Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

Νέο τραγούδι, Δημήτρης Κανελλόπουλος (Domenica) "Προσπαθείς για να ξεχνάς"






Προσπαθείς για να ξεχνάς
Μουσική: Δημήτρης Κανελλόπουλος
Στίχοι: Δημήτρης Κανελλόπουλος, Δημήτρης Τσουνάκας


Ο χειμώνας πλησιάζει και φέρνει μαζί του νέες προσπάθειες και καινούργια τραγούδια.

Η πρώτη απόπειρα του Δημήτρη Κανελλόπουλου (Domenica),ξεκινάει με την ακουστική κιθάρα να έχει τον πρώτο ρόλο. Το "Προσπαθείς για να ξεχνάς" στηρίζεται στον ακουστικό ήχο και στην φωνή του Δημήτρη, με τον πιο φυσικό τρόπο, χωρίς καν διορθωτικές επεμβάσεις τεχνολογίας και πρόσθετων εφφέ.

Εκδηλώνει έτσι, την διάθεση του τραγουδοποιού και τον τρόπο, που μελλοντικά θέλει να έρθουν σε επαφή με το κοινό, τα τραγούδια του.

Καλή ακρόαση







 

Υπεύθυνη επικοινωνίας: Αντιγόνη Γιαλλουρίδου ●
Κιν.: 6944296510 ● Email: amy@cricos.gr






ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΙΝΕΠΟΛΙΤΩΝ - ΚΑΣΤΑΜΟΝΙΤΩΝ - ΕΚΔΡΟΜΗ ΣΤΑ ΤΡΙΚΑΛΑ ΚΟΡΙΝΘΙΑΣ


Την Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015 το Σωματείο Ινεπολιτών - Κασταμονιτών πραγματοποίησε εκδρομή στα Τρίκαλα Κορινθίας. 




Τα Τρίκαλα Κορινθίας αποτελούνται από τρεις συνοικίες, τα Κάτω Συνοικία, Μεσαία Συνοικία και Ανω Συνοικία και είναι το μεγαλύτερο χωριό στην ανατολική πλευρά της Ζήρειας. Βρίσκονται σε υψόμετρο 900 μ., 1000 μ. και 1100 μ. αντιστοίχως και είναι ένα απ” τα παλαιότερα ορεινά παραθεριστικά κέντρα. Τα Τρίκαλα χτίστηκαν στη θέση του αρχαίου Μύσαιου, το 10ο αιώνα, από τους πεδινούς, που κυνηγημένοι από επιδρομείς, ανέβηκαν και έκτισαν χωριά σε όμορφο και υγιεινό τόπο. Τα Τρίκαλα υπήρξαν πατρίδα των Νοταραίων, ισχυρών προεστών της Κορινθίας. http://www.trikala-korinthias.gr/

Μετά το Ξυλόκαστρο αρχίσαμε να ανηφορίζουμε το όρος Κυλλήνη ( Ζήρεια). Μέσα από μια δαιδαλώδη πολλές φορές ανηφορική διαδρομή απολαύσαμε ένα ασύγκριτου κάλλους τοπίο, στολισμένο με άπειρα χρώματα.

Αρχικά επισκεφτήκαμε τη Μονή Αγίου Βλασίου 


  
Σε απόσταση δύο χιλιομέτρων από την Άνω Συνοικία των Τρικάλων Κορινθίας και σε υψόμετρο 1.400μ. στην πλαγιά του όρους Κυλλήνη (Ζήρεια) βρίσκεται κτισμένη η ιστορική ιερά μονή του Αγίου Βλασίου. Το μοναστήρι αυτό, το οποίο διαδραμάτισε έναν σπουδαιότατο πνευματικό και καθοδηγητικό ρόλο στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας, αποτελεί ένα λαοφιλές προσκύνημα της ιστορικής και ευλογημένης κορινθιακής γης με μεγάλη θαυματουργική παράδοση.  
http://www.sfedona.gr/













Πλούσια διακοσμημένο το εσωτερικό του ναού.

.
















 Η θέα υπέροχη ...πολύ κοντά στον ουρανό!!!









Το μεσημέρι  γυρίσαμε  στα Μεσαία Τρίκαλα στην ταβέρνα "Πινακωτή "  για  φαγητό. Εκεί απολαύσαμε τις όμορφες γεύσεις  της πελοποννησιακής υπαίθρου και το μυρωδάτο κρασί της Κορινθιακής γης. Φυσικά μετά το φαγητό επακολούθησε γλέντι !!!











Στην επιστροφή για την Αθήνα, στάση στο Βραχάτι, όπου  απολαύσαμε τον καφέ μας   παρέα με τη φουρτουνιασμένη θάλασσα του Κορινθιακού, βαμμένη με τα χρώματα του δειλινού. Ηταν μια ακόμα υπέροχη εκδρομή μας !! Γυρίσαμε γεμάτοι εικόνες, χρώματα και ευχάριστες στιγμές, προσδοκώντας πάντα την επόμενη εξόρμησή μας.


































Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

Ιστίου Τόπος,Δημιουργική Γραφή με τη Σοφία Νινιού - Τούλα Λαλιώτη, «Κάπου τελειώνει»



Μοναξιά δεν υπάρχει,
στο χαμόγελο ενός παιδιού
στη φροντίδα ενός αρρώστου και στο
ευχαριστώ, που δεν προσφέρει, αλλά
καθρεφτίζεται στα δακρυσμένα μάτια…

Μοναξιά δεν υπάρχει,
στο δυνατό σφίξιμο του χεριού,
του εγκάρδιου χαιρετισμού ενός παλιού
ή νέου φίλου…
στο σφιχταγκάλισμα που δίνει ζωή,
ροή, δύναμη θετική και στο γλυκό
φιλί που δίνεις σ’ αυτούς που αγαπάς…

Μοναξιά δεν υπάρχει,
σαν γίνεσαι δημιουργός ζωής και χαράς,
αισιοδοξίας και θάρρους
όταν ανοίγεις δρόμους σε δύσβατα μονοπάτια,
προόδου και ανέλιξης πνευματικής ,
στους συνανθρώπους σου…

Μοναξιά δεν υπάρχει,
όταν συμπάσχεις και γλυκαίνεις την
οδύνη του φίλου, του αδελφού, του γονιού,
του παιδιού, του γείτονα,
του άγνωστου συμπορευτή σου…

Μοναξιά δεν υπάρχει,
όταν μοιράζεται τους καημούς των άλλων,
και τους δικούς στου, κι οσμίζεται
στις ψυχές την ομορφιά που κρύβουν…

Μοναξιά δεν υπάρχει,
όταν ξυπνάς το πρωί με μια τρυφερή
«καλημέρα» σε ζεστή αγκαλιά αγαπημένη…

‘Όταν ακούς τα βήματα, τον ήχο της αναπνοής
αυτών που αγαπάς, κινήσεις καθημερινές,
συνηθισμένες, αλλ’ όχι δεδομένες!

Μοναξιά δεν υπάρχει,
στην καθημερινότητα, όσο πεζή κι αν είναι
των δυο και των πολλών που αγαπιούνται,
κι ας αντιμετωπίζουν δυσκολίες, βάσανα,
ή φουρτούνες, γιατί όλα μοιράζονται και
αλαφραίνουν, κι από δυσβάσταχτα,
γίνονται ταπεινά κι ασήμαντα , μηδενικά!

Μοναξιά λοιπόν, δεν υπάρχει,
δε χωρεί, όπου χωρεί η Αγάπη
και η ευρηματικότητα της Προσφοράς!

Η μοναξιά σταματά και τελειώνει,
στη βαθιά κατανόηση του «εμείς»
όλοι μαζί, όταν γινόμαστε «ένας»,
ο καθείς από μας, μια υπόσταση,
μια ψυχή, πανανθρώπινη οντότητα
συμπαντική….

Παναγιώτα (Τούλα) Λαλιώτη

Ομάδα Δ.Γ. Μοσχάτου-Ταύρου


Ιστίου Τόπος,Δημιουργική Γραφή με τη Σοφία Νινιού 




Ο διαδικτυακός αυτός τόπος δημιουργήθηκε για να φιλοξενεί τα κείμενα, που μέσω του μαθήματος της δημιουργικής γραφής, που διδάσκω, εμπνεύστηκαν και έγραψαν οι εκπαιδευόμενοι.
Αφορμή στάθηκε η συνεργασία μου την Άνοιξη του 2015 με τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης των Δήμων
Μοσχάτου-Ταύρου
Καλλιθέας
Αλίμου
Στο χώρο όμως αυτό φιλοξενούνται και τα κείμενα φίλων, που εξ αποστάσεως συμβουλεύω και διδάσκω.

Επέλεξα το μάθημα αυτό, γιατί πιστεύω στην απελευθερωτική του επίδραση στην ψυχή του ανθρώπου, γιατί τον εισάγει στην Τέχνη και του ανοίγει δρόμους στην έκφραση των συναισθημάτων του και στη διατύπωση της σκέψης του. 
Σοφία Νινιού

https://sites.google.com/site/istioutopos/home








ΒΕΛΛΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ " Ατιτλο "

Φωτογραφία με κινητό: Γιάννης Βέλλης
Γαλάτσι Αττικής 





"Έρχονται στιγμές που λέω, θα ξανάρθει η άνοιξη, τι κι αν το φθινόπωρο χώνεται όλο και βαθύτερα μέσα στην αγριάδα του χειμώνα, με τον χρόνο ξεχασμένο στα λάθη μας/
θα ξανανθίσει το χαμόγελο, όσο η παρέα θα μιλάει για τις αγάπες της, τον πολιτισμό, ένα ποίημα, απ' αυτά που δεν γράφτηκαν ακόμα, μια φωτογραφία, με απόψεις για το πως θα γινόταν καλύτερη και τόσα όμορφα/ μετά συγχρονίζομαι πάλι στους ρυθμούς της πόλης, σιωπώ, κρατώ τα σύννεφα, όσα περνάνε, το κρύο, κάποιες σημειώσεις για την επόμενη μέρα, πράγματα αδιάφορα."
 Γιάννης Βέλλης









ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΡΗΓΑΣ " Ζωγραφιά μου "

painting by Michael & Inessa Garmash

Σε ζωγράφιζα
και μέθαγα την τρέλα μου στα μάτια σου.
Υγρή η νύχτα, ίδια η πρώτη νύχτα

όταν το βλέμμα σου με άγγιξε.
Στο χάδι μου το χάδι σου παγίδευσε
το νου μου.
Πάει καιρός πια όπου οι νύχτες
δε στεγνώνουν τη συγνώμη.
Ξημερώνει σε λίγο...
Μαζί κι ο θόρυβος της σιωπής.
Πριγκίπισσα του φεγγαριού
ευχαριστώ!
Σ´ ευχαριστώ που έχυσες το χρώμα
των ματιών σου
μεσ´ στο δικό μου ουρανό!
Για την ανάπαυλα, κάτω απ´ τη μεγάλη
τη ροδιά
στο δείλι της μέρας,
λίγες ακόμα πινελιές απέμειναν...

Ευαγ. Ρήγας

" Από το πρώτο μου βιβλίο με ποίηση, πεζά ποιητικά και στοχασμούς ¨ Ο Κήπος του Ανάγερτου ¨. "







ΕΙΡΗΝΗ ΛΙΒΑΝΟΥ " Το τέλος "


Μια φορά και ένα καιρό, ας αρχίσω έτσι την ιστορία μου, ήταν ένα ζευγάρι παντρεμένο μερικές δεκαετίες και ερωτευμένο σαν την πρώτη μέρα που γνωρίστηκαν. Γίνονται κι’ αυτά καμιά φορά! . Είχαν παιδιά είχαν εγγόνια που τα λάτρευαν , και το ίδιο γινόταν και με τα παιδιά με τους γιους τους τις νύφες τους και τα εγγόνια τους. Έχετε δει νύφες να λατρεύουν την πεθερά και το πεθερό? Γίνονται κι’ αυτά καμιά φορά -------- Το ζευγάρι που παρεμπιπτόντως να σας πω πως εκείνη ήταν μέτρια στο μπόι.1και 55 είναι μέτρια ή κοντή? Εκείνος 1, 82. την κορόιδευε για το μπόι της αλλά πάντα της έλεγε ότι γι’ αυτό το μπόι την ερωτεύτηκε, για να την κάνει ότι θέλει στην αγκαλιά του. Το ζεύγος έσφυζε από ζωή. Τους άρεσε να κάνουν μεγάλους περιπάτους Τους άρεσε να βλέπουν παρέα τις ταινίες στην τηλεόραση, και πολλές φορές τις ανέλυαν και διαφωνούσαν αν έπρεπε να γινόταν έτσι ή αλλιώς. Αλλά αυτό δεν τους πείραζε καθόλου αφού συναγωνίζονταν σε επιχειρήματα, και ο άντρας γελούσε δυνατά με τα αστεία ζαβολιάρικα επιχειρήματα της γυναίκας του, που της άρεσε πάντα να είναι η νικήτρια της συζήτησης. Αλλά κι εκείνη γελούσε με τον εαυτό της και τις ζαβολιές της. ------- Όταν έπαιζαν χαρτιά ήταν μια κλέφτρα, που θα τη ζήλευε και ο Αλ Καπόνε. Αλλά και ο άντρας δεν της χαριζόταν. Της άρπαγε το χέρι με το κλεμμένο χαρτί και της αφαιρούσε έναν πόντο από τη σούμα αν και κάτι τέτοιο δεν ήταν μέσα στη συμφωνία τους, κι’ αυτό η γυναίκα το θεωρούσε άδικο. Αλλά τις περισσότερες φορές του την έσκαγε εκείνη. Προπαντός όταν είχε καμιά ίωση και δεν πρόσεχε. Η γαϊδούρα έλεγε για τον εαυτό της γελώντας από μέσα της τον λυπάμαι που χάνει με ίωση. Αλλά το κλέψιμο –κλέψιμο. ---- Μερικές Κυριακές πήγαιναν στης ακρόπολης τα μέρη, πολλές φορές με τα εγγόνια τους και έκαναν βόλτα στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, και μετά στο Μοναστηράκι για χαζοκοίταγμα και τα παιδιά ψώνιζαν βραχιολάκια από χαντρούλες ασημένια δαχτυλίδια και στρίγκλιζαν από χαρά γιατί αυτό τους θύμιζε νησί. Και όταν κουράζονταν πήγαιναν και κάθονταν στου Θανάση για το εθνικό μας φαγητό. Σουβλάκια και πατατούλες τηγανητές και νερωμένη κόκα κόλα. και έκαναν συμφωνία και οι τέσσερις σαν μια καλή συμμορία ότι θα κορόιδευαν τη μαμά πως πρώτα είχαν φάει τα φρούτα που τους έδινε μαζί τους. Βέβαια λίγο πριν φθάσουν στον Θανάση τα είχαν πετάξει σε έναν κάδο. -------------- Και ήρθε εκείνο το μοιραίο πρωινό που η γυναίκα είδε τον άντρα της χλωμό. Τον ρώτησε τι έχει κι’ εκείνος με ομιλία αργή- αργή, της είπε πως δεν αισθανόταν καλά. Η γυναίκα άρπαξε το τηλέφωνο και κάλεσε το τον καρδιολόγο του, εκείνος της έδωσε μερικές οδηγίες αλλά πριν τελειώσουν οι οδηγίες του γιατρού είδε να τα μάτια του αγαπημένου της άντρα να βασιλεύουν. Πέταξε το τηλέφωνο και άρχισε να τον ταρακουνάει δυνατά, τον γύρισε στο πλάι, και τέλος πάντων έκανε ό,τι είχε διαβάσει για την καρδιά, μέχρι που κατάλαβε πως από τους δυο τους μέσα στο δωμάτιο ήταν μόνο αυτή ζωντανή! «Αχ όχι όχι μου είχες υποσχεθεί ένα σωρό φορές ότι δεν θα μ’ αφήσεις ποτέ! ---------- . Εδώ στο αγαπημένο τους δωμάτιο σήμερα της την έσκασε εκείνος για πρώτη φορά. Τέλος




ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΟΥΧΑΣ " Παγιωμένος προς τα Άνω "


Μείνε λίγο ακόμα. Αδιαπέραστος ο χρόνος στις οσμές σου προσμονεί την ελευθερία των δεδομένων του των κακών ενσωματωμένων αρχετύπων που βασανίζουν την εγγεγραμμένη εντός σου γωνία αντίληψης.
Μείνε λίγο ακόμα. Μη φεύγεις απόψε μέρα ούτε ποτέ. Μείνε σταματημένη αιώνια στα κόκκινα φανάρια της ζωής.
Εκεί που παραμονεύουν οι ενθυμήσεις κυρωμένων άσβεστων αποτυπώσεων εδραιωμένες στον νωτιαίο μυελό της σπονδυλικής μας στήλης ως ένδειξη της παγιωμένης στάσης μας στοχαζόμενοι προς τα άνω...
Κατευθείαν ευθυγραμμιζόμενοι, στο βλέμμα του πανδόξαστου Απόλλωνα....





Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

ΑΡΣΙΝΟΗ ΒΗΤΑ ΄΄Πέρα από την αδικία''

Η Αθηνά εμποδίζει τον Αχιλλέα να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα (μωσαϊκό από την Πομπηία)



Oργισμένοι καιροί.Κύματα θεόρατα τσακίζουν την ψυχή που παραδέρνει.Ένας Αγαμέμνονας τυφλωμένος από την εξουσία ,που αδικεί.Κι ένας Αχιλλέας σε κάθε εποχή,αδικείται, οργίζεται, αποσύρεται στο βάθος της σκηνής, του κόσμου του. Συντέλεια μιας αδιέξοδης κατάστασης.Συνθλίβει η αδικία.Ορθώνει κάστρα φυλακές. Απόγνωση.Με σκιές που πληθαίνουν στο μισοσβησμένο φως καχύποπτου φεγγαριού . Με γλώσσα που δηλητηριάζει.Με χέρια που κρατούν μεγάλα καρφιά για μια σταύρωση.Χαμένοι αδικών κι αδικούμενος.Φαύλος κύκλος .Κι έπειτα ...ανακαλύπτεις την προσωπική αβλεψία, την άδιαφορία, την έλλειψη αγάπης προς τον ίδιο σου τον εαυτό. Κι έπειτα ...ανακαλύπτεις κουρασμένα τη στείρα μήτρα της εκδίκησης.Με τα κλειδιά του νου ανοίγεις τη σφαλιστή πόρτα της υπέρβασης.Και προχωράς.Πέρα και πάνω από τα γεγονότα που σε πλήγωσαν, χωρίς εμμονές στις καταστάσεις , χωρίς το άλλοθι της κρίσης της ηθικής, της υλικής της κοινωνίας . Αναλαμβάνεις ακέραια την ευθύνη για ό,τι συμβαίνει στη ζωή σου.Νικώντας την απραξία, την παραίτηση που είναι η πραγματική αδικία ...στη ζωή.Τη ζωή που δεν είναι δεδομένη, είναι πολύτιμη, είναι μοναδική κι είναι ολότελα δική σου.Το ιερό άβατο όπου τίποτε βλαβερό δεν μπορεί να μπει χωρίς την άδειά σου...θυμάσαι: *«Να αγαπάς τη ευθύνη. Να λες εγώ, μόνο εγώ θα σώσω τον κόσμο. Αν δεν σωθεί, εγώ θα φταίω».*

*Ν. Καζαντζάκης









ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Β. - 2 βιβλία του σε ηλεκτρονική μορφή.

Σε ηλεκτρονική μορφή κυκλοφορούν δύο ποιητικές συλλογές του Αλέξανδρου Β.  (Free Edition)

I ) Στου αιώνα μου το θαύμα (Free Edition) 2015


Στου αιώνα μου το θαύμα (Free Edition)
Για λήψη ή εκτύπωση του βιβλίου πατήστε το σύνδεσμο που ακολουθεί:

Η Συλλογή  περιλαμβάνει 25 ποιήματα .Ποιήματα, επιμέλεια βιβλίου, φωτογραφία και επιμέλεια εξωφύλλου - οπισθόφυλλου: Αλέξανδρος Βλαχιώτης

Ποιήματα Συλλογής 

Οι Νύχτες

Είναι οι νύχτες, που πλέον δε γελούν,
οι αναμνήσεις ζαλισμένες γυρνούν.
Μόνο για μια στιγμή να μπορούσα,
κάτι όμορφο μαζί σου να θυμηθώ.
Το πρώτο μας φιλί, αγκαλιά στην παραλία.
Τι έμεινε πλέον;
Σε ένα δωμάτιο μόνος,
προσπαθώντας με τη σκιά μου να χορέψω.
Όσα σβησμένα άστρα και να ανάψω, κεριά είναι.
Αντίστροφα μετρούν, στη ζωή και την αγάπη.
- Τέλειωσε ο χορός, αιώνιε έρωτά μου,
κοιμήσου στο μονό σου κρεβάτι.
Ίσως, η αυριανή μέρα σου χαμογελάσει,
γεμάτη υποσχέσεις και δώρα.
Μη σκέφτεσαι το τώρα. -
οι νύχτες πλέον δε γελούν,
οι αναμνήσεις μου ζαλισμένες γυρνούν.
- Κι άλλη μια μέρα έτσι θα περνούσε,
προσδοκώντας κάτι καλό.
Να βρίσκω την ευτυχία, σε ότι δεν είναι αληθινό...

Όνειρο που τέλειωσε

Δρόμοι σκοτεινοί, ματιές που με μισούν.
Η φρίκη, παραμονεύει στην άκρη του δρόμου.
Χαμογελαστός ο εφιάλτης, με καλεί.
Ανήμπορος, την πόρτα του ανοίγω.
Λάμψεις χλωμές, χορεύουν στο δωμάτιο.
Τρεμοπαίζει η μελωδία.
Η φλόγα στο κερί, αγκαλιάζει τη μελαγχολία. ...
Το όνειρο τέλειωσε, η πόρτα έκλεισε.


II ) Η φαντασία ελεύθερη πετά  ( Free Edition) 2014


Η φαντασία ελεύθερη πετά ( Free Edition)
Για λήψη ή εκτύπωση του βιβλίου πατήστε το σύνδεσμο που ακολουθεί: 

Η Συλλογή περιλαμβάνει 
25 Ποιήματα 
Ποιήματα, επιμέλεια βιβλίου, φωτογραφία και επιμέλεια εξωφύλλου - οπισθόφυλλου: Αλέξανδρος Βλαχιώτης


Ποιήματα Συλλογής 
Γίναμε όλοι

 Γίναμε όλοι αυτόκλητοι μάρτυρες 
ενός δράματος που λίγοι επέζησαν. 
Αδέσποτοι κριτές της ίδιας μας της ζωής 
και των άλλων. 
Μια απορία που θα εξοντώσει το εγώ μου. 
Μια κρίση που θα με αφανίσει. 
Θ’ άξιζε άραγε τον κόπο η εμφάνιση μου 
στον κόσμο των ερωτημάτων; 

Μοναχικό βράδυ 

Είναι κάτι βράδια φθονερά, 
μου ζαλίζουν το μυαλό. 
Στέκομαι μονάχος στη γωνιά του δωματίου 
η φωτογραφία έχει 
το χρώμα που πάντα με πονούσε. 
Ήταν κι η νύχτα αυτή, σαν όλες τις άλλες, 
δοκίμαζα τη μοναξιά. 
Με βαραίνουν οι αναμνήσεις, 
μ’ αρρωσταίνουν οι λέξεις 
που κάποτε μου είχες πει. 
Και τώρα, όπως και τότε, 
έτσι είμαι μόνος. 
Μοναχικό μου βράδυ 
σ’ ερωτεύτηκα καλύτερα 
κι απ’ της αγάπης το ποτό. 
Ίσως δε με πειράζει πια 
που δεν ακούω τα γλυκά της σ’ αγαπώ. 


Βιογραφικό σημείωμα


Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1977 και έμεινα στην πόλη τα πρώτα χρόνια της ζωής μου.
Αργότερα μετακομίσαμε στον Άσσο Κορινθίας.
Στην ηλικία των τριάντα εφτά, πήρα πτυχίο στην πληροφορική.
Έχω εκδόσει, τρεις ποιητικές συλλογές.
Η πρώτη το 1997 με τίτλο: Magnum, στις εκδόσεις: Χώρος Ποίησης Σικυώνιος.
Η δεύτερη το 2014 με τίτλο: Η φαντασία ελεύθερη πετά (Free Edition)
Η τρίτη το 2015 με τίτλο: Στου αιώνα μου το θαύμα
Εκτός από ποιήματα, γράφω μικρές ιστορίες και σενάρια.
Ασχολούμαι ερασιτεχνικά με τη φωτογραφία και την παραγωγή βίντεο.
Περισσότερες δουλειές μου θα βρείτε:
Στα blogs μου,
Στιχοποιήματα και κείμενα ( blogspot) (Top blogs), 
όπως και στο κανάλι μου στο Youtube Alexandros Vla.

H προσωπική μου σελίδα στο Facebook: Alexandros Vla 
και στο google+: Alexandros Vla.
https://plus.google.com/u/0/+AlexandrosVla/posts


Αλέξανδρος Βλαχιώτης














Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ " Η παρέλαση "

                                  

Κάποτε στα παλιά τα χρόνια, όταν ακόμα πήγαινα σχολείο με είχε φωνάξει κι εμένα η καθηγήτρια της γυμναστικής σε πρόβες για την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου. Πήγα σε όλες τις πρόβες με θάρρος, αλλά και με αγωνία και έμαθα το καλύτερο δυνατό, που θα μπορούσα να μάθω. Ήμουν ο μόνος, που είχε μάθει τέλεια το βήμα, βροντούσα δυνατά το πόδι μου στο ένα στ' αριστερό τρομάζοντας τα φιλήσυχα περιστέρια, που είχαν στήσει γερό τσιμπούσι στα υπολείμματα από τα hot-dog του κυλικείου. 
Οι περισσότεροι, που είχαν λάβει μέρος στις πρόβες της παρέλασης, το είχαν κάνει καθαρά για να χάσουν μάθημα. Κάποιοι, που κόπηκαν, κλαψούριζαν, που θα ξανααντίκριζαν από κοντά τον πίνακα και θα άκουγαν τον ήχο της κιμωλίας, που στοίχειωνε τα νεανικά τους όνειρα. Θα καθόντουσαν ξανά στα θρανία και θα πιάνανε και πάλι τα στυλό για να γράψουν συνθήματα για τις αθλητικές ομάδες, που υποστήριζαν ή πρώιμα ερωτικά στιχάκια για εφήμερους έρωτες, που στην έφηβη φαντασία τους φαίνονταν πως θα κράταγαν για πάντα. 
Όμως, ενώ οι περισσότεροι έκαναν πρόβες για να χάσουν μάθημα, εγώ είχα άλλο λόγο. Ήμουν ερωτευμένος με μια συμμαθήτριά μου. Ήξερα πως αν κατάφερνα να παρελάσω θα το έκανα δίπλα στον σημαιοφόρο. Αυτό σήμαινε ότι θα την είχα ακριβώς μπροστά μου. Θα κουνιόταν όλο χάρη με τη μίνι φουστίτσα της και το θέαμα των καλλίγραμμων ποδιών της θα με αποζημίωνε για όλους τους κόπους, που τραβούσαν στις πρόβες τα δικά μου πόδια. Ήθελα να τη βγω και στο σημαιοφόρο. Όλες τον γουστάρανε τον αθεόφοβο! Κι εκείνη, που περίμενα μια ματιά της μόνο για να πετάω στα σύννεφα, μόνο για εκείνον είχε μάτια! Αλλά, το σχέδιό μου ήταν τέλειο. Σίγουρα, θα τα κατάφερνα στην παρέλαση. 
Ξημέρωσε η 28η Οκτωβρίου. Ετοιμάστηκα γρηγορότερα από κάθε άλλη φορά και πήγα πρώτος. Μη βρίσκοντας τα κατάλληλα παπούτσια, δανείστηκα τα σκαρπίνια του αδερφού μου, που ήταν δυο νούμερα μεγαλύτερα από ότι φορούσα συνήθως. Έφτασα στο σημείο, που θα γινόταν η παρέλαση με τα πόδια πληγωμένα. Όταν μαζεύτηκε όλο το σχολείο, μια δυσάρεστη έκπληξη με περίμενε. Η πανέμορφη συμμαθήτρια, που είχα ερωτευτεί, απουσίαζε. Σκέφτηκα, πως θα καθυστέρησε λίγο και περίμενα με υπομονή. Η ώρα περνούσε κι εκείνη δεν έλεγε να φανεί. Βγήκαμε στο δρόμο, ξεκίνησαν τα πρώτα σχολεία, ξεκινήσαμε κι εμείς κι εκείνη πουθενά. Αφηρημένος, καθώς ήμουνα, άρχισα να χάνω το βήμα και να μένω πίσω με αποτέλεσμα να ακούω βρισιές και να τρώω σπρωξίματα από τους υπόλοιπους. Η καθηγήτρια της γυμναστικής με κοίταζε με το πιο δολοφονικό της βλέμμα. 
Όταν, επιτέλους, τελείωσε η παρέλαση, σέρνοντας τα πληγωμένα μου πόδια την αναζήτησα και πάλι. Μα δεν είχε εμφανιστεί ούτε καν στο τέλος. Μέσα στην αναμπουμπούλα βρήκα ευκαιρία και ρώτησα μια φίλη της δήθεν αδιάφορα: 

-Πως και δεν ήρθε η Ελενίτσα; 

-Α, δεν το ξέρεις; Είναι άρρωστη, μου αποκρίθηκε η φίλη της με ένα βλέμμα, που έδειξε πως μάλλον είχε υποψιαστεί το ενδιαφέρον μου. Έφυγα σαν βρεγμένη γάτα. Από τότε δεν ξαναπήγα στην παρέλαση, ούτε σαν απλός θεατής. 

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ 








ΤΖΙΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ " Στο μητάτο "

John Martin, The Bard, detail


Εκείνα τα φτερά του Πήγασου
στο ξύπνιο μου ονειρεύτηκα.
Πουλάρι αχαλίνωτο
να σχίζω θέλω τους αιθέρες.
Λεύτερος
σε δίχως τελειωμό ταξίδι.
Κι όταν η ύλη κλείσει τον κύκλο της,
τροφή
στ’ ουρανού τ’ άγρια πετούμενα να γίνω.
Εκεί στου Ψηλορείτη την κορυφογραμμή
κουφάρι άψυχο
στου Δία το στερνό μητάτο.
Κι αν ψάξεις να με βρεις
πανσέληνο μονάχη σου ξεκίνα.
Στις μυρωδιές των αγριμιών
η άρπα του Απόλλωνα
θέλει να σ’ οδηγήσει.
Κι αν σε φοβίσουν οι θεοί
να μη λιποψυχήσεις
του Ψαραντώνη η δοξαριά
όλων μας είναι ασπίδα.
γιώργος θ. τζιας από τη συλλογή "τ' α-Δέσποτα''




Η ΒΡΟΧΗ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, ΣΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Vettriano, Singing Butler


ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ Ἁμάξι στὴ βροχή

Ὧρα προσμένει μοναχὴ
ἡ ἅμαξα κάτω ἀπ᾿ τὴ βροχή,
καὶ δὲν τὴ μέλει,
κι εἶναι σὰ νὰ τὴν τυραννᾶ
πιότερη ἡ ξένη γειτονιὰ
ποὺ δὲν τὴ θέλει.

Τ᾿ ἀλογατάκια της, σιμά,
κάτω ἀπ᾿ τὸν ἴδιο μουσαμὰ
κάνουν καρτέρι,
στὸν τόπο αὐτόν, τὸν θλιβερό,
πρᾶμα δὲ μένει ἀπὸ καιρό,
νὰ τὄχουν ταίρι.

Γρίλιες δὲν εἶναι, μήτε αὐλὲς
περικοκλάδες βαθουλές,
δὲν ἔμειν᾿ ἕνα
ἀπ᾿ τὰ φανάρια στὴ σειρὰ
μὲ τὰ δυὸ μπρούτζινα φτερά,
τὰ σταυρωμένα.

Τ᾿ ἀνώφλια ἐπέσαν κι οἱ ἀγκωνιὲς
κι οἱ ἀνεμοπέραστες, στενές,
οἱ γαλαρίες
κι ἔφυγαν ἔντρομες, πολλὲς
κι οἱ θύμησες, σὰν τὶς καλές,
σεμνὲς κυρίες.

Ἄδεια βιτόρια καὶ φτωχή,
πάρε μου ἐμένα τὴν ψυχή,
πάρε με ἐμένα
γιὰ ταξιδιώτη σου, κι εὐθὺς
πᾶμε, ὅθε κίνησες νὰ ῾ρθεῖς:
στὰ Περασμένα.



Sergey Yaralov - Fifth Avenue





Μ.ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ -[Άρχισε μια σιγανή βροχή…]


Έπεφτε μια κίτρινη παλιά βροχή…
Γ. Κ.

Άρχισε μια σιγανή βροχή αργά προς το βράδυ. Στις πολιτείες ο ουρανός φαίνεται μιαν απέραντη λασπωμένη πεδιάδαΚι η βροχή είναι μια καλοσύνη, όσο να πεις, δε μοιάζει διόλου με το θάνατο Μπορείς να βαδίζεις κάποτε χωρίς κανένα σκοπό ή με σκοπό —σου είναι αδιάφορο—Μιαν εποχή μακρινή και νεκρή σα μια βίαια σκισμένη πολυτέλεια. Εγώ συλλογίζομαι πώς και γιατί άραγε μια βροχή μπορεί να σου θυμίζει τόσα πράγματα— Χωρίς αμφιβολία είναι τόσο ανόητο να τα στοχάζεσαι όλα αυτά μια τέτοιαν ώρα— Συλλογίζομαι όμως στις ζεστές χειμωνιάτικες κάμαρες μιαν αλλιώτικη μυρουδιά Ύστερα από τις 6 με τα κλειστά παραθυρόφυλλα και τ’ αναμμένο φως. Ή μια γωνιά δίπλα στο τζάμι σ’ ένα μεγάλο καφενείο με τις αδιάφορες φωνές. Τα συλλογίζεσαι όλα αυτά με τον πιο απλούστερο τρόπο ολωσδιόλου παιδιάστικα Μπορείς να λησμονείς το κάθε τι, τί τάχα να γυρεύεις εδώ μια τέτοιαν ώρα. Εσύ, ο διπλανός σου, όλος αυτός ο κόσμος που πορεύεται δίπλα σου μες στο σκοτάδι. Αυτή η ανήσυχη σιωπή που πληγώνει περισσότερο κι απ’ το πιο κοφτερό λεπίδι. Να λησμονείς για μιαν ελάχιστη στιγμή πως ίσως δεν τέλειωσε ούτε και απόψε για σένανε το κάθε τι . Τόσο π’ αν τρίξει κάτι αναπάντεχα είναι να σου ξυπνήσει την ακριβήν υπόθεση μιας επιστροφής Τη χειμωνιάτικη ζεστή κάμαρα, το καφενείο με τις πολύχρωμες φωνές.



…Έτσι βρέχει λοιπόν μια κίτρινη βροχή χωρίς τέλος. Μια κίτρινη παλιά βροχή, τη νύχτα, σα μαστίγιο.


 Gustave Caillebotte Rue de Paris, Jour de pluie




ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ 



Α Η βροχή και το κρίνο

Οι τελευταίες μου λέξεις έχουν γίνει ένας κόμπος.

Όταν θάρθει το βράδυ, θα γίνουν βροχή.

Θα ποτίσω ένα κρίνο.

Κρατώ

από μνήμης το γέλιο σου. θα υφάνω μ’ αυτό

στο κρίνο ένα φόρεμα

φθινοπωρινή βροχή Julian Alden Weir 1890
Β Η βροχή


Είσαι βροχή. Καθώς πέφτεις

στην καρδιά μου είσαι έτοιμη

δαμασκηνιά ανθισμένη κ’ είσ’ έτοιμος

ροδώνας καθώς ψιχαλίζεις στον κήπο μου.

Πέφτοντας πάνω στη γη μου, φυτεύεσαι

σε έτοιμα στάχυα


 Πίνακας - srecko raguz



Μ.  ΓΚΑΝΑΣ «Βροχή και άλλα κατακρημνίσματα»


«Βροχή. Ψιχαλιστή ποτιστική δαρτή.

Υετός. Ομηρική βροχή.

Όμβρος. Αρχαία βροχή — καταρρακτώδης.

Βροχή και άλλα κατακρημνίσματα.

Χιών. Χιόνι χιονόνερο. Νιφετός.

Χάλαζα χαλάζι χαλαζόκοκκος.

(Σιούγκραβος στα όρη Τσαμαντά).

Υδατώδη ατμοσφαιρικά κατακρημνίσματα

αναντάμ παπαντάμ.

Προσφάτως τεχνητή βροχή

εσχάτως όξινη βροχή

προσεχώς κατακλυσμός.

Κατά ζεύγη τα ζώα

κατά μόνας τα φυτά

κατά κρημνού οι άνθρωποι — αγεληδόν

Κατά μάνα κατά κύρη άλλωστε.


Τρέχουν τα δάκρυα βροχή.

Βροχή μου. Βροχούλα μουσκεμένη.»

(Μ. Γκανάς, Άψινθος, εκδ. Μελάνι)

 Perfilieva ANNA Femme sous la Pluie



ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ
Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών

άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα

μ’ αυτόν τον πάντα νικημένο ήχο

σι, σι, σι.

Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,

ήχος κανονικός, κανονικής βροχής.

Όμως ο παραλογισμός

άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση

μού’ μαθε για τους ήχους.

Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,

σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,

κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν

και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,

όλη τη νύχτα

ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,

αξημέρωτος ήχος,

αξημέρωτη ανάγκη εσύ,

βραδύγλωσση βροχή,

σαν πρόθεση ναυαγισμένη

κάτι μακρύ να διηγηθεί

και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ,

νοσταλγία δισύλλαβη,

ένταση μονολεκτική,

το ένα εσύ σαν μνήμη,

το άλλο σαν μομφή

και σαν μοιρολατρία,

τόση βροχή για μια απουσία,

τόση αγρύπνια για μια λέξη,

πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή

μ’ αυτή της τη μεροληψία

όλο εσύ, εσύ, εσύ,

σαν όλα τ’ άλλα νά’ ναι αμελητέα

και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.

 Πίνακας - Leonid Afremov

Κική Δημουλά, Μια μετέωρη κυρία



Βρέχει…
Μια κυρία εξέχει στη βροχή
μόνη
πάνω σ' ένα ακυβέρνητο μπαλκόνι
Κι είναι η βροχή σαν οίκτος
κι είναι η κυρία αυτή
σαν ράγισμα στη γυάλινη βροχή.
Το βλέμμα της βαδίζει στη βροχή,
βαριές πατημασιές καημού
τον βρόχινό του δρόμο
γεμίζοντας. Κοιτάζει…
Κι όλο αλλάζει στάση,
σαν κάτι πιο μεγάλο της,
ένα ανυπέρβλητο,
νά' χει σταθεί
μπροστά σ' εκείνο να κοιτάζει.
Γέρνει λοξά το σώμα
παίρνει την κλίση της βροχής
-χοντρή σταγόνα μοιάζει-
όμως το ανυπέρβλητο μπροστά της πάντα.
Κι είναι η βροχή σαν τύψη.
Κοιτάζει…
Ρίχνει τα χέρια έξω απ' τα κάγκελα
τα δίνει στη βροχή
πιάνει σταγόνες
φαίνεται καθαρά η ανάγκη
για πράγματα χειροπιαστά.
Κοιτάζει…
Και, ξαφνικά,
σαν κάποιος να της έγνεψε "όχι",
κάνει να πάει μέσα.
Πού μέσα-
μετέωρη ως εξείχε στη βροχή
και μόνη
πάνω σ' ένα ακυβένητο μπαλκόνι.




Salthouse Dock, Liverpool- John Atkinson Grimshaw









Ο. ΕΛΥΤΗΣ Με την πρώτη σταγόνα της βροχής

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι

Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές

Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!

Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως

Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας

Κι όταν σε πήρε το φιλί

Γυναίκα


Κατά πού θ’ απλώσουμε τα χέρια μας

τώρα που δε μας λογαριάζει πια ο καιρός

Κατά πού θ’ αφήσουμε τα μάτια μας

τώρα που οι μακρυνές γραμμές ναυάγησαν στα σύννεφα

Κι είμαστε μόνοι ολομόναχοι

τριγυρισμένοι απ’ τις νεκρές εικόνες σου.

Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως

Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας

Κι όταν σε πήρε το φιλί

Γυναίκα

 Πίνακας - HYNEMAN Hermann.



Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ - ΒΡΟΧΗ 
................................

έχει λιγνά δυο δένδρα

μικρό ένα περιβόλι·

και κάμνει εκεί της εξοχής

μια παρωδία το νερό —

μπαίνοντας σε κλωνάρια

οπού δεν έχουν μυστικά·

ποτίζοντας τες ρίζες

που έχουν ασθενικό χυμό·

τρέχοντας εις το φύλλωμα

που με κλωστές δεμένο

πεζό και μελαγχολικό

κρεμνά στα παραθύρια·

και πλένοντας καχεκτικά

φυτά που μες σε γλάστρες

τα ’στησ’ αράδα-αράδα

μια φρόνιμη νοικοκυρά.


Βροχή, που τα μικρά παιδιά

κοιτάζουνε χαρούμενα

μέσ’ από κάμαρη ζεστή,

κι όσο πληθαίνει το νερό

και πέφτει πιο μεγάλα,

χτυπούν τα χέρια και πηδούν.

Βροχή, που ακούν οι γέροι

με σκυθρωπήν υπομονή,

με βαρεμό κι ανία·

γιατί εκείνοι από ένστικτον

δεν αγαπούνε διόλου

βρεμμένο χώμα και σκιές.


Βροχή, βροχή — εξακολουθεί

πάντα ραγδαία να βρέχει.

Μα τώρα πια δεν βλέπω.

Θόλωσ’ απ’ τα πολλά νερά

του παραθύρου το υαλί.

Στην επιφάνειά του

τρέχουν, γλιστρούν, κι απλώνονται

κι ανεβοκατεβαίνουν

ρανίδες σκορπισμένες

και κάθε μια λεκιάζει

και κάθε μια θαμπώνει.

Και μόλις πλέον φαίνεται

θολά-θολά ο δρόμος

και μες σε πάχνη νερουλή

τα σπίτια και τ’ αμάξια.

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)



Childe Hassam, - Rainy day, Boston





Νίκος Καρούζος, «Έρημος σαν τη βροχή»



Διαβαίνω αγιάτρευτος μες στ’ όνειρό μου
σε δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπής
έδειξα τα πτηνά διχάζεται ο δρόμος
η αλήθεια φαρδαίνει πάντα την ορμή.
Κι η μοίρα των άστρων
θα είναι τέφρα θα είναι μια μεγάλη πυρική
τώρα μαθαίνω το αίμα μου
δίχως τους δροσερούς υακίνθους
τώρα σε βλέπω δρόμε του καλού σαν ειδοποίηση με κρίνους
έχοντας το σακούλι τ’ αναστεναγμού
κι όλο πηγαίνω
πηγαίνω
στις πηγές

(από τη συλλογή Η ΕΛΑΦΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ 1962)



Vadim Korobov  - art 





Τάσος Λειβαδίτης (ΙΙ) – Σχέδιο με βροχή


«Ένας γέρος σταμάτησε στη γωνιά καθώς πήρε να βρέχει.

Θλιβερός, ετοιμόρροπος γέρος σα φτιαγμένος από ένα σωρό

τσαλακωμένα χαρτιά[που άρχισαν κιόλας να μουσκεύουν κάτω απ τη βροχή,

θε μου, τα χαρτιά λιώνουν – μια ομπρέλα, λοιπόν, ηλίθιοι,

δε βλέπετε,

αυτός ο άνθρωπος θα διαλυθεί. Χαρτιά από παλιά ερωτικά

γράμματα,

λευκώματα, παιδικές επιστολές στο Θεό,

χαρτιά από εξισώσεις, κατασχέσεις, δικογραφίες δολοφόνων,

αποδείξεις από πανάρχαια χρέη και ξεθωριασμένα χειρό-

γραφα

λησμονημένων ποιητών.


Και πάντα η βροχή ήρεμη, σιωπηλή

τυλίγοντας τον κόσμο σ ένα γκρίζο, κουρελιασμένο πανί

σαν ένα χέρι που τόκοψαν και παν να το θάψουν.

ήρεμη, ταπεινή βροχή, γεμάτη συχώρεση.»



Leonid Afremov - rain 





Μ. ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ «Βροχή»

Ἔξω βροχὴ κι ἀπ᾿ τὸ παράθυρο
Μαῦρες οἱ στέγες, μαῦροι οἱ δρόμοι,
Δὲν πέφτουν ἀπ᾿ τὰ μάτια δάκρυα,
Ποῦ μιὰ βαρειὰ τὰ πνίγει γνώμη.

Τὰ σύγνεφα ποὺ ἀνεμοδέρνονται
Καὶ σιγαλὰ βογκοῦν καὶ κλαῖνε,
Δὲ σέρνουν τὴν ψυχή μου σκλάβα τους,
Μ᾿ ὅλα τὰ μυστικὰ ποὺ λένε.

Κάποτε μέσ᾿ ἀπ᾿ τὸ παράθυρον,
Ὅπως καθόσουν στὸ πλευρό μου,
Κύτταζα στὰ γλαρὰ τὰ μάτια σου
Τὴ θλιβερὴ βροχὴ τοῦ δρόμου.

Κ᾿ ἔβλεπα ἀκόμα, πιὸ μακρύτερα,
Μέσα στὰ μάτια σου καὶ πάλι,
Τὰ σύγνεφα ποὺ τὰ ταξίδευε
Στὸν οὐρανὸ ἡ ἀνεμοζάλη.

Ἔξω βροχή, κι ἀπ᾿ τὸ παράθυρο
Μαῦρες οἱ στέγες, μαῦροι οἱ δρόμοι,
Δὲν πέφτουν ἀπ᾿ τὰ μάτια δάκρυα,
Ποὺ μιὰ βαρειὰ τὰ πνίγει γνώμη.

Τὰ σύγνεφα ποὺ τώρα κρέμονται,
Καὶ χαμηλώνουν κι ὅλο βρέχουν,
Δὲν καθρεφτίζονται στὰ μάτια σου,
Κι ἄλλους κρυφοὺς καϋμοὺς δὲν ἔχουν...



Rain in the Oak Grove 1891 - Ivan Shishkin







ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ « Τοπίο»
Στο θλιμμένο κάμπο βρέχει
βρέχει στις ελιές τις γκρίζες –
το νερό σας ρίγος τρέχει
από τα κλαδιά στις ρίζες.

Γκρίζα η ώρα, γκρίζα η χώρα
σκοτεινά κάτω κι απάνω
ξεχωρίζουν μες στη μπόρα
τα τσαντίρια των τσιγγάνων.

Απ’ την άσφαλτο τα κάρα
κατεβαίνουν, κατεβαίνουν...
Λάμπουν μερικά τσιγάρα
στα παράθυρα του τρένου...

Ένα σκιάχτρο απελπισμένο,
στη νεροποντή, στο κρύο
άδικα γνέφει στο τρένο

κι εμψυχώνει το τοπίο.

Ανυπόφορη είναι η θλίψη
των αγρών αυτό το μήνα!
Η βροχή μας έχει κρύψει
απ’ το φόντο την Αθήνα...

Και το βράδυ κατεβαίνει
μες στη νέκρα, μες στη γύμνια...
που ‘ναι οι βάτραχοι κρυμμένοι;
Γιατί σώπασαν τ’ αγρίμια;

Μες στον κάμπο τώρα μόνα
τα βαριά περνούνε τρένα,
λες και φέρνουν το χειμώνα
και τη νύχτα από τα ξένα.



Rain Storm Union Square by Childe Hassam









Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η βροχή (1938)

Όπως ο άνεμος που φέρνει νερό, γέρνει το πλοίο με τα ιστία
απ' τη μια μπάντα, και περνούν κάτω απ' την εύδρομη τρόπιδα,
και σκαμπανεβάζουν το κύτος τα πολυκέφαλα κύματα
το ξεφύλλισμα κάποιων αναμνηστικών,
έγειρε την ύπαρξή μου ολόκληρη στη νοσταλγία.

Όπως είναι η βροχή, θέλω να προσδιορίσω,
όταν οι χοντρές στάλες χτυπούν
το ξανθό θερινό χώμα και μεταλλάσσουν την ουσία του
και σηκώνουν τη μυρωδιά.

Όπως είναι η θερινή βροχή, όταν συρτά περνά πάνω στα φύλλα
των δέντρων κι' απ' ανατρίχιασμα κυματίζει
το στρόγγυλο σχήμα τους.

Γιατί το πρόσωπό σου που ζητώ είναι όπως η βροχή η άφθονη,
και τα πράσινα μάτια σου όπως το χρώμα του καιρού, το βαρύ.
Κλεισμένος στην κάμαρη την άγευστη βροχή ακούω να χτυπά
το παράθυρο της μοναξιάς μου.
Γλυκύτατη βροχή, πλούσια σ' όλον τον τόπο.

(Εφημερίδα «Νέα Αλήθεια» Θεσσαλονίκης, 1938)



Camille Pissarro - Boulevard Montmartre Afternoon, in the Rain







ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ Ὧρες βροχῆς


Ἤρθαν οἱ πρῶτες βροχές. Ἄλογα μουσκεμένα

Στέκονται κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα μὲ μισόκλειστα μάτια

Κάνοντας πὼς μασᾶνε λίγο ξερὸ χορτάρι

Μέσα στὴ φθινοπωρινή τους ἄνοια.

Ἡ Μαρία θά ῾θελε νὰ χτενίσει μὲ τὴ χτένα της τὴ βρεγμένη τους χαίτη.

Ἀλλὰοἱ τελευταῖοι παραθεριστὲς ἔφευγαν κιόλας. Μιὰ κότα

Λίγο πιὸ κεῖ κακάριζε ἀνάρμοστα. Κι ἦταν μιὰ λύπη

Νὰ βλέπεις πλῆθος τὰ σπουργίτια πεινασμένα νὰ χαμοπετᾶνε

Στὰ τρυγημένα ἀμπέλια, νὰ βλέπεις καὶ τὰ σύννεφα

Ν᾿ ἀλλάζουν, νὰ σκίζονται, νὰ τρέχουν παρ᾿ ὅτι

Καρφωμένα ἐδῶ κι ἐκεῖ μὲ μαῦρες πρόκες ἀπὸ κοράκια.

Ἔτσι, μέσα σὲ λίγες ὧρες, γέρασε ἡ Μαρία.



Μαθιόπουλος Παύλος-Μετά τη βροχή στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας







-Γιάννης Ρίτσος, «Το χώμα κάτω απ’ τη βροχή»
(απόσπασμα)

Τούτη η αργή, ασταμάτητη βροχή, καλόδεχτη, βοηθάει,

μαλακώνει το χώμα, πλένει μητρικά τα φύλλα της συνοικιακής

τριανταφυλλιάς απ’ τη σκόνη,

νοτίζει τις φτωχές στέγες- όλα τα δείχνει ταπεινά και φτωχά,

τους αφαιρεί την έπαρση και τη σκληρότητα, φτωχαίνει ακόμα

και τη λύπη,

γίνεται η λύπη μαλακιά, πονετική- δεν επιμένει

σ’ αυτή την τυφλή αρνητική περηφάνεια της, μπορεί να σκύψει,

να κλάψει ή να χαμογελάσει, σαν ένα νέο κορίτσι

που ‘κλαιγε στο παράθυρο κι είδε έξαφνα στα τζάμια το γλυκύ της πρόσωπο

τόσο νεανικό, τόσο όμορφο- ωραίο ακόμη κι όταν κλαίει-

κ’ ίσως ακόμη πιο ωραίο, τόσο που χαμογελάει.

Τούτη η βροχή

μιλάει με τα λόγια της, ήσυχα λόγια, όχι για μένα και για σένα-

δεν έχουν στόχο τα λόγια της – γι αυτό μας μιλάνε-

δεν αφορούν εμάς, δε θέλουν να μας συμβουλέψουν,

να μας παινέψουν, να μας κατηγορήσουν, να μας παρηγορήσουν,

δε μας αναγκάζουν σ’ οποιαδήποτε στάση

σ’ άμυνα, ή σ’ επίθεση, ή σε απολογία- Ήσυχα λόγια της βροχής, μπορεί και να θυμίσουν

το μοσκοβόλημα της γης- όχι της γης όταν σκάβουν ένα λάκκο-

της γης που βρέχεται κι απορροφά κ’ υπομένει και πρααίνεται

και λουλουδίζει μια μέρα αναπάντεχα –

μια μυρωδιά καρτερίας, απαλή και μεγάλη

που διαστέλλει τα μάτια μας μες στ’ όνειρο σαν να τα κλείνει…»



Leonid Afremov Kiss after the rain



Άγγελος Σικελιανός, «Το πρωτοβρόχι»


Σκυμμένοι από το παραθύρι…
Kαι του προσώπου μας οι γύροι
η ίδια μας ήτανε ψυχή.
H συννεφιά, χλωμή σα θειάφι,
θάμπωνε αμπέλι και χωράφι
ο αγέρας μεσ’ από τα δέντρα
με κρύφια βούιζε ταραχή
η χελιδόνα, με τα στήθη,
γοργή, στη χλόη μπρος-πίσω εχύθη
κι άξαφνα βρόντησε, και λύθη
κρουνός, χορεύοντα η βροχή!
H σκόνη πήρ’ ανάερο δρόμο…

K’ εμείς, στων ρουθουνιών τον τρόμο,
στη χωματίλα τη βαριά
τα χείλα ανοίξαμε, σα βρύση
τα σπλάχνα νά μπει να ποτίσει
(όλη είχεν η βροχή ραντίσει
τη διψασμένη μας θωριά,
σαν την ελιά και σαν το φλόμο).
κι ο ένας στ’ αλλουνού τον ώμο
ρωτάαμε: «T’ είναι πόχει σκίσει
τον αέρα μύρο, όμοιο μελίσσι;

Aπ’ τον πευκιά το κουκουνάρι,
ο βάρσαμος ή το θυμάρι,
η αφάνα ή η αλυγαριά;»
Kι άχνισα – τόσα ήταν τα μύρα –
άχνισα κ’ έγινα όμοια λύρα,
που χάιδευ’ η άσωτη πνοή…
Mου γιόμισ’ ο ουρανίσκος γλύκα
κι ως τη ματιά σου ξαναβρήκα,
όλο μου το αίμα ήταν βοή!…
K’ έσκυψ’ απάνω από τ’ αμπέλι
που εσειόνταν σύφυλλο, το μέλι
και τ’ άνθι ακέριο να του πιω
– βαριά τσαμπιά και οι λογισμοί μου,
βάτοι βαθιοί οι ανασασμοί μου –
κι όπως ανάσαινα, απ’ τα μύρα
δε μπόρεια να διαλέξω ποιο!
Mα όλα τα μάζεψα, τα πήρα,

και τά ‘πια, ωσάν από τη μοίρα
λύπη απροσδόκητη ή χαρά.
Tά ‘πια, κι ως σ’ άγγιξα τη ζώνη,
το αίμα μου γίνηκεν αηδόνι,
κι ως τα πολύτρεχα νερά!…
………………………….

(ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, Β´, Ἴκαρος 1968)



Ville sous la pluie - A. Bolotov 









Χούλιο Κορτάσαρ – Η Σύνθλιψη των Σταγόνων

Εγώ δεν ξέρω, κοίτα, είναι τρομερό το πως βρέχει.

Βρέχει όλη την ώρα, έξω πυκνά και γκρίζα, εδώ κόντρα στο μπαλκόνι με σταλαγματιές πηχτές και σκληρές, που κάνουν πλαφ και συνθλίβονται σαν γροθιές μιά μετά την άλλη, τί αηδία. 
Τώρα εμφανίζεται μια σταγονίτσα στο πάνω μέρος στο περβάζι του παραθύρου, μένει τρεμάμενη απέναντι στον ουρανό που την κομματιάζει σε χίλιες σβησμένες λάμψεις, μεγαλώνει και ταλαντεύεται, τώρα θα πέσει και δεν πέφτει, ακόμα δεν πέφτει.

Είναι κολλημένη με όλα της τα νύχια, δεν θέλει να πέσει και φαίνεται πως γατζώνεται με τα δόντια, ενώ της μεγαλώνει η κοιλιά, πια είναι μια σταγονάρα που κρέμεται μεγαλοπρεπής, και ξαφνικά, ωπ, να την, πλαφ, διαλύεται, τίποτα, ένας λεκές στο μάρμαρο.
Μα υπάρχουν κι αυτές που αυτοκτονούν που παραδίνονται αμέσως, εμφανίζονται στο περβάζι και την ίδια στιγμή πέφτουν, μου φαίνεται ότι βλέπω το τρέμισμα του άλματος, τα ποδαράκια τους ν’ απλώνονται και την κραυγή που τις μεθάει σ’ αυτό το τίποτα της πτώσης και της εξαφάνισης.
Θλιβερές σταγόνες, στρογγυλές αθώες σταγόνες.
Αντίο σταγόνες. Αντίο.


Igor Medvedev







Βροχή - Τσαρλς Μπουκόβσκι 

Μια συμφωνική ορχήστρα.
Παίζουν μιαν εισαγωγή του Βάγκνερ.

Πιάνει βροχή.
Ο κόσμος παρατά τα καθίσματα κάτω απ’ τα δέντρα
και τρέχει στο υπόστεγο.
Οι γυναίκες τσιρίζουν, οι άντρες κρατούν την ψυχραιμία τους,
τα μουσκεμένα τσιγάρα πετιούνται.
Ο Βάγκνερ συνεχίζεται κι όλοι είναι κάτω απ’ το υπόστεγο.
Ακόμη και τα πουλιά αφήνουν τα δέντρα
κι έρχονται από κάτω.
Ακολουθεί η Ουγγρική Ραψωδία Νο 2 του Λιστ
και βρέχει ακόμη.
Μα, κοιτάξτε!
Ένας άντρας κάθεται μονάχος στη βροχή
ακούγοντας προσεκτικά.
Το κοινό τον προσέχει. Γυρίζουν και κοιτάνε.
Η ορχήστρα κοιτάζει τη δουλειά της.
Ο άντρας κάθεται μέσα στη νύχτα, στη βροχή,
ακούγοντας προσεκτικά.
Κάτι δεν πάει καλά μ’ αυτόν!(σχολιάζουν)
Κάθεται μέσα στη βροχή
Εκείνος ξέρει..
Ήρθε για ν’ ακούσει μουσική.
Έτσι δεν είναι;



E.J. Paprocki









ΤΕΝΝΕΣΗ ΟΥΙΛΙΑΜΣ Μίλα μου σαν τη βροχή


(Αρχίζει η βροχή, σ’ όλη τη διάρκεια του έργου η βροχή φεύγει κι έρχεται, ακανόνιστα…)



ΑΝΤΡΑΣ: Αναρωτιέμαι αν πήρα το επίδομα ανεργίας.



(Η γυναίκα κάθεται σε μια καρέκλα. Κινείται προς τα εμπρός, ενώ το βάρος του ποτηριού μοιάζει να την βαραίνει αφάνταστα και το αφήνει στο πεζούλι του παραθύρου με μια μικρή κίνηση απαλλαγής. Γελάει για μια στιγμή χωρίς να πάρει ανάσα. Ο άντρας συνεχίζει χωρίς μεγάλη ελπίδα:)



…κοίτα μέσα στις τσέπες μου και πες μου αν έχω το τσεκ επάνω μου.

ΓΥΝΑΙΚΑ: Γύρισες πίσω, ενώ εγώ έλειπα έξω και σε γύρευα, και πήρες το τσεκ και άφησες ένα σημείωμα στο κρεβάτι που δεν μπόρεσα να βγάλω τα γράμματα………

………………………………………………………………………………………..

Δεν είχα τίποτε άλλο παρά μόνο νερό από τότε που έφυγες. (Αυτό το λέει σχεδόν γελώντας. Ο Άντρας την κρατάει σφιχτά κοντά του με μια μαλακή έκπληκτη κραυγή): Τίποτα άλλο από στιγμιαίο καφέ ώσπου κι αυτός σώθηκε, και νερό! (γελάει).

ΑΝΤΡΑΣ: Μπορείς να μου μιλάς τώρα αγάπη μου; Μπορείς να μου μιλάς;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι.

ΑΝΤΡΑΣ; Καλά λοιπόν, μίλα μου σαν τη βροχή και…άφησέ με ν’ ακούω…άφησέ με να μένω εδώ ξαπλωμένος και ν’ ακούω…Τώρα πες μου, μίλα μου. Τι σκεφτόσουνα στη σιωπή; Ενώ εγώ περνούσα από χέρι σε χέρι, σαν μια βρόμικη καρτ-ποστάλ σ’ αυτή την πόλη;…Πες μου…μίλα μου…Μίλα μου σαν τη βροχή και γώ θα μένω ξαπλωμένος εδώ και θ’ ακούω.

ΓΥΝΑΙΚΑ; Θέλω…

ΑΝΤΡΑΣ; Το έχεις καταλάβει, είναι απαραίτητο! Εγώ το ξέρω πια, γι’ αυτό μίλα μου σαν τη βροχή και γω θα μένω ξαπλωμένος εδώ και θα σ’ ακούω, θα μένω εδώ ξαπλωμένος και

ΓΥΝΑΙΚΑ; Θέλω να φύγω

ΑΝΤΡΑΣ; Θέλεις;

ΓΥΝΑΙΚΑ; Θ έ λ ω ν α φ ύ γ ω !

ΑΝΤΡΑΣ; Πώς;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Μόνη μου! (ξαναγυρίζει στο παράθυρο). Θα γραφτώ στο βιβλίο ενός μικρού ξενοδοχείου κοντά στη θάλασσα κάτω από ένα πλαστό όνομα…

ΑΝΤΡΑΣ: Τι όνομα;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Άννα… Τζόουνς… …Το δωμάτιο θα είναι γεμάτο ίσκιους, δροσερό, και θα πλημμυρίζει με το μουρμουρητό της…

ΑΝΤΡΑΣ: Βροχής;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι. Της βροχής.

ΑΝΤΡΑΣ: Και;

ΓΥΝΑΙΚΑ: Η αγωνία θα…περάσει!

ΑΝΤΡΑΣ: Ναι…

ΓΥΝΑΙΚΑ: ………………………………………………………………………….

Θα ντύνομαι στα άσπρα…Θα έχω μια ορισμένη θέση στην παραλία, όπου θα πηγαίνω να κάθομαι, λίγο πιο μακριά από κει που είναι το περίπτερο, όπου η μπάντα παίζει επιλογές του Βικτόρ Χερμπέρτ όταν νυχτώνει…Θα είναι μια εποχή βροχής, βροχής…Και θα είμαι τόσο εξαντλημένη ύστερα από τη ζωή μου στην πόλη που δεν θα με νοιάζει που θ’ ακούω τη βροχή. Θα είμαι τόσο ήρεμη! Οι γραμμές θα εξαφανιστούν από το πρόσωπό μου…Δεν θα έχω φίλους. Δεν θα έχω γνωριμίες….Ο ξενοδόχος θα λέει, «καλησπέρα κ. Τζόουνς» και γω μόλις που θα χαμογελάω και θα παίρνω το κλειδί μου. Δεν θα διαβάζω ποτέ εφημερίδες, ούτε θ’ ακούω ραδιόφωνο. Δεν θα έχω την παραμικρή ιδέα από ό,τι γίνεται στον κόσμο. Δεν θα έχω καμιά συναίσθηση από το χρόνο που θα περνάει…Κάποια μέρα θα κοιτάξω στον καθρέφτη και θα δω ότι τα μαλλιά μου έχουν αρχίσει να γίνονται γκρίζα και για πρώτη φορά θ’ ανακαλύψω ότι έζησα σ’ αυτό το μικρό ξενοδοχείο, μ’ ένα ψεύτικο όνομα, χωρίς καθόλου φίλους ή γνωστούς , ή κανενός είδους σχέσεις, για εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια. Θα με ξαφνιάσει λίγο αλλά δεν θα με τρομάξει καθόλου. Θα είμαι ευχαριστημένη που ο χρόνος θα έχει περάσει τόσο εύκολα. Μια φορά στο τόσο θα πηγαίνω στον κινηματογράφο…Θα διαβάζω μεγάλα βιβλία και το ημερολόγιο των νεκρών συγγραφέων. Θα νιώθω πιο πολύ κοντά τους, πολύ περισσότερο από ό,τι ένιωσα ποτέ για ανθρώπους που γνώρισα, προτού να φύγω από τον κόσμο. Θα είναι γλυκιά και ψυχρή μαζί αυτή η φιλία μου με τους νεκρούς ποιητές γιατί δεν θα μπορώ να τους αγγίζω ούτε και ν’ απαντάω στις ερωτήσεις τους. Θα μου μιλάνε και δεν θα περιμένουν να τους απαντήσω. Και θα νυστάζω ακούγοντας τις φωνές τους να εξηγούνε σε μένα τα μυστήρια….Θα με παίρνει ο ύπνος με το βιβλίο ακόμα στα χέρια μου, και θα βρέχει.. Θα ξυπνάω και θ’ ακούω τη βροχή και θα ξανακοιμάμαι. Μια εποχή βροχής…βροχής…βροχής… Και τότε, κάποια μέρα, όταν θα έχω κλείσει ένα βιβλίο, ή θα γυρίζω στο σπίτι, μόνη μου, από τον κινηματογράφο στις έντεκα η ώρα τη νύχτα- θα κοιτάξω στον καθρέφτη και θα δω ότι τα μαλλιά μου έγιναν άσπρα. Άσπρα, εντελώς άσπρα. Τόσο άσπρα όσο και ο αφρός στα κύματα. (σηκώνεται και κινείται στο δωμάτιο, ενώ συνεχίζει:) Θα κρεμάσω τα χέρια μου στο μάκρος του κορμιού μου, και τότε θα ανακαλύψω πόσο τρομακτικά ελαφριά και λεπτή έχω γίνει! Σχεδόν διαφανής…….Τότε λοιπόν θα ξέρω- κοιτώντας στον καθρέφτη- πως ήρθε για μένα η πρώτη εποχή, για να περπατήσω άλλη μια φορά μόνη μου στην πλατεία, με το δυνατό άνεμο να με χτυπάει, τον άσπρο καθαρό άνεμο που φυσάει απ’ την άκρη του κόσμου….(Στέκεται πάλι ακίνητη στο παράθυρο). Και τότε θα βγω έξω και θα περπατήσω στην πλατεία. Θα περπατήσω μόνη μου και θα γίνομαι όλο και πιο αδύνατη, πιο αδύνατη, πιο αδύνατη…

ΑΝΤΡΑΣ: Έλα στο κρεβάτι, μωρό μου.

ΓΥΝΑΙΚΑ: Ολοένα και πιο αδύνατη. Πιο αδύνατη, πιο αδύνατη, πιο αδύνατη, πιο αδύνατη! (Την φτάνει και την παίρνει δια της βίας από την καρέκλα).

Ώσπου στο τέλος δεν θα έχω καθόλου σώμα πια, και ο αέρας θα με σηκώσει στα παγωμένα άσπρα του χέρια για πάντα και θα με πάρει μακριά!

ΑΝΤΡΑΣ: Έλα στο κρεβάτι, μαζί μου.

ΓΥΝΑΙΚΑ: Θέλω να φύγω, θέλω να φύγω! (Την αφήνει και κείνη φτάνει στη μέση του δωματίου κλαίγοντας χωρίς έλεγχο. Κάθεται στο κρεβάτι. Εκείνος πηγαίνει στο παράθυρο, η βροχή δυναμώνει. Η Γυναίκα σταυρώνει τα χέρια μπροστά στο στήθος της. Οι λυγμοί της εξασθενίζουν αλλά αναπνέει με δυσκολία. Το φως αραιώνει, ακούγεται ο άνεμος δυνατά. Ο Άντρας κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Στο τέλος εκείνη του λέει μαλακά:) Έλα στο κρεβάτι. Έλα στο κρεβάτι μωρό μου…

(Εκείνος γυρίζει το χαμένο του πρόσωπο σ’ αυτήν, ενώ κλείνει η Αυλαία).

A. Bolotov 





ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ

Βρέχει σιγανά και η βροχή είναι βουβή.
Δεν κάνει θόρυβο, πέφτει αργά,
Ο ουρανός κοιμάται. Όταν η ψυχή χηρεύει
Από κάτι που αγνοεί, τι συναίσθημα είναι τυφλό.
Βρέχει. Τον εαυτό μου (αυτό που είμαι) αρνούμαι.

Είναι τόσο ωραίο ν’ ακούς αυτή τη βροχή
(Σύννεφα δεν υπάρχουν) που μοιάζει με βροχή
Αλλά δεν είναι: μόνο ψίθυρος
Που από μόνος του ξεχνιέται λίγο πριν δυναμώσει.

Βρέχει. Τίποτα κέφι δε μου κάνει...

Ο αέρας δε φυσά, ασταθής ο ουρανός μοιάζει.
Βρέχει μακριά και ανεπαίσθητα
Σαν κάτι βέβαιο που ψέματα μας λέει.
Βρέχει. Δε νιώθω τίποτα.
David Martiashvili








Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, «Νύχτα με βροχή»

Δίπλα μου στέκεσαι καθώς το ρόδο που ανασταίνεις,

Τώρα μια μνήμη επαγρυπνεί γεμάτη από σιωπή.

Πιότερο κι απ’ τον έρωτα η ματιά σου με πεθαίνει

Τη νύχτα αυτή που τίποτα δεν έχει να μου πει.


Το ξέρω. Με τον άνεμο η ζωή σου ωραία ανασαίνει

Εύρωστο κλίμα οι φλέβες σου κι ώριμοι πια καρποί.

Κι ωστόσο τούτη η η αστείρευτη βροχή που όλο πληθαίνει

Μας συγκρατεί επικίνδυνα κάτω από μια σιωπή.


Εξαίσια κι άφθαρτη πηγή, πανάρχαιο σιντριβάνι,

Μες στο καμπύλο σου νερό μια μέρα θα χαθώ

Έτσι καθώς η απρόσωπη φύση μου θα βλαστάνει.


Σα δέντρο μες στη συντριβή του ολόγυμνου κορμιού σου,

Τώρα με μάτια ακοίμητα έρποντας προσπαθώ

Σαν κάτι μάταιο να χαθώ στα βάθη του εαυτού σου.

(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

David Croitor. -- Balchik, rain time.



ΜΟΥΣΙΚΗ 


Μάνος Λοΐζος - το δίχτυ (Ν. Χικμέτ)






Στίχοι: Γιάννης Ρίτσος & Ναζίμ Χικμέτ

Μουσική: Μάνος Λοΐζος



Πάνω σ’ αυτή την όχθη
στο θαλασσινό κατώφλι
η βροχή σαν δίχτυ με τυλίγει
Τις μέρες της βροχής άσπρη σημαία
άσπρη σημαία στο κατάρτι υψώνεται

Βρέχει και ξαφνικά είναι εύκολο
εύκολο το να πεθάνεις
και το ίδιο εύκολο το θάνατο να περιμένεις
το θάνατο να περιμένεις

Gustave Caillebotte


Μπιθικώτσης -Βρέχει στη Φτωχογειτονιά




Στίχοι:  Τάσος Λειβαδίτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης

Μικρά κι ανήλιαγα στενά
και σπίτια χαμηλά μου
βρέχει στη φτωχογειτονιά
βρέχει και στην καρδιά μου

Αχ ψεύτη κι άδικε ντουνιά
άναψες τον καημό μου
είσαι μικρός και δε χωράς
τον αναστεναγμό μου

Οι συμφορές αμέτρητες
δεν έχει ο κόσμος άλλες
φεύγουν οι μέρες μου βαριά
σαν της βροχής τις στάλες

Τοπίο στη βροχή - Vincent van Gogh


Βροχή και σήμερα - Δήμητρα Γαλάνη



Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Γιάννης Σπανός


Βροχή και σήμερα, βροχή στη στέγη μας,
βροχή στην πόρτα μας, ατέλειωτη βροχή
Και εσύ στα σύνορα, σ’ ένα χαράκωμα
Και γύρω ο θάνατος, ατέλειωτη βροχή

Εγώ στα σύνορα, σε κάποιο γράμμα μου
Βαθιά στη χλαίνη σου, γλυκά να σε πονώ
Και συ στο σπίτι μας, παντού τα χνάρια σου
Παντού τα μάτια σου, πληγές στο δειλινό

Βροχή και σήμερα κι ούτε ένα γράμμα σου
Κι ούτε ένα μήνυμα στον μαύρο ουρανό
Φυλάξου αγέρα μου, φυλάξου αγρύπνια μου
Φυλάξου αγόρι μου, από τον κεραυνό


 Paul Gauguin

Βροχή μου...Θηβαίος



Στίχοι ,Μουσική: Χρήστος Θηβαίος

Βρέχει κι εγώ τυλίχτηκα
σ' αυτή την αγκαλιά
στα σκουριασμένα σύννεφα στα φύλλα
στης βρεγμένης γης τη μυρωδιά

Ας ήτανε να πνιγώ σαν μια σταγόνα
μέσα στα χείλια σου εγώ
βροχή μου σκέπασε αυτή τη γωνιά
τούτο το σώμα που διψά

Βρέχει και στους καταυλισμούς
χορεύουν τα παιδιά
στάζει ο θεός στις προσευχές στο ντέφι
στις καρδιές στα πόδια τα γυμνά

Ας ήτανε να πνιγώ σαν μια σταγόνα
μέσα στα χείλια σου εγώ
βροχή μου σκέπασε αυτή τη γωνιά
τούτο το σώμα που διψά

Ήρθες βροχή μου κι άλλαξες
το δρόμο και το νου
και βούλιαξε το βήμα μου ποτάμι
κι άθελά μου με τραβάς αλλού

Ας ήτανε να πνιγώ σαν μια σταγόνα
μέσα στα χείλια σου εγώ
βροχή μου σκέπασε αυτή τη γωνιά
τούτο το σώμα που διψά


Alexandre Benois 


Ayub Ogada - Kothbiro (Θα βρέξει)





Αούμα ακούς τι λέω έρχεται βροχή Γύρνα πίσω το κοπάδι Φέρτε πίσω τον πλούτο μας Γιαγέ τα παιδιά Τι νομίζεις ότι κάνεις; Έρχεται βροχή Γύρνα πίσω το κοπάδι


Edouard Cortes

"Singin' in the Rain" (Title Song) 1952 ~ Gene Kelly



I'm singin' in the rain
Just singin' in the rain
What a glorious feelin'
I'm happy again.
I'm laughing at clouds.
So dark up above
The sun's in my heart
And i'm ready for love.

Let the stormy clouds chase.
Everyone from the place
Come on with the rain
I've a smile on my face
I walk down the lane
With a happy refrain
just singin'
singin' in the rain
dancin' in the rain...
im happy again...
I'm singin' and dancin' in the rain...

Πρωινό υπο βροχή στο Σηκουάνα - Claude Monet 1897


Γιάννης Φέρτης - Μίλα μου σαν τη βροχή




Στίχοι: Κώστας Κωτούλας
Μουσική: Γιάννης Σπανός



Μίλα μου σαν τη βροχή ώρες δίχως διακοπή,
είμαι παιδί και μαθαίνω.
Μίλα μου σαν τη βροχή, πίνω κάθε συλλαβή
και στο σχολειό σου πηγαίνω.

Πες μου για την ομορφιά που στα μάτια σου περνά
για να μπορέσω να ζήσω.
Μάθε μου και το φιλί, την αγάπη απ’ την αρχή
άλλη ζωή για ν’ αρχίσω.

Μίλα μου σαν τη βροχή απ’ το βράδυ ως το πρωί,
σαν μου μιλάς ανασαίνω.
Μίλα μου σαν τη βροχή για τον ήλιο που θα ’ρθει
σ’ έρημο τόπο χαμένο.




ΒΙΝΤΕΟ -  ⊰❂⊱Βροχή⊰❂⊱
Δημιουργός -  Μαίρη Λαζαράκη




Το συγκεκριμένο βίντεο δημιουργήθηκε από την Μαίρη Λαζαράκη και βασίστηκε πάνω σε αυτή δημοσίευση Πολλά συγχαρητήρια στη Μαίρη γιατί έκανε μία εξαιρετική επιλογή στίχων και πρόσθεσε μια υπέροχη μουσική!!!
Την ευχαριστώ θερμά !!

ΠΗΓΕΣ 



 Claude Monet 1886