο φύσημα κάποιου «Θεού» και έμεινε ανάνθιστη!

Κάποια στιγμή βυθισμένος στις θολές σκέψεις του τραντάχτηκε ολόσωμα! Η ματιά του άστραψε και μια φωνή που μπούκωσε την αντάρα της θάλασσας ακούστηκε ως την άκρια του φουρτουνιασμένου πέλαου.
-Παρόντας σύντροφοι!!
Παλιός κουμουνιστής ο Κωνσταντής που έδινε πρώτος το παρόν στην κάθε περίσταση. Σημαιοφόρος πάντα σε όλους τους κοινωνικούς αγώνες και στο πόστο του αχάραγο.
-Άλλαξαν τώρα οι καιροί Κωνσταντή, μονολόγησε.
Ο ταβερνιάρης απογιόμισε το ποτήρι του με κρασάκι βάλσαμο και κλείνοντας το μαγαζί τον αποχαιρέτησε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τον άφηνε μονάχο του κι ύστερα χαιρετώντας τον αναχώρησε. Μόνος ο Κωνσταντής να κοιτάζει και να μονολογεί με τη φουρτουνιασμένη θάλασσα.
-Όρξα ζωή… Άντε Κωνσταντή, περπάτει… Ανασηκώθηκε!..
Πόδισε τα νερά της θάλασσας κι έσκυψε να νίψει το πρόσωπο για να ξεπλύνει τους καημούς και τις τύψεις που τον βάραιναν μα κύμα θεόρατο τον άρπαξε και τον ρούφηξε σε βάθη αμέτρητα.
Δεν το επέλεξε αυτός τ’ αραξοβόλι του, άλλοι ορίζουνε την τύχη μας. Σκορπιός και Μέδουσα παραφύλαγαν και τον άρπαξαν στα βύθη της θάλασσας. Γλάρος ο Κωνσταντής σε βούξημο ζωής τρικυμισμένης που ζητούσε σωτήριο κατάρτι στη στεριά μα άλλα του σκάρωνε η μοίρα του! 
Ά ρε ζωή φτιασιδωμάτα, κερατάδικη! Σίσυφοι αγκομαχούν ν’ αλλάξουν τη φορά της παιδεψιάς μπας και δούνε οι άνθρωποι στον ήλιο πρόσωπο! Άφτερη πεταλουδίτσα η ψυχούλα του δε δέχτηκε ποτέ της ένα χάδι. Ουρανοκράτης γιος Ιαπετού έπεσε!
Εκεί στα βύθη τα ανήλιαγα συναντιούνται οι ψυχές των πνιγμένων και οι Νηρηίδες τραγουδάνε πένθιμα μαζί με τις φώκιες που μοιρολογάνε τον χαμό των παιδιών τους. Οι θαλασσινές σπηλιές αναριγούν καθώς ποντίστηκε μαργαριτάρι τ’ όνειρο! Μες στη σιωπή των αιώνων αναπαύεται το κορμάκι του. Εκειό το Όνειρο! Κι η φωνή του, σάλπιγγας κλαγγή, θλιβά κατρακυλά στα τάρταρα. Φεγγάρια ροβολούν και χάνονται σ’ αυτό το συναπάντημα. Όρξα ζωή!.. Φορτώνεσαι όλες τις ανηφοριές, τραβάς κατά που φυσάν βοριάδες και Πουνεντογάρμπια κι ούτε ένα…χαμόγελο! Ζωή ’σαι θα σε προσπεράσουμε…
Την άλλη μέρα τόνε βρήκανε! Βαρκούλα χωρίς πανάκι εταξίδευε… Το Κάστρο των Παραμυθιών τον καλωσόριζε. Πάνω στις ντάπιες Ιππότες νυσταγμένοι τον καρτέραγαν! Ρίξανε δέκα ντουφεκιές και σείστηκαν τα πέλαγα, κι Κωνσταντής τους αποκρίθηκε:
-Παρόντας σύντροφοι…
Ασημοκούμποτη στολή φορούσε ο Κωνσταντής χρόνια ολάκερα σαν έδινε τους αγώνες για τη λευτεριά της Πατρίδας. Ανταμοιβή του εξορία εικοσάχρονη, γιατί λέει στον αγώνα κατά των Γερμανών συστρατεύτηκε με τους κουμουνιστές. Άκου… φταίξιμο! Με τον καιρό λύγισαν οι δυνάμεις του κι όταν με το καλό τελειώσανε τα βάσανα από τις εξορίες και τις καλοπέρασες ξαναγύρισε στον τόπο του να ξαποστάσει είπε λίγο το κορμάκι του.
Ήτονε κι η Ακριβούλα του μονάχη όπου σαν την Πηνελόπη εκαρτέραε κι αυτή τον Οδυσσέα της. Δεν είχε η Ακριβούλα βιος μεγάλο κι ούτε μνηστήρες να την γυροφέρνουνε για τα κάλλη της. Που νάβρει κι αυτή άλλο στήριγμα εξόν από το καρτέρεμα του Κωνσταντή της που σφόδρα τον αγάπησε όταν ήταν μικρούλα πέρδικα. Αγαπηθήκαν σφόδρα και τον παντρεύτηκε. Δύσκολα χρόνια κι οι αυγές αξημέρωτες. Δροσοσταλιές χονδρές η αγωνία της κι οι μέρες λειψές για ’κείνη. Πάντοτε σκυμμένη φυλλορροούσε κι η αγωνία την απόκαμε. Τη μέρα που άφησαν τον Κωνσταντή ελεύθερο, πέθανε απ’ τη χαρά κι απ’ την αγωνία της. Έτσι της έμεινε το όνειρο ανεκπλήρωτο. Ούτε στα στερνά της δεν τον χάρηκε! Τα γυναικεία σπλάχνα της δεν ένιωσαν τη χαρά της μητρότητας. Μέσα σε μαύρη φορεσιά μία ζωή ολάκερη… Κι αυτή κι ο Κωνσταντής κυνηγημένα ασπροπούλια και μαδημένα όνειρα κι ούτε ένα αναθαλλό ζευγάρωμα. Μόνο λυγνίζανε τους στεναγμούς μπας και τους πάρει ο άνεμος. Τώρα θωράει κι αυτή από ψηλά το πέλαο, μιλάει με τα χαράματα. Ολούθε καταχνιά οπού σκεπάζει την αχανιά του απείρου με σεντόνι μαυροϋφαδο.
«Πάρε χτικιάρα γη το σπέρμα μας τ’ αμάραντο και αγκαστρώσου αγκάστρωμα γερής ζωής πανάθεμάσε!
Άρε ζωή φτιασιδωμάτα και παμπόνηρη!..
Η Μοίρα τους φέρθηκε σκληρά και άδικα. Έζησαν κι οι δυο τους μια ζωή αξημέρωτη κι έσβησαν κεράκια στο πέλαγο από έναν άνεμο Πουνεντογάρμπη, ατίθασο και μένει η αυλή τους ασκούπιστη. Τα σκαλοπάτια της αυλόπορτας με τα νερογαλάζια χρώματα ακόμη καρτερούν τον Κωνσταντή το μορφονιό να τα διαβεί, κι εκείνη, νυφούλα στολισμένη καβάλα στ’ όνειρο, τους στεναγμούς του κόσμου φέρνει πάνω στ’ άνθια της.
…………………………………………………………………………
Ένας παράξενος ταξιδιώτης με φωνή που έτρεμε στην παγωνιά σαν καντηλάκι εξωκκλησιού που τη φλογίτσα του τη σβήνει κακοκαίρι, ήρθε την άλλη μέρα που τον θάψανε και τον αναζήτησε. Παλιός του σύντροφος. Τούχε σωσμένη τη ζωή ο Κωνσταντής την ώρα που ανατίναζαν το Γοργοπόταμο. Μία ζωή τον έψαχνε… Τώρα στα στερνά του έμαθε για τον παλιό του σύντροφο κι είπε πριχού ο Χάρος τον προφτάσει να δει εκείνο που τον έσωσε…Με αγωνία ρώταγε.
Πικρό μαντάτο του ’φεραν και τον αποκαρδιώσανε. Δάκρυ χονδρό μ’ όλη την πικρασιά της ζήσης του κύλησε θολό ποτάμι στα χαρακιασμένα μάγουλα . Πρώτη φορά του έκλαιγε. Έδεσε κόμπο την καρδιά του και χάθηκε μες στα χαμόσπιτα.
Ο Κωνσταντής αντάρτης ήτονε κι αντάρτης έφυγε! Του ’μεινε τ’ όνειρο ανεκπλήρωτο. Τον πήραν και τον ’ξόρισαν καθώς ξερίζωνε βραχόπετρες για να χτιστούν μ’ αυτές σπίτια, ελπίδες και σχολειά. Και στο στερνό του Χάρου προσκλητήριο, δε λιποτάχτησε. Φωνή στερνή σαν το αστροπελέκι ακούστηκε: Παρόντας σύντροφοι!..
Τον κλάψανε οι θαλασσοσπηλιές, τον κλάψαν τα θαλασσοπούλια και τα πέλαγα. Στις ντάπιες ξενυχτήσαν οι συντρόφοι του για να τον ανταμώσουνε. Φάρος ήτονε ο Κωνσταντής, φάρος φλογόσκορπος σε κάβο μαυρισμένο απ’ της ζωής την αγριεμένη θάλασσα γι’ αυτό και τον αγάπησε…
Ά ρε ζωή φτιασιδωμάτα και μπαμπέσα, χαλάλι σου!..

Η φωτογραφία από τη βράβευση 
















































Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου