Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΑΝΘΟΥΛΑ! (απόσπασμα από το διήγημα “”Η Ανθούλα””


Όταν θα μεγαλώσει η Ανθούλα θα θυμάται με αγάπη και πόνο δύο πρόσωπα που σημάδεψαν καλά και άσχημα τη ζωούλα της. Πρώτα τη Γιαννούλα με την απεραντοσύνη της αγάπης της και ύστερα την Αμαλία που πάνω στο κορμάκι της ένιωσε τη σκληρότητα της κυρίας της, που το γέλιο σβήστηκε από τα χείλη της, που το προσωπάκι της ήταν σημαδεμένο από τα χαστούκια της σκληρής κυρίας της, που τα χεράκια της ήταν σκληρά και γεμάτα ρόζους από τη δουλειά και το κρύο..
Αλλά η Ανθούλα θα θυμάται και κάτι άλλο ακόμα, πιο σκληρό!Θα θυμάται να μην αγαπήσει ποτέ τη θεία Ισμήνη! Και αυτό θα είναι μια τιμωρία για κείνη!! όσο κακό και αν είναι και για την Ανθούλα!
Λοιπόν! Η Ανθούλα δεν συμπάθησε τη θεία Ισμήνη, ούτε και όταν πέθανε.. Τα σκληρά χεράκια της Αμαλίας και το χτυπημένο της πρόσωπο, που ακόμη έφερε τα σημάδια των χαστουκιών, της Θύμιζαν συνέχεια με απέχθεια τη θεία Ισμήνη και ούτε μπορούσε το μυαλουδάκι της να χωρέσει το πώς μπορεί ένας άνθρωπος μεγάλος να κακοποιεί ένα μικρό και άπειρο κορίτσι, που ακόμη θέλει τη μάνα του και δεν την έχει κοντά του..Τι κακό και αυτό; συλλογιόταν με πόνο και κάποτε έκλαιγε κιόλας..
Όμως η θεία Ισμήνη αγαπούσε την Ανθούλα, αλλά και τη ζήλευε συγχρόνως, γιατί ήταν έξυπνη και γρήγορη σε όλα και γιατί ήταν και ένα σκερτσόζικο κοριτσάκι με το ωραίο λιγνό της κορμάκι, τα ποδαράκια της που ήταν ίσια και ωραία, αλλά κυρίως τα μακριά της ίσια μαλλιά, τα πλεγμένα σε μακριές πλεξίδες και δεμένα στο τέλος με φιογκάκια κόκκινα, ροζ, θαλασσί από τη μεγάλη της αδερφή.
Όλα αυτά έκαναν χαριτωμένη την Ανθούλα και όλοι την αγαπούσαν, αλλά η θεία Ισμήνη είχε και τα δύο. Και την αγαπούσε και τη ζήλευε και ένιωθε την ανάγκη να τη συγκρίνει πάντα με τα δικά της παιδιά, που ούτε όμορφα ήταν, ούτε και έξυπνα, εκτός από την Κατερίνα, που ήταν σαν αγγελάκι, αλλά καθόλου έξυπνη.
Ήταν όμως πλούσιοι πολύ και ο πατέρας της ένας υπάλληλος Υπουργείου με λιγοστό και τότε μισθό.
Έτσι η θεία Ισμήνη δεν έχανε ευκαιρία να τονίζει τη διαφορά αυτή, αλλά για την Ανθούλα πέρα έβρεχε, γιατί κατά παράξενο τρόπο πίστευε στον εαυτό της, και ας μην ήξερε τι είναι αυτό, και επέμενε στη γνώμη της χτυπώντας και το ποδαράκι της πολλές φορές κάτω για να επιβληθεί..
Και ανάγκη δεν είχε κανέναν και ούτε που την ένοιαζαν τα γλυκά, ούτε και τα φαγητά που μοσχοβόλαγαν τον τόπο, ούτε και οι ασημένιες μεγάλες γόνδολες στις γωνιές, που όταν άναβαν τα μεγάλα φώτα, γέμιζαν το σπίτι με ανταύγειες και ποικίλα χρώματα, γιατί στο δικό της σπίτι αχτινοβολούσε η μάνα της που δεν έπαιζε χαρτιά όπως η θεία Ισμήνη και η θεία Αλίκη, που δεν είχε το σπίτι της γεμάτο κόσμο για να περνά την ώρα της, αλλά είχε το περίσσευμα της ώρας της για να αγκαλιάσει μέσα στη μεγάλη και ζεστή αγκαλιά της τα τρία της παιδιά, να τους τραγουδήσει τραγούδια ωραία, ας μην ήξερε και πολλά και να τους διηγηθεί απλές, μα όμορφες ιστοριούλες..
Και ακόμη είχε έναν πατέρα όλο αγάπη, που γύριζε στο σπίτι φορτωμένος με απλά ζαχαρωτά και το χειμώνα με χουρμάδες και σταφίδες ξανθές και σύκα μαλακά και ωραία και παστέλια πεντανόστιμα.
Χουχουλιασμένη στην αγκαλιά των γονιών της, σε ένα σπίτι, όπου βασίλευε η γαλήνη, η αγάπη, ο σεβασμός και η εκτίμηση πέρασε τα πρώτα της χρόνια...και η Γιαννούλα της έφυγε, αλλά η Ανθούλα κοριτσάκι ούτε εφτά χρονών, τώρα μπορούσε να καταλάβει καλά τι πρέπει να θέλει και τι όχι!
Και το κενό ""Γιαννούλα"" το κάλυψε με άλλες σκέψεις..Έτσι στη μικρή της καρδούλα τα ταχτοποίησε όλα και τις πρώτες συγκινήσεις τις μετέτρεψε σε κεντημένες με ωραίες σκέψεις αναμνήσεις..
Νοσταλγικά περπατά κουβαλώντας μέσα της το ευώδιασμα της αγκαλιάς της Γιαννούλας και ύστερα της Μάνας της.. Ο άγριος αγέρας γίνεται στην ψυχούλα της απαλό, δροσερό αεράκι καθώς βυθίζει τη λιγοστή ζωή της μέσα στο χώρο των αναμνήσεων των περασμένων.. Περπατά και τραγουδά, περπατά και χορεύει και είναι σα να την σηκώνει ο αγέρας για να την ανεβάσει σε κόσμους ονειρικούς που το μυαλουδάκι της δημιουργεί.
Πρώτη Δημοτικού και η Ανθούλα, δίχως καμιά προσπάθεια, δίνει στους δασκάλους της την ταυτότητα της προσωπικότητας που θα γίνει, όταν μεγαλώσει.
Πρώτη παντού, έστω και αν κάποτε σκιστήκαν τα παπούτσια της από τη δυνατή βροχή που έπεφτε, καθώς πήγαινε στο σχολείο και ο Κωστής την κορόιδεψε.
Δεν θύμωσε μαζί του, μα τον αποκάλεσε μαμόθρεφτο και βουτυρόπαιδο... όχι που θα τον άφηνε έτσι!
Το μεσημέρι η θεία Iσμήνη τη μάλωσε και της είπε ότι έγινε τώρα ένα παλιόπαιδο..
Τίναξε το μικρό της πισινό η Ανθούλα και η απάντηση έτοιμη..""Παλιόπαιδα είναι τα δικά σας παιδιά και αν σας αρέσω, αλλιώς ας βρουν άλλη παρέα..αν είναι ικανά"" πέταξε αυθάδικα και έφυγε γεμάτη ικανοποίηση!! Το ρολόι άρχισε να μετρά αντίστροφα για την καρδούλα της και λυπόταν τόσο πολύ γι' αυτό!!""
"Το τίναγμα του μικρού πισινού και τα λόγια που είπε η Ανθούλα στη θεία Ισμήνη, έφτασαν γρήγορα στα αυτιά της μάνας της σαν φωτοβολίδες και την άναψαν,. Δεν πρόλαβε να μπει στο σπίτι και το ένα πλεξιδάκι της βρισκόταν να ανεμίζει με το τράβηγμα που του έκαναν τα χέρια της μάνας της, ενώ συγχρόνως μίλαγε θυμωμένα και γεμάτη νεύρα.
Είδε το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπό της η Ανθούλα, ένιωσε και το δυνατό πόνο από το τράβηγμα των μαλλιών...και περίμενε τη συνέχεια!Και η θύελλα δεν άργησε να ξεσπάσει. Στημένη τώρα σε μια γωνιά και με την αγωνία ότι θα τα κάνει πάνω της από το φόβο, άκουγε με το κεφαλάκι της σκυφτό την άγρια φωνή της μάνας της. Και την αγαπούσε τη μάνα αυτή τόσο πολύ η Ανθούλα! (Υπάρχει και συνέχεια)


























Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου