Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

Ντ. Χ. Λώρενς ( 11 Σεπτεμβρίου 1885 - 2 Μαρτίου 1930) - Επιλογές από το Λογοτεχνικό και από το Εικαστικό έργο του.





Ο Ντ.Χ.Λώρενς (David Herbert Lawrence, 11 Σεπτεμβρίου 1885 - 2 Μαρτίου 1930) ήταν Άγγλος πεζογράφος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, κριτικός και ζωγράφος.

Ήταν παιδί ενός κοινωνικά (τουλάχιστον) αταίριαστου γάμου μεταξύ ενός ανθρακωρύχου και μιας διευθύντριας σχολείου. Τα βιώματα αυτής της ασυμφωνίας αντικατοπτρίζονται τόσο στην ζωή όσο και στο έργο του, ιδιαίτερα στον Εραστή της λαίδης Τσάττερλυ. Σπούδασε στο γυμνάσιο του Νότιγχαμ με υποτροφία και μετά στο πανεπιστήμιο της ίδιας πόλης. Το 1910 δημοσίευσε το Λευκό Παγώνι και τον ίδιο καιρό πέθανε η μητέρα του με την οποία ήταν υπερβολικά δεμένος. Δούλεψε για λίγο ως δάσκαλος και το 1911 εγκατέλειψε το επάγγελμα επειδή διαγνώστηκε ότι έπασχε απόφυματίωση.

Το 1912 συνδέθηκε ερωτικά με την Γερμανίδα Φρήντα Γουήκλυ το γένος φον Ριχτχόφεν (von Richthofen), σύζυγο καθηγητή του στο Πανεπιστήμιο του Νότιγχαμ, ταξικά πολύ ανώτερή του, έξι χρόνια μεγαλύτερή του και μητέρα τριών παιδιών. Έφυγαν μαζί στην Γερμανία και μετά στην Ιταλία, όπου ο Λώρενς τελείωσε το μυθιστόρημά του Γιοι και Εραστές που δημοσιεύτηκε το 1913. Επέστρεψαν στην Αγγλία το 1914 και παντρεύτηκαν. Το 1915 το βιβλίο του Ουράνιο Τόξο απαγορεύτηκε ως άσεμνο.
Μετά τον πόλεμο άρχισε για τον Λώρενς και την Φρήντα η «άγρια περιπλάνηση». Ταξίδεψαν και πάλι στην Γερμανία και Ιταλία και μετά στην Κεΰλάνη, την Αυστραλία, το Νέο Μεξικό και το Μεξικό. Επέστρεψαν στην Ευρώπη το 1925 και εγκαταστάθηκαν στην Ιταλία.
πηγή φωτογραφίας 

Το 1928 και 1929 κυκλοφόρησε σε ελάχιστα αντίτυπα στην Φλωρεντία και στο Παρίσι αντίστοιχα ο Εραστής της λαίδης Τσάττερλυ. Επίσης το 1928, το βιβλίο εκδόθηκε, άγρια λογοκριμένο, στη Νέα Υόρκη. Το 1959 εκδόθηκε πλήρες στη Νέα Υόρκη και το 1960 στο Λονδίνο, όπου έγινε αντικείμενο μιας πολύκροτης δίκης, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν η αθώωση των υπευθύνων των Penguin Books. Το 1929 η αστυνομία έκλεισε μιαν έκθεση πινάκων του Λώρενς στο Λονδίνο και οι πίνακές του του αποδόθηκαν υπό τον όρο να μη ξαναεκτεθούν στην Αγγλία.
Ο Λώρενς πέθανε το 1930 σε σανατόριο στη Βανς (Vence) της Κυανής Ακτής. Θεωρούμενος «καταραμένος» συγγραφέας όσο ζούσε, αποδείχθηκε αυτός που άλλαξε την αντιμετώπιση του σεξ από την λογοτεχνία.
Τα πρώτα του έργα ασχολούνται με τις βλαβερές συνέπειες του σύγχρονου, βιομηχανοποιημένου πολιτισμού που αποκόπτει τον άνθρωπο από την φύση και καθιστά τις ανθρώπινες σχέσεις προβληματικές. Στα κατοπινά έργα του Λώρενς η φροϋδική ανάλυση κυριαρχεί καθώς και η σημασία που αποδίδει στην σεξουαλική συμπεριφορά. Το επιστέγασμα ήταν ο Εραστής της λαίδης Τσάττερλυ, όπου η ερωτική πράξη καταργεί την ταξική διαφορά και τις κοινωνικές συμβάσεις.

Μυθιστορήματα
The White Peacock (Λευκό Παγώνι, 1911)
The Trespasser (Ο Καταπατητής, 1912)
Sons and Lovers (Γιοι και Εραστές, 1913)
The Rainbow (Ουράνιο Τόξο, 1915)
Women in Love (Ερωτευμένες γυναίκες, 1920)
The Lost Girl (Το χαμένο κορίτσι, 1920)
Aaron's Rod (Η ράβδος του Ααρών, 1922)
Kangaroo (Καγκουρώ, 1923)
The Boy in the Bush (Το αγόρι στους θάμνους, 1924)
The Plumed Serpent (Το φτερωτό ερπετό, 1926)
Lady Chatterley's Lover (Εραστής της λαίδης Τσάττερλυ, 1928)

The Escaped Cock (Ο δραπέτης κόκκορας, 1929 –επανεκδ. το 1931 ως The Man Who Died, Ο άνθρωπος που πέθανε)





Συλλογές διηγημάτων

The Prussian Officer and Other Stories (Ο Πρώσος αξιωματικός και άλλα διηγήματα, 1914)
England, My England and Other Stories (Αγγλία, Αγγλία μου και άλλα διηγήματα, 1922)
The Fox, The Captain's Doll, The Ladybird (Η αλεπού, Η κούκλα του λοχαγού, Το θηλυκό πουλί, 1923)
St Mawr and other stories (Σαιντ Μάουρ και άλλα διηγήματα, 1925)
The Woman who Rode Away and other stories (Η γυναίκα που έφυγε με το άλογο και άλλα διηγήματα, 1928)
The Virgin and the Gipsy and οther Stories (Η παρθένα κι ο Τσιγγάνος και άλλα διηγήματα, 1930)
Love Among the Haystacks and other pieces (Έρωτας μέσα στα στάχυα και άλλα κείμενα, 1930)
Ποιητικές συλλογές

Love Poems and others (Ερωτικά ποιήματα και άλλα, 1913)
Amores (1916)
Look! We have come through! (Κοίτα ! τα καταφέραμε ! - 1917)
New Poems (Νέα ποιήματα, 1918)
Tortoises (Χελώνες, 1921)
Birds, Beasts and Flowers (Πουλιά, ζώα και λουλούδια, 1923)
Ταξιδιωτικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Twilight in Italy and Other Essays (Σούρουπο στην Ιταλία και άλλα δοκίμια, 1916)
Sea and Sardinia (Θάλασσα και Σαρδηνία και άλλα δοκίμια, 1921)
Mornings in Mexico and Other Essays (Πρωινά στο Μεξικό και άλλα δοκίμια, 1927
Sketches of Etruscan Places and other Italian essays (Σχεδιάσματα ετρουσκικών τοποθεσιών και άλλα ιταλικά δοκίμια, 1932)

Δοκίμια

Study of Thomas Hardy and other essays (Μελέτη για τον Τόμας Χάρντυ και άλλα δοκίμια, 1914)
Movements in European History (Κινήματα στην ευρωπαϊκή ιστορία, 1921)
Psychoanalysis and the Unconscious (Ψυχανάλυση και το Ασυνείδητο, 1921)
Studies in Classic American Literature (Μελέτες για την κλασσική αμερικανική λογοτεχνία, 1923)
Reflections on the Death of a Porcupine and other essays (Σκέψεις για τον θάνατο ενός σκαντζόχοιρου και άλλα δοκίμια, 1925)
Apocalypse and the writings on Revelation (Η Αποκάλυψη και τα κείμενα σχετικά μ' αυτήν, 1931) https://el.wikipedia.org


ΠΟΙΗΜΑΤΑ 

Το μόνο που ζητώ

Το μόνο που ζητώ από μια γυναίκα είναι να νιώσει τρυφερά για μένα
όταν και μένα η καρδιά μου κτυπήσει τρυφερά γι’ αυτήν,
να γεννηθεί ανάμεσά μας ένα απαλό, απαλό τρεμούλιασμα
σα σιωπηλές καμπάνες.
Είναι το μόνο που ζητώ.
Με κούρασαν τόσο οι βίαιες γυναίκες που απαιτούν ν’ αγαπηθούν
δίχως να υπάρχει ίχνος αγάπης μέσα τους.

 (μετάφραση: Ολυμπία Καράγιωργα)


ΑΚΟΥ ΤΗ ΜΠΑΝΤΑ

Μια μπάντα παίζει πολύ πρωί,
μα είναι μόνο δυστυχισμένοι άνθρωποι,
που θορυβούν για να πνίξουν
την εσωτερική τους κακοφωνία και τη δική μας.

Ένα μικρό φεγγάρι, αρκετά ήσυχο, ακουμπάει και τραγουδάει
στον εαυτό του, τη νύχτα
κι η μουσική των ανθρώπων, είναι σαν ένα ποντίκι, που ροκανίζει,
που ροκανίζει σε μια ξύλινη παγίδα παγιδευμένο.

Μετάφρ. Μόσχος Λαγκουβάρδος


ΠΙΑΝΟ

Μία γυναίκα, απαλά, μου τραγουδάει, στο σούρουπο,
πηγαίνοντάς με ξανά στα περασμένα, μέχρι να δω
ένα παιδί, να κάθεται κάτω απ΄το πιάνο, στη βουή των
τρεμάμενων χορδών,
και να κρατά τα μικρά, ζυγιασμένα πόδια μιας μητέρας,
που χαμογελά καθώς τραγουδάει.

Σε πείσμα, η ύπουλη δεξιοτεχνία του τραγουδιού
προδίδει την καρδιά μου, που ανήκει
στα παλιά κυριακάτικα απογεύματα στο σπίτι, με τον χειμώνα έξω
και τους ύμνους, στο ζεστό σαλόνι, με το πιάνο οδηγό μας.

Έτσι είναι τώρα μάταιη για τον τραγουδιστή η ορμή του,
με το μεγάλο μαύρο παθητικό πιάνο. Η γοητεία
των παιδικών ημερών με κατακλύζει, η ωριμότητά μου είναι
πεταγμένη
κάτω στην πλήμμυρα της μνήμης. Σαν παιδί κλαίω για το
παρελθόν.

Μετάφρ. Μόσχος Λαγκουβάρδος
Κούραση

Είχε η ψυχή μου μια μεγάλη , δύσκολη μέρα
κουράστηκε ,
ψάχνει τη λησμονιά της .

Ω, στον κόσμο όμως αυτόν
τόπος κανένας δεν υπάρχει να βρει η ψυχή τη λησμονιά της
το απόλυτο σκοτάδι της γαλήνης της ,
γιατί έχουν οι άνθρωποι σκοτώσει τη σιωπή της γης
κι αρπάξει όλους τους γαλήνιους τόπους της λήθης
εκεί που οι άγγελοι κάποτε κατεβαίναν .

Μετάφραση : Κώστας Ιωάννου

Η  παρθένα και ο τσιγγάνος, Ερατώ, 1985, σ. 7-10
(Απόσπασμα )

Όταν η γυναίκα του εφημέριου το έσκασε με κάποιον άφραγκο νεαρό, το σκάνδαλο που ξέσπασε, ξεπέρασε κάθε όριο. Τα δυο κοριτσάκια της ήταν μόνο επτά και εννιά χρονών το καθένα. Και ο εφημέριος ήταν ένας τόσο καλός σύζυγος. Είναι αλήθεια πως τα μαλλιά του είχαν γκριζάρει. Ήταν όμως αρρενωπός άντρας, με το σκούρο του μουστάκι και διατηρούσε κρυφό το πάθος του για την αχαλίνωτη, όμορφη γυναίκα του.

Γιατί έφυγε; Γιατί έφυγε έτσι ξαφνικά σβήνοντας τα όλα μεμιάς, σαν να την άγγιξε η τρέλα;

Κανείς δεν μπόρεσε να βρει απάντηση. Μόνον οι πιστοί είπαν πως ήταν κακή γυναίκα. Μερικές όμως απ’ τις καλές γυναίκες σιωπούσαν. Ήξεραν.

Τα δυο κοριτσάκια ποτέ δεν μάθανε. Έχοντας πληγωθεί, πήραν την απόφαση πώς ό,τι έγινε ήταν επειδή η μητέρα τους τα θεωρούσε ασήμαντα κι αμελητέα.

Τούτος ο δυσοίωνος άνεμος που σε κανέναν δεν φέρνει τίποτε καλό, σάρωσε την οικογένεια του εφημέριου στο άγριο πέρασμα του. Και τότε για δες! Ο εφημέριος που είχε διακριθεί κάπως σαν δοκιμιογράφος και συζητητής και που η περίπτωση του είχε προκαλέσει τη συμπάθεια ανάμεσα στους λόγιους και τους ανθρώπους των βιβλίων αποδέχτηκε την πρόσοδο του Papplewick. O Κύριος είχε μετριάσει τoν άνεμο της ατυχίας μe μία ενορία στη βόρεια επαρχία.

Η οικία του εφημέριου, το εφημερείο, ήταν ένα μάλλον άσχημο λιθόκτιστο σπίτι, κάτω δίπλα στον ποταμό Πάπλ, πριν μπεις μέσα στο χωριό. Ακόμη μακρύτερα, εκεί πέρα που ο δρόμος διασχίζει το ποτάμι, υπήρχαν τα παλιά, μεγάλα, λιθόχτιστα κλωστήρια και νηματουργεία βαμβακιού, που κάποτε παίρνανε κίνηση απ’ το νερό. Ο δρόμος ανηφόριζε σχηματίζοντας μια καμπύλη, μέχρι τα γυμνά και άχαρα δρομάκια του χωρίου.

Ο μισθός του εφημέριου που έπαιρνε τώρα η οικογένεια, επέβαλε ορισμένες τροποποιήσεις με τη μετακόμιση στην ενορία. Ο εφημέριος και τώρα εφημέριος με ενορία πήγε κι έφερε τη γριά μητέρα του, την αδελφή του κι έναν αδελφό του από την πόλη. Τα δυο μικρά κοριτσάκια ζούσαν τώρα σ’ ένα πολύ διαφορετικό περιβάλλον απ’ ό,τι στο παλιό σπίτι.

Αυτή την εποχή, ο εφημέριος ήταν σαράντα επτά χρονών του είχε εκδηλωθεί μια έντονη και όχι και τόσο αξιοπρεπής θλίψη υστέρα από τη φυγή της γυναίκας του. Ορισμένες συμπαθητικές κυρίες του είχαν παρασταθεί και τον είχαν αποτρέψει απ’ την αυτοκτονία. Τα μαλλιά του ήταν σχεδόν άσπρα κι είχε μια τραγική όψη με άγριο βλέμμα. Έφτανε απλά να τον κοιτάξεις για να καταλάβεις πόσο φρικτά κι απαίσια ήταν όλα αυτά που είχε περάσει και πόσο πολύ είχε αδικηθεί.

Κι όμως, κάπου μέσα σ’ όλα αυτά υπήρχε μια φάλτσα νότα. Και μερικές από τις κυρίες που είχαν νιώσει τόσο βαθιά κι έντονη συμπάθεια γι’ αυτόν όταν ήταν απλός εφημέριος, μάλλον τον αντιπαθούσαν κρυφά, τώρα που είχε πάρει την ενορία. Υπόβοσκε μια προσποιητή ευλάβεια κι ένας φαρισαϊσμός γύρω του, τώρα που όλα πλέον είχαν ειπωθεί και γίνει.

Τα κοριτσάκια βέβαια, αποδέχτηκαν την άποψη της οικογένειας με τον ασαφή και ακαθόριστο εκείνο τρόπο που διακρίνει τα παιδιά. Η γιαγιά, που ‘χε περάσει τα εβδομήντα και έχανε σιγά σιγά το φως της, έγινε η κεντρική φιγούρα του σπιτιού. Η θεία Σίση, που είχε περάσει τα σαράντα, χλωμή, θρήσκα, με κάποιο σαράκι που την έτρωγε μέσα της, κρατούσε το σπίτι. Ο θείος Φρέντ, ένας σπαγγοραμμένος, σκυθρωπός σαραντάρης, που ζούσε για τον εαυτό του μόνο, μουντά κι άθλια, κατέβαινε στην πόλη κάθε μέρα. Και ο εφημέριος βέβαια, ήταν το πιο σπουδαίο πρόσωπο μετά τη γιαγιά.

Τη φώναζαν η Μάνα. Ήταν ένα απ’ αυτά τα φυσικά πρόστυχα, επιδέξια, γέρικα κορμιά, που σ’ όλη τους τη ζωή έχουν τραβήξει το δικό τους δρόμο, γλείφοντας και κολακεύοντας τις αδυναμίες όλων των αρσενικών συγγενών τους. Πολύ γρήγορα προσάρμοσε κατάλληλα τη συμπεριφορά της. Ο εφημέριος «αγαπούσε» ακόμη τη γυναίκα του, που ‘χε παραβεί τα συζυγικά της καθήκοντα και θα συνέχιζε να «την αγαπά» μέχρι το θάνατο του. Κουβέντα λοιπόν! Το αίσθημα τού εφημέριου ήταν ιερό.

Στην καρδιά του φύλαγε με ευλάβεια το αγνό κορίτσι που είχε παντρευτεί και λατρέψει.

Την ίδια ώρα, έξω στον κακόβουλο και διεφθαρμένο κόσμο, περιπλανιόταν μια πρόστυχη γυναίκα που είχε εξαπατήσει τον εφημέριο και εγκαταλείψει τα μικρούλια της παιδιά. Τώρα πια, είχε ζευγαρώσει μ’ ένα νέο άντρα, που χωρίς αμφιβολία θα την έφερνε σε μια κατάσταση εξαθλίωσης και κατάπτωσης που θα της άξιζε. Αυτό, ας το καταλάβουμε καλά κι ας σταματήσουμε να μιλάμε! Γιατί μέσα στην αγνή μεγαλοφροσύνη της καρδιάς του εφημέριου συνέχιζε ν’ ανθίζει το άσπιλο λευκό χιονολούλουδο της αγάπης για τη νεαρή του γυναίκα. Τούτο το λευκό χιονολούλουδο δε μαραινόταν. Το άλλο πλάσμα όμως, που το ‘χε σκάσει μ’ αυτόν τον πρόστυχο νεαρό δεν ήταν δική του υπόθεση.


Ο εραστής της λαίδης Τσάτερλι
Αρθρο της Μίνας  Καραγιάννη  στο http://peopleandideas.gr/

«Ο εραστής της λαίδης Τσάτερλι», ένα φανταστικό μουσείο!


http://etolikobiblio.weebly.com/

Το βιβλίο γράφτηκε το 1928 για να καταγγείλει τον πουριτανισμό της Αγγλίας, θεωρήθηκε πορνογράφημα, απαγορεύθηκε και κυκλοφορούσε μέσω ιδιωτικών ακόμη και χειρό­γραφων αντιγραφών ώσπου το 1960 μετά από μι δίκη-νίκη για την ελευθερία του λόγου, κυκλοφόρησε ελεύθερα.
Πού να το περίμενε ο Ντ. Χ. Λώρενς ότι το 2012 μια κυριακάτικη εφημερίδα στην Ελλάδα θα το προ­σέ­­φε­­ρε στους αναγνώστες της ως το πρώτο μιας σειράς «απαγο­ρευ­μέ­νων» βι­βλίων μιας κάπως μακρινής εποχής. Το υλικό του θεωρήθηκε πορ­νο­γραφικό για τους ενήλικες των αρχών του δύσκολου 20ου αιώνα. Το ίδιο υλικό σήμερα α­ντι­στοι­χεί στο επίπεδο γνώσεων μαθητών των τελευταίων τάξεων του δη­μο­τικού σχο­λείου οι οποίοι στα διαλείμματα αλλά και στις αίθουσες μοιράζονται με τους συμμαθητές τους μέσω των έξυπνων κινητών τους α­ντίστοιχες αλ­λά και πιο «προχωρημένες» εικόνες. Σχεδόν έναν αιώνα μετά τη συγ­γρα­φή του θα μπο­ρούσε κάλλιστα να α­ποτελεί άρθρο ενός περιοδικού lifestyle.
Δεν ε­πι­διώκω να κάνω λο­γο­τε­χνική, ηθικοπλαστική ή κοινωνική ανάλυση του φαι­νομένου που συνοδεύει το εν λόγω πόνημα, κάθε αναγνώστης βρίσκει και ξεχωρίζει στο αφήγημα κάτι διαφορετικό.
Προσωπικά αυτό που αναγνώρισα στις σελίδες του είναι ένα μουσειακό α­φή­γημα της βιομηχανικής Αγγλίας των αρχών του εικοστού αιώνα. Μια αποτύπωση της κα­θη­με­­ρι­νό­τητας, των συνηθειών και των ηθών της αγγλικής μεγαλοαστικής αλλά και της ερ­γα­τικής τάξης. Από τους τοίχους των δωματίων και τους διαδρόμους περνούν καλλιτεχνικά ρεύματα, πολιτικές ιδεολογίες, μικροϊστορία, επαγγέλματα που φθίνουν και άλλα που εμφανίζονται, μια ζωή που φεύγει και μια ζωή που έρχεται. Όλα αυ­τά σε μια χρονική περίοδο όπου οι αλλαγές καταγράφονται στην καθη­με­ρινή ζωή και την επηρεάζουν σε τραγικό βαθμό.
Βρισκόμαστε σε ένα αγγλικό, μεγάλο σπίτι του 18ου αιώνα φτιαγμένο με καφετιά πέτρα. Ο τόπος, ο βιομηχανικός βορράς, είναι το Sheffield, η περιοχή δράσης του Robin Hood. Το σπίτι αυτό έχει τρεις ορόφους και περιβάλλεται από την υγρή φύση της περιοχής.
Στο σαλόνι του ισογείου είναι ζωντανές ακόμα οι συζητήσεις των ενοίκων μεταξύ τους αλλά και με τους επισκέπτες.

Ακούμε κάποιες από αυτές:
Η βιομηχανική Αγγλία διαγράφει την αγροτική. Μια έννοια διαγράφει μιαν άλλη. Η παλιά Αγγλία διαγράφει την καινούρια. Και η συνέχεια που απομένει δεν είναι οργανική μα μηχανική.

Η κοινή γνώμη παρακολουθεί τα γεγονότα με σκεπτικισμό, επιφύλαξη και φόβο.

Όταν ήμουν κορίτσι (λέει μια κυρία της περιοχής) τούτο το ορυχείο το θεωρούσαν το καλύτερο της χώρας και όποιος δούλευε εδώ ήταν περήφανος. Τώρα λένε ότι το πλοίο βουλιάζει και είναι καιρός να φύγουν όλοι..άλλοι λένε πως δε φεύγουν γιατί φοβούνται και σιχαίνονται όλες αυτές τις μηχανές που τους βάζουν να χειρίζονται.

Μπροστά από τα μάτια μας περνά σαν ταινία η ιστορία των Λουδιτών, του κινήματος που αναπτύχθηκε στην ευρύτερη αυτήν περιοχή της Αγγλίας έναν αιώνα πριν, (1811-1814). Οι λουδίτες με εξεγέρσεις και κα­τα­στρο­φές μηχανημάτων και εργοστασίων εκδήλωναν την εχθρότητα των ανθ­ρώπων απέναντι στις μηχανές που θα άλλαζαν συθέ­με­λα τη ζωή τους. Εύκολα κάνουμε το συσχετισμό με την αρχή του 20ου αιώνα όπου οι αλλαγές παρουσιάζουν ομοιότητες. Η νέα φάση εκβιομηχάνισης φαίνεται ως λύση αλλά και εχθρός.
Οι άνθρωποι παρουσιάζονται διχασμένοι απέναντι σε αυτήν. Από τη μια πλευρά βρίσκονται αυτοί που θέλουν να δια­τη­ρή­σουν τα κεκτημένα τους αξιοποιώντας τις ευ­καιρίες της βιομηχανικής ανάπτυξης και από την άλλη εκείνοι που αντι­πα­λεύ­ουν την εκβιομηχάνιση και επιθυμούν τη διατήρηση της ισορροπίας που είχαν πριν από αυτήν:
και στο κάτω- κάτω της γραφής ποιος πήρε από τους ανθρώπους τη φυσική τους ζωή και την ανθρωπιά τους και τους έδωσε τούτη τη βιομηχανική φρίκη…


https://www.ianos.gr
Πάνω στο τραπέζι του σαλονιού υπάρχουν άρθρα για τη σοβιετική επανάσταση. Οι μεγαλοαστοί ανησυχούν από την ενδεχόμενη διάδοση του μπολσεβικισμού στο συντηρητικό περιβάλλον της επαρχίας της Αγγλίας.
Ο σοσιαλισμός, μπολσεβικισμός έχουν διαδοθεί στον κόσμο (της επαρχίας τους); Ω! έκανε εκείνη! Ακούγονται μερικοί φωνακλάδες. Γυναίκες κυρίως που έχουν βουτηχτεί στα χρέη. Οι άνδρες δεν πολυδίνουν σημασία. Δεν νομίζω πως οι άνδρες του Τέρβεσολ θα γίνουν ποτέ Κόκκινοι. Είναι πολύ αξιοπρεπείς για κάτι τέτοιο. Οι νεότεροι όμως λένε τις μπούρδες τους πού και πού… όταν λοιπόν δεν έχουν λεφτά ακούνε τις αερολογίες των κόκκινων. Κατά βάθος, όμως, δεν τις πιστεύει κανείς.

Σε μιά γωνία του σαλονιού υπάρχουν εικόνες από φουτουριστικά έργα.

Εκεί στον κόσμο των μηχανικά άπληστων… με τα φώτα που σπιθοβολούσαν, τα καυτά μέταλλα που ξερνούσαν και το μουγκρητό της κίνησης.

Το καλλιτεχνικό αυτό κίνημα εξυμνούσε το μεγαλείο των μηχανών και τις αναγνώριζε ως μέσο προόδου και εξέλιξης.
Στον επάνω όροφο βρίσκονται τα υπνοδωμάτια με ρούχα εποχής και παρουσιάζεται ο τρόπος ένδυσης της μεγαλοαστικής τάξης. Τα παράθυρά του είναι ανοιχτά στο δάσος με το οποίο γειτονεύει το σπίτι. Στον εξωτερικό χώρο υπάρχουν νοητές πινακίδες με την περιγραφή της φύσης με λεπτομέρειες στα δένδρα και στα φυτά.

Στον τρίτο όροφο, στο ψηλότερο σημείο του σπιτιού, υπάρχει το σαλονάκι της λαίδης. Στους τοίχους κρέμονται γερμανικά αντίγραφα των Ρενουάρ και Σεζάν. Είναι το μοναδικό μοντέρνο δωμάτιο του σπιτιού.

Στον υπόγειο χώρο βρίσκουμε μια άλλη ενότητα του φανταστικού αυτού μουσείου που αναφέρεται σε παλιά έπιπλα γεμάτα ρούχα. Απομεινάρια εργαλείων της εποχής που χρησιμοποιούσαν οι υπηρέτες, δείγματα της ζωής της κατώτερης τάξης.

Ο Ντ. Χ. Λώρενς, γιος ανθρακωρύχου και δασκάλας, ξεπέρασε τη μοίρα του πατέρα του και έγινε δάσκαλος. Μέσω αυτού του έργου, αν και επιδίωξε μια κα­ταγγελία στα πουριτανικά ήθη της εποχής, δεν περιορίσθηκε στη θρησκευτική προσέγγιση, αντίθετα αναφέρει τις κοινωνικές αλλαγές, τις οποίες καταγράφει με πολλές λεπτομέρειες σαν να ήταν ιστορικός ή αν­θρωπολόγος και το λιγότερο που μπορεί να θεωρήσει κανείς αυτό το βι­βλίο είναι πορνογραφικό.

Κατανοούμε την απαγόρευσή του από το κατεστημένο της εποχής, άλλωστε είναι αδύνατον να το εξετάσουμε με τα σημερινά κοινωνικά δεδομένα. Εγώ περπάτησα στις σελίδες του σαν να ήμουν μέσα σε ένα μουσείο της επαρχιακής Αγγλίας. Ενα μουσείο που παρουσιάζει τις ιστορίες των ανθρώπων και του χώρου, που κάνει τους ανθρώπους να σκεφτούν για το παρόν και το μέλλον τους.

Προτείνω λοιπόν τη μουσειακού χαρακτήρα αφήγηση μιας εποχής που δεν υπάρχει πια ως εναλλακτικό τρόπο διαβάσματος ενός τόσο γνωστού βιβλίου .
Μίνα Καραγιάννη http://peopleandideas.gr/

Γιοι και εραστές


Οι "Γιοι και εραστές" είναι το τρίτο μυθιστόρημα του Ντ. Χ. Λώρενς και ένα από τα αριστουργήματα του. Η ιστορία περιλαμβάνει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία αλλά η αξία του βιβλίου έγκειται κυρίως στη δεξιοτεχνία με την οποία παρουσιάζονται οι ανθρώπινες σχέσεις και τα προβλήματα που αναδύονται από αυτές.
Γνώστης προφανώς των νέων τότε θεωριών του Φρόιντ περί οιδιποδείου συμπλέγματος ο Λώρενς τοποθετεί τον πυρήνα της ιστορίας του στη σχέση του νεαρού ήρωα με τη μητέρα του. Παντρεμένη με έναν άξεστο και μέθυσο ανθρακωρύχο η μητέρα, πρώην δασκάλα, αφιερώνει τη ζωή της στους δύο γιους της και προσπαθεί να τους ευαισθητοποιήσει ώστε να ξεφύγουν από την κόλαση του ανθρακωρυχείου. Όταν ο πρώτος γιος πεθαίνει, η μητέρα αφοσιώνεται ολοκληρωτικά στον δεύτερο. Η υπερβολική αυτή μητρική αγάπη έχει αντίκτυπο στην ψυχοσύνθεση του εφήβου. Ο νέος δένεται συναισθηματικά τόσο πολύ με τη μητέρα του ώστε μεγαλώνοντας δεν μπορεί να αναπτύξει τη σεξουαλικότητά του. Οι σχέσεις του με τα κορίτσι είναι προβληματικές.
Όταν οι "Γιοι και εραστές" δημοσιεύτηκαν το 1913 ενόχλησαν τους ηθικολόγους της Αγγλίας. Τόσο η ρεαλιστική απεικόνιση της βιομηχανικής επανάστασης και του κόσμου των ανθρακωρύχων -πριν από τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο οι ανθρακωρύχοι στην Αγγλία ξεπερνούσαν το ένα εκατομμύριο- όσο και οι αναφορές στο τότε ταμπού της σεξουαλικότητας έφεραν σε δύσκολη θέση τους κριτικούς της εποχής. Ωστόσο οι πλέον οξυδερκείς και ανοιχτόμυαλοι παραδέχτηκαν ότι επρόκειτο για λογοτεχνικό αριστούργημα.http://www.biblionet.gr/

ΠΙΝΑΚΕΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ 

























Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου