Σάββατο, 1 Αυγούστου 2015

ΕΙΡΗΝΗ ΛΙΒΑΝΟΥ " στο πλοίο για το νησί "



--------------------------------------

Όχι ρε πούστη μου
Γύρισα και κοίταξα. Δεν ήταν η βρισιά που μ’ έκανε να κοιτάξω.
Τι πιο συνηθισμένη βρισιά. 
Όλοι την λένε. Καμιά φορά κι’ εγώ στο σιγανό. 
Ήταν η φωνή. Βαριά αρρενωπή μ’ ένα τόνο χιούμορ.
Η φωνή ταίριαζε απόλυτα με τη φάτσα. 
Μελαχρινός με κοντοκουρεμένο γυαλιστερό μαλλί.
Ξανάριξε ζωηρά τα ζάρια. 
Πρέπει να έριξε κάτι πολύ καλό αυτή τη φορά, γιατί η γκόμενα που έπαιζε μαζί του τάβλι τον είπε κωλόφαρδο.
Καθόλου έξυπνο για γκόμενα.
Θα μου πείτε τώρα πως ξέρω ότι είναι γκόμενα;
Τον είχα δει μπαίνοντας στο πλοίο να τη βοηθάει να ανέβει τις σκάλες.
Την είχε πιάσει απ’ τον…. Από πίσω τέλος πάντων, και την έσπρωχνε.
Η γκόμενα δε λέει και πολλά. 
Ήταν μια εικοσάρα άχρωμη και άοσμη που τον κοιτούσε με βλέμμα σαν να ήταν μαζί του παντρεμένη πενήντα χρόνια.
Αν ήμουν φίλη της θα της έλεγα να μην είναι μαζί του και τόσο σίγουρη .
Θα της έλεγα να αλλάξει χτένισμα και να πετάξει από πάνω της αυτό το τίποτα μπλουζάκι.
Ο νέος άντρας σαν να κατάλαβε πως τον παρατηρούσα, 
Γύρισε και με κοίταξε. 
Δε γύρισα τα μάτια μου αλλού. 
Μου μισοέκλεισε το μάτι κι εγώ του χαμογέλασα.
Η γκόμενα στον κόσμο της. 
Έριξε τα ζάρια με μια κίνηση που θα την έλεγα αντρική απομίμηση. Δεν της ταίριαζε αυτή η αντρική κίνηση.
Δεν συνδυαζόταν με τίποτα το θηλυκό.
Καθόλου έξυπνη κίνηση για γκόμενα.
Αυτό το κορίτσι μου έβγαζε τον κακό μου 
εαυτό.
Έχεις κοπέλα μου τέτοιον κούκλο απέναντι σου, και πετάς τα ζάρια με αντρικό τρόπο;
Τι διάολο βούρλο είσαι;
Δεν τον βλέπεις που σε πάει στο νησί μόνο για πήδημα;
Και μάλιστα πήδημα κακής ποιότητας.
Τίποτα στην ατμόσφαιρα δεν έδειχνε ευαισθησία.
Κάτι τέλος πάντων που να κάνει το πήδημα στο νησί υποφερτό.
Ο νέος άντρας ξαναγύρισε και με κοίταξε.
Όπως τον παρατηρούσα είχα πάρει νομίζω εκείνο το ύφος που η Φλέρυ μου λέει ότι καίει καρδιές.
Αυτή τη φορά δε μου χαμογέλασε. Ούτε κι’ εγώ. 
Άφησα το βλέμμα μου να πλανηθεί στο πρόσωπό του για λίγο, και γύρισα πάλι στο βιβλίο μου.
Κάποιος μεγάλος είχε πει: 
‘’ Η πρώτη ματιά είναι σύμπτωση. Η δεύτερη, ποτέ!’’
Η γκόμενα έβγαλε μια τράπουλα.
Φώναξε τη φίλη της απ’ το διπλανό τραπεζάκι, να παίξουνε μπιρίμπα λέει!
Καθόλου έξυπνο για γκόμενα.
Έδειχνε την πλήξη της φανερά. 
Βαριόταν σ’ αυτό το μικρό σαπιοκάραβο που δεν μπορούσε κανένας μας να κουνηθεί, και προσπαθούσε να σκοτώσει την ώρα της.
Ο νέος άντρας με κοίταξε πάλι.
‘’ Έχει δύο μπαλαντέρ’’ του είπα με τα χείλια μου δείχνοντας το δύο με τα δάχτυλά μου.
Έτσι όπως καθόταν η γκόμενα, έβλεπα τα χαρτιά της καθαρά.
Αυτός μου χαμογέλασε.
Δεν ξέρω τι λέει για την Τρίτη ματιά αυτός ο μεγάλος.
Εγώ πάντως λέω ότι ο νέος άντρας με γουστάρει.
Ο συνοδός ο δικός μου, έχει πάει στο μπαρ.
Βλέπω από δω που κάθομαι τον μπουκλάκια το μπάρμαν, να του σερβίρει το δεύτερο η το τρίτο ουίσκι.
Όλοι στο μπαρ σπρώχνονται να πάρουν σάντουιτς πατατάκια τοστ, και ο συνοδός ο δικός μου πίνει στο μπαρ και συζητάει με τον μπουκλάκια το μπάρμαν.
Από την πρώτη στιγμή ζήλεψα τις μπούκλες αυτού του άντρα από τα πράσα μαλλιά τα δικά μου.
Κοιτάζω το ρολόι μου. Είναι δώδεκα νύχτα.
Έχουμε μπει σ’ αυτό το μικρό κωλόπλοιο απ’ τις οκτώ και ο συνοδός μου λείπει όλες αυτές τις ώρες.
Του αρέσουν τα πλοία οι καπετάνιοι και η θάλασσα και συζητάει μαζί τους με τις ώρες γι’ αυτά.
Για να πω και του στραβού το δίκιο ήρθε κοντά μου τρεις φορές να μου δηλώσει την παρουσία του. Κάθισε δίπλα μου μισοόρθιος έτοιμος να φύγει πάλι.
Τρεις φορές. Όσες με κοίταξε και ο νέος άντρας απέναντι μου στο τραπεζάκι.
Καιρός είναι να κουνηθώ κι εγώ λίγο. Σκέφτηκα και τεντώθηκα διακριτικά, επειδή είχα πιαστεί σ΄αυτό το άβολο κάθισμα.
Ήθελα να πάω στο κατάστρωμα. Δεν ξέρω αν το λέω και σωστά. Δε μ’ ενδιαφέρουν καθόλου τα πλοία ούτε οι φθηνές διακοπές. 
Μακάρι να πήγαινα με αεροπλάνο σ’ αυτό το κωλονήσι που ήθελε ο συνοδός μου.
Το πλοίο άρχισε να κουνάει και μ’ έπιασε μια ελαφριά ναυτία. 
Ο νέος άντρας με κοίταξε για τέταρτη φορά. Τον ρούμπωσε τον συνοδό μου στις φορές.
Σηκώθηκα και περπάτησα μέχρι τις σκάλες με όση χάρη διαθέτω. 
Στο πρώτο σκαλοπάτι γύρισα και κοίταξα τον νέο άντρα που με κοιτούσε. Εκείνος μου χαμογέλασε και σηκώθηκε. Κάτι είπε στην γκόμενα, κι αυτή τουδωσε τόση σημασία, όση μου έδινε ο συνοδός μου όλες αυτές τις ώρες.
Γύρισε στη φίλη της και την ρώτησε αν θέλουν να παίξουν κι άλλη παρτίδα.
Ανέβηκα τη σκάλα και πήγα στο κατάστρωμα. Δεν ξέρω αν το λέω και σωστά. 
Ακούμπησα στα κάγκελα και ρούφηξα τον αέρα με βουλιμία. Ήθελα να ξεζαλιστώ. 
Κοίταξα μακριά τη θάλασσα. Αυτό το κόλπο με το ξεζάλισμα μου το έχει μάθει ο συνοδός μου που του αρέσουν η θάλασσα και τα πλοία. Δεν θυμάμαι αν σας το είπα! Είμαι στ’ αλήθεια ζαλισμένη.
Ο νέος άντρας ήρθε και ακούμπησε δίπλα μου. 
‘’Τι δουλειά έχεις εσύ σ’ αυτό το σαπιοκάραβο;’’ Με ρώτησε. Εσύ έπρεπε να ήσουν… σε μια θαλαμηγό ή… σε ένα αεροπλάνο να ταξιδεύεις σε μια χώρα ονειρεμένη. Όχι με όλους αυτούς που δεν ταιριάζεις καθόλου που κοιμούνται και ροχαλίζουν από τις εννιά!
‘’ Με έφερε ο συνοδός μου εδώ’’ του είπα, ‘’Εσύ γιατί είσαι εδώ τώρα; Γιατί άφησες την συνοδό σου κι εσύ όπως ο συνοδός μου εμένα;
‘’ Τη βαρέθηκα. Δε μου αρέσουν τα χαρτιά ούτε και το τάβλι, όμως δεν ξέρω και τι άλλο να κάνω ώσπου να 
‘’Μετά θα ξέρεις;’’ Τον ρώτησα γελώντας.
‘’Θα ξέρω. Αυτό δεν ξεχνιέται’’
‘’Είναι σαν το ποδήλατο ε;’’
‘’ Ναι είναι σαν το ποδήλατο. Όμως δε μου απάντησες γιατί είσαι εδώ; Φαίνεται πεντακάθαρα στο πρόσωπό σου η δυσφορία σου. Φαίνεται πόσο δεν θα ήθελες να ήσουν εδώ.’’
‘’ Δεν μου αρέσουν οι διακοπές’’ του είπα. ΄΄γι’ αυτό είμαι έτσι.’’
‘’Πως είναι δυνατόν να μη σου αρέσουν οι διακοπές; Πρώτη φορά ακούω τόσο τρελό πράγμα στη ζωή μου!’’
‘’ Μπορεί να είμαι και τρελή’’ του είπα. ‘’Όλοι μου το λένε αυτό όταν τους λέω πως δεν μ’ αρέσουν οι διακοπές. Όλοι με λένε τρελή όταν τους λέω πως δεν μπορώ τα πλοία με τους ανθρώπους που κοιμούνται στους διαδρόμους, στους καναπέδες και στα πατώματα, με τα στόματα ανοιχτά. Με πιάνει μεγαλύτερη ναυτία όταν το βλέπω ατό. Τους λέω πως δε μ’ αρέσουν οι ταβέρνες που δεν προλαβαίνουν να πλύνουν ούτε τα ποτήρια τους, οι μύγες που κυκλοφορούν και ο δυνατός ήλιος στις βόλτες. Και τότε με λένε τρελή. Τους λέω πως δεν μπορώ να κλείνομαι σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου τρία επί τρία από το μεσημέρι που πάμε να κοιμηθούμε, μέχρι το βράδυ που θα πέσει ο ήλιος για να βγούμε. Ψυχοπλακώνομαι τόσες ώρες μέσα σε τέσσερις τοίχους, και όταν τους το λέω με λένε τρελή.
Ξέρεις αυτό το ανέκδοτο με τον οδηγό που πήγαινε αντίθετα από τους άλλους και τους έλεγε τρελούς; 
Έτσι αισθάνομαι. Νομίζω σε όσους αρέσουν οι διακοπές είναι αυτοί οι τρελοί και όχι εγώ.’’
‘’Νομίζω πως χρειάζεσαι ψυχίατρο Πάω τώρα κάτω γιατί αν θυμώσει με βλέπω να κάνω μόνος μου ποδήλατο’’ μου είπε ο νέος άντρας γελώντας. Κοντοστάθηκε και με ρώτησε: 
‘’Γιατί δεν διαλέγεις έναν άντρα που να μην του αρέσουν οι διακοπές και να ησυχάσεις;’’
‘’Μάλλον επειδή ξέρει κι αυτός καλό ποδήλατο’’ του είπα.
Ο νέος άντρας έφυγε κι εγώ ακούμπησα πάλι στα κάγκελα του πλοίου.
Το φεγγάρι έφεγγε και έκανε μια γραμμή στη θάλασσα που έφθανε μέχρις εμένα. Πόσοι ποιητές δεν τα έχουν υμνήσει όλα αυτά!
Όμως εγώ δεν θέλω να βλέπω το φεγγάρι από ένα πλοίο που με ζαλίζει. Θέλω να το βλέπω από τα κάγκελα του σπιτιού μου.
Αχ Θεούλη μου μακάρι να ήμουν τώρα ξαπλωμένη στα μυρωδάτα πεντακάθαρα σεντόνια του σπιτιού μου!
Όση προσπάθεια και να κάνω δεν μπορώ να ξεπεράσω την αντιπάθεια μου για τις διακοπές! Μήπως είναι καιρός να πάω σε ψυχίατρο, ή να σταματήσω καλύτερα το ΄΄ποδήλατο΄΄; 
ΤΕΛΟΣ















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου