Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2015

ΕΙΡΗΝΗ ΛΙΒΑΝΟΥ - ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ " ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΛΥΤΕΛΩΝ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΩΝ "




Μέρος πρώτο 
Κεφάλαιο 1 

Η ιστορία της Μάρως που θα σας αφηγηθώ, δεν είναι δα σπουδαία τόσο που θα μπορούσε να αλλάξει και το ρουν του πλανήτη! Ποιος ο λόγος να στενοχωριέται ο πλανήτης μας ή οι κάτοικοι του αν βασανιζόταν η Μάρω και τα παιδιά εξ αιτίας του Φώτη! Έχετε τόσα δικά σας να σκέφτεστε οι άνθρωποι! Άλλωστε δεν το λέει και η παροιμία; 
«Εκατό βουρδουλιές στου αλλουνού τον πισινό λίγες είναι.» 
Ο καθένας για τον εαυτό του παλεύει σ’ αυτήν την έρημη τη γη μας, και όποιος αντέξει. 
Μια συνηθισμένη ιστορία είναι και της Μάρως μου, από αυτές που συμβαίνουν σχεδόν καθημερινά στις γυναικείες ζωές. Συνηθισμένη βέβαια και χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον για όσες από σας δεν έχετε βιώσει μια απιστία από το σύζυγο και έναν χωρισμό, φτου να μη σας βασκάνω κιόλας! Για τις άλλες όμως που ο πονοκέφαλος από τα κέρατα γίνεται δυσβάστακτος,… Αλλά και για μένα που την έζησα από κοντά, μάλλον πονεμένη θα την έλεγα την ιστορία της, αν και η ίδια η Μάρω είναι γυναίκα μαχητική, και δεν τα έχει εύκολα τα δάκρυα. 
*
Δεν ξέρω ποιες από σας, όταν θα προσπαθήσω να σας εξηγήσω τη σχέση μου με τη Μάρω, θα με καταλάβει. Εγώ θα το προσπαθήσω, και,… όσες με καταλάβετε. Οι άλλες που δεν πιστεύετε στο,…μεταφυσικό, απλά διαβάστε την ιστορία της, και είμαι σίγουρος πως σε κάποιες στιγμές θα με νιώσετε κι’ εσείς. 
Λοιπόν, ο κάθε άνθρωπος, έχει κάτι το δικό του. Όμως το καταδικό του! Όπως είμαι εγώ για τη Μάρω! 
Και δε μιλάω βέβαια για παιδιά ή για σύζυγο ή για περιουσία και μερικά άλλα, που ενώ όλα αυτά τα νομίζετε δικά σας, έρχεται κάποια στιγμή που όλα φεύγουν, ακολουθούν το καθένα την τύχη του, και τότε καταλαβαίνετε ότι ποτέ δεν ήταν πραγματικά δικά σας. 
Τα παιδιά φερειπείν, μεγαλώνουν, παντρεύονται, και φεύγουν από το σπίτι να κάνουν τη δική τους οικογένεια. Ο σύζυγος μπορεί κάποια στιγμή να φύγει κι’ αυτός, για κάπου πιο ψηλά από τη γη, ή απλά να σας εγκαταλείψει από βαρεμάρα, ή να τον εγκαταλείψετε εσείς αναζητώντας μια περιπέτεια ανανέωσης. Και η περιουσία,… αυτή κι’ αν κρέμεται από μια κλωστή! 
Μπορεί αναπάντεχα να χαθεί με χίλιους δυο τρόπους όσο έξυπνοι κι’ αν είναι αυτοί που την έχουν. 
Μη σας πω ότι στη διάρκεια της μακραίωνης ζωής μου η πείρα μου δίδαξε πως ειδικά αυτοί, την χάνουν συχνότερα . 
Άνθρωποι έξυπνοι και δραστήριοι, που στην προσπάθεια τους να την αυγατίσουν με κάθε μέσο αυτήν την περιουσία, αντ’ αυτού, την χάνουν και μένουν στον άσσο. Για να καταλάβετε, ο προ-προ αφέντης μου, ο προπάππος της Μάρως μου, που ήταν ένας πανέξυπνος χαρτοπαίχτης, και μαδούσε άνετα τους συμπαίκτες του, την έχασε σε ένα βράδυ για έναν ρήγα. Αν του έβγαινε τότε ο ρήγας καρό αντί της κούπας, θα είχε κερδίσει εκείνος το κτήμα του γείτονα! Φευ, η τύχη του είχε γυρίσει. 
Αλλά ας επανέλθουμε σ’ αυτό το κάτι το δικό σας. Τόσο δικό σας όμως, που δεν θα μπορεί να το διεκδικήσει κανείς, γιατί πρώτα- πρώτα αυτό το κάτι, δεν θα θέλει να γίνει το κάτι κανενός άλλου! Το δικό σας κάτι, θα σας αγαπάει και θα σας παρακολουθεί και θα συμμετέχει στη ζωή σας, ακόμη κι’ αν εσείς δεν του το έχετε ζητήσει. Και το πιο πιθανό είναι, να μην το έχετε αντιληφθεί καν! 
Αυτό το κάτι λοιπόν, απλά είναι το φετίχ το δικό σας. 
Τώρα τι μπορεί να είναι αυτό; Μμμ!... Ας πούμε ένα αντικείμενο. Το αντικείμενο μπορεί να είναι οτιδήποτε μέσα στο σπίτι σας. Ένα βάζο, η μια κουβερτούλα που την αγαπούσατε όταν είσαστε παιδί, ένα εργαλείο, μια κούκλα,… τέλος πάντων οτιδήποτε να βάλετε με το νους σας, μέσα θα πέσετε. 
Άψυχο το νομίζετε όλοι, αλλά κανένα φετίχ δεν είναι άψυχο. Μάλιστα σε ακραίες περιπτώσεις, το φετίχ σας μπορεί να είναι και ένας αληθινός άγγελος, όπως είναι το φετίχ της Μαίρης. Η Μαίρη ήταν μια συμμαθήτρια της Μάρως από την εποχή που πήγαιναν στο μπαλέτο. 
Για να μην τα πολυλογώ, αυτό είμαι κι’ εγώ. Το φετίχ της Μάρως. Και τι είμαι εγώ; Ένα παλιό μπρούτζινο γουδί που η Μάρω με λατρεύει αφού είμαι κληρονομιά από το σόι του πατέρα της που τον λάτρευε κι’ αυτόν.
*
Όταν ακόμη ήμουν φετίχ της γιαγιάς της Μάρως, απ’ την πλευρά του πατέρα της πάντα, η κυρά Μανωλία, έτσι την έλεγαν την συγχωρεμένη, κοπανούσε μέσα στο βαθούλωμα που έχω σαν σωστό γουδί που είμαι, τα καρύδια ή το γαρύφαλλο ή το σκόρδο ή την κανέλα, και τόσα άλλα που χρειάζονταν κοπάνισμα πριν εμφανιστούν τα μπλέντερ. Σ’ εμένα η κυρα- Μανωλία εκμυστηρευόταν όλα τα μυστικά της.
Σε μένα έβγαζε τα εσώψυχα της, όταν ο άντρας της, σαν άντρας κι’ αυτός όπως μου έλεγε, μπερμπάντευε πότε με τη μια, και πότε με την άλλη. Εκείνες τις μέρες που οι εκμυστηρεύσεις της ήταν πολύ στενάχωρες, έβαζε μέσα στο βαθούλωμα μου συνήθως καρύδια. Έτσι! Για να φτιάξει μια πίτα στο άγιο Φανούριο, να της τον φανερώσει τον άχρηστο από κει που κύριος είδε που είχε χαθεί πάλι. Τότε με κοπανούσε με τέτοια λύσσα που αν ήμουν άνθρωπος κι’ εγώ, σίγουρα θα τα είχα τινάξει. Ευτυχώς που δεν ήμουν, και καθόλου δε μ’ ενοχλούσε το κοπάνισμα της κυράς μου αφού έτσι η καημένη ξεσπούσε και ξαλάφρωνε. 
Κοπάνα τα τα καρύδια σου κυρα Μανωλία! Κοπάνα τα όσο πιο δυνατά μπορείς, για να ηρεμήσει λίγο η καρδούλα σου! Της έλεγα. Και μια μέρα που κοπανούσε πάλι καρύδια για μια ακόμη πίτα στον άγιο, κατάλαβα πως η κυρά μου κάτι ένιωσε για μένα! Είχε σταματήσει απότομα να χτυπάει, κι’ αφού έμεινε για λίγο ακίνητη να με κοιτάζει, έκανε κάτι πολύ παράξενο. 
Έσκυψε με πήρε στην αγκαλιά της και έκλαψε με την ψυχή της. Και όταν άρχισε να μου μιλάει και να με χαϊδεύει ένιωσα κι’ εγώ σαν εσάς τους ανθρώπους. 
Αχ γουδάκι μου! Μόνο εσύ με καταλαβαίνεις! Μου είπε με αναφιλητά, κι εγώ κατάλαβα πως πια για την κυρία Μανωλία, δεν ήμουν μοναχά ένα καλογυαλισμένο γουδί, αλλά ένα γουδί με ψυχή. 
Αυτή ήταν η πιο σημαντική μέρα της ζωής μου. Είχα γίνει και επίσημα το φετίχ της οικογένειας που τόσο αγαπούσα. 
Της γιαγιάς της Μάρως, του παππού της, του πατέρα της, και αργότερα, πολύ αργότερα όταν η Μάρω παντρεύτηκε και με πήρε στο σπίτι το δικό της, έγινα και φετίχ της Μάρως, και την αγάπησα κι’ αυτήν πιο πολύ κι’ απ’ τη γιαγιά της τη Μανωλία μπορώ να πω έτσι καλόκαρδη και γλυκιά που ήταν! 
Όταν λοιπόν ο Φώτης ο άντρας της Μάρως την παράτησε, τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στην εγκαταλελειμμένη οικογένεια της βουνό!!!
Βλέπεις η μικρή αλλοδαπή τον έσερνε από τη μύτη το Φώτη κι’ αυτός δε μπορούσε ούτε παιδιά να σκεφθεί , ούτε και Μάρω. Αρσενικοί! Τι να πεις;
Και τι κάνετε οι άνθρωποι όταν έχετε προβλήματα; Δεν αρπάζεστε από την κατάλληλη στιγμή να τα λύνετε και έτσι να φεύγουν από το κεφάλι σας; Έτσι και η Μάρω μου. 
Ο τρόπος που έλυσε το δικό της πρόβλημα η κοπέλα μου, που κυρίως ήταν οικονομικό, έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Ούτε στη γιαγιά της τη Μανωλία είχα δει αυτήν την δυναμική που έβγαλε εκείνη τη μέρα η Μάρω, ούτε και στη μάνα της τη στριμμένη, που όταν πέθανε η καλή μου η κυρά Μανωλία με κληρονόμησε αυτή, και που μεταξύ μας, τη μάνα της Μάρως δεν την χώνεψα ποτέ. Και όχι μόνο επειδή αυτή δεν ήταν απ’ το σόι το δικό μας!… Αυτό θα μπορούσα και να το παραβλέψω. Αλλά είναι που αυτή η γυναίκα δεν είχε καμιά ευαισθησία. Είτε ήμουν εκεί, είτε δεν ήμουν ένα και το αυτό. Δεν ήταν το άτομο που θα μπορούσε να επικοινωνήσει με ένα φετίχ. Με χτυπούσε αδιάφορα, με έπλενε και με έβαζε στην άκρη χωρίς μιλιά. Άσε αργότερα όταν η φαντασμένη αγόρασε το μπλέντερ! Με πέταξε στο ράφι και ούτε που με ξανακοίταξε. Ο πατέρας της Μάρως μόνο καμιά φορά με έπαιρνε με αληθινή αγάπη στα χέρια του και με γυάλιζε, με την αλοιφή, τρίβοντας με μ’ ένα μαλακό πανάκι μέχρι που με έκανε και λαμποκοπούσα! Ο καλός μου ο κυρ- Αλέκος όλη αυτή την ώρα που με γυάλιζε, σκούπιζε κρυφά κάποιο δάκρυ, να μην τον δει η γυναίκα του η στριμμένη και καταλάβει ότι εκείνες τις στιγμές που με κρατούσε, ήταν σαν να κρατούσε τη μάνα του ο άνθρωπος. 
Κρυφά τα σκούπιζε λοιπόν τα δάκρυα, γιατί ήξερε ο καλός μου πως αν τον έβλεπε η στριμμένη, θα τον άρχιζε στον εξάψαλμο για την κυρία Μανωλία την που αν και πεθαμένη πια, δεν είχε σταματήσει να τ’ ακούει τα σχολιανά της από τη νύφη της. 
*
Όλο ξεχνιέμαι όταν μιλάω για το αγαπημένο σόι της Μάρως, πάντα απ’ την πλευρά του πατέρα της. 
Σας έλεγα λοιπόν για τα οικονομικά της Μάρως και την δυναμική που τα έλυσε. 
Θα το δείτε κι’ εσείς όπως το είδα κι’ εγώ απ’ το ράφι μου, όταν φθάσει η ιστορία σε κείνη τη μέρα που ο κύριος Διονύσης Στεργίου αναγκάστηκε να της δώσει μια επιταγή με πολλά μηδενικά. 
Όμως όταν θα σας διηγηθώ το τι έγινε εκείνη τη μέρα, πριν την κρίνετε τη Μάρω, και για το πώς κατάφερε να του την πάρει αυτήν την επιταγή, θέλω πρώτα να καθίσετε να σκεφτείτε πολύ σοβαρά τι θα κάνατε εσείς στη θέση της! 
Όλες και όλοι ξέρετε πως για να βρείτε το δίκιο σας σε μια δίκη, περνάει πολύς καιρός. Καμιά φορά και χρόνια. Κι’ αυτό,… αν θα το βρείτε κιόλας! Και πως θα το δει και ο δικαστής αυτό το δίκιο σαν αρσενικός κι’ αυτός,… και- και- και… 
Και η Μάρω τα ήξερε αυτά, κι’ ας μην ήξερε τα πολλά τα γράμματα. Μια φτωχή απλή νοικοκυρά ήταν η κοπέλα μου, που μεγάλωνε μόνη της δυο παιδιά κάτω από τα αλαζονικά βλέμματα των νεόπλουτων της πολυτελούς πολυκατοικίας, που κάποτε πριν γίνει πολυκατοικία, ήταν σπίτι δικό της. Ήταν το σπίτι που με την αύρα του της ζέσταινε την ψυχή της, και την έκανε να αισθάνεται αρχόντισσα, κι’ ας μην είχε εκείνο το σπίτι τις πολυτέλειες τις τωρινές. 
Αλλά βλέπεις, ο Φώτης σκατά στον τάφο του καλά το λέει η Μάρω, το έδωσε το σπιτάκι τους αντιπαροχή, και… 
Ήταν η εποχή που η Μάρω δεχόταν τα χτυπήματα στη ζωή της, το ένα πίσω απ’ το άλλο. Όλη αυτή η ιστορία με το Φώτη και την απιστία του, και μετά η αντιπαροχή, μια εποχή που θα έλεγα πως ήταν και τυχερή που δεν τρελάθηκε να μείνουν και τα παιδιά στο δρόμο! 
Έτσι, απηυδισμένη κι’ αυτή από όλους κι’ απ’ όλα, αποφάσισε να τον δικάσει και να τον καταδικάσει τον Στεργίου μόνη της. 
Μέσα σε μισή ώρα από το συμβάν που έγινε μέσα στο ίδιο της το σπίτι, του απήγγειλε κατηγορία κι’ αυτός που στην αρχή την άκουγε αγέρωχος και περιφρονητικός, όταν είδε τα σκούρα τι να έκανε; 
Δεκατέσσερα λεπτά της πήρε της κυράς μου μέχρι να τον εξαναγκάσει να βγάλει το μπλοκ και να υπογράψει την επιταγή. Δεκατέσσερα λεπτά που έκαναν την καρδιά του Στεργίου αλλά και τη δική της, να χτυπάνε σαν τούμπανο! Όλα τα είδα εκείνη τη μέρα από το ράφι μου και το καταφχαριστήθηκα. Όχι που θα μας τη γλύτωνε άλλος ένας ξαναμμένος αρσενικός! 
Όμως για να κατανοήσετε καλύτερα την ιστορία της ζωής της Μάρως μου και όχι μόνο για ότι έκανε σ’ αυτόν τον σάτυρο το Στεργίου, αλλά και γενικά για τις σχέσεις της με τους συγκατοίκους της πολυτελούς πολυκατοικίας, που πριν ήταν το ταπεινό λατρεμένο σπιτάκι της, θα ήταν καλύτερα να τα πάρουμε όλα απ’ την αρχή. Κι’ αν ζητήσετε τη γνώμη μου για όλα όσα έτυχαν στη Μάρω μου, αυτή που έφταιξε περισσότερο ήταν η μάνα της. 
Βασανίστηκε η κυρία Μανωλία εξ’ αιτίας της στριμμένης, βασανίστηκε και η Μάρω αφού τα κατάφερε η αθεόφοβη να το παντρέψει μικρό –μικρό το κορίτσι της για να έχει το κεφάλι της ήσυχο. Μυαλό κουκούτσι αυτή η γυναίκα! απ’ την αρχή δεν το είπα; 
*
Η Μάρω μου όταν γεννήθηκε ήταν ένα όμορφο κοκκινομάλλικο μωρό, που όλοι το λάτρευαν. Τι ασημόχρηση αύρα που είχε αυτό το παιδί! Έλαμπε η γλυκούλα μου. Και πώς να μη λάμπει αφού η ασημόχρυση αύρα, όλοι το ξέρουν είναι χρώμα εξαιρετικό! Μακάρι να μην άλλαζε ποτέ! 
Την κοιτούσα από το ράφι της κουζίνας που με είχε η μάνα της πεταμένο και ξεχασμένο εκεί, και δεν το χόρταινα το μωρό μας έτσι όμορφο και παιχνιδιάρικο που ήταν. Και μπορεί να μη με πιστέψετε, αλλά με κοιτούσε κι’ αυτό. Και μου χαμογελούσε και μου έκανε χίλια δυο κόλπα με τα χεράκια του και τα ματάκια του! Άλλωστε όλος ο κόσμος των φετίχ ξέρει πως τα μωρά καταλαβαίνουν την αγάπη που τους έχουν τα φετίχ τους. 
Και τα χρόνια περνούσαν και η Μάρω που όταν ήταν μικρή της άρεσαν πολύ οι καραμέλες και τα παιχνίδια, μετά απ’ τα δώδεκα, της άρεσαν πολύ τα αγόρια και καθόλου το σχολείο. Αυτός ήταν και ο λόγος που η μάνα της προβληματισμένη από την συμπεριφορά της κόρης της έβαλε σκοπό να την παντρέψει μικρή. Λες κι’ εκείνη όταν ήταν δώδεκα δεν τα σκεφτόταν τ’ αγόρια! Τέλος πάντων έτσι το σκέφτηκε. Αφού στην κόρη της δεν άρεσε το σχολείο, δεν έμενε τίποτ’ άλλο κατά τη γνώμη της παρά μόνον ο γάμος.
Κι, έτσι, σιγά- σιγά η Μάρω πέρασε την εφηβεία της και έγινε μια κοπέλα σαν τα κρύα τα νερά, που όλα τ’ αγόρια στη γειτονιά ήταν ξετρελαμένα με τα κόκκινα μαλλιά της και τα μάτια της τα γαλαζοπράσινα!
Ήταν δεν ήταν δεκαεπτά, ακόμη στο λύκειο πήγαινε, όταν την πρωτοείδε ο Φώτης και ξετρελάθηκε. 
Μέρες και νύχτες έμενε άγρυπνος να την σκέφτεται τη μικρή Μάρω που ούτε την ύπαρξη του δεν είχε αντιληφθεί ακόμη το κορίτσι μας, ώσπου μια μέρα αποφάσισε να τη ζητήσει από τη μάνα της, και της είπε πως θα την έπαιρνε και χωρίς βρακί που λέει κι ο λόγος, φθάνει να του την έδινε. 
Ο Φώτης εκείνη την εποχή ήταν τριάντα-οκτώ και πετυχημένος επαγγελματικά με μαγαζί δικό του που πουλούσε ανταλλακτικά αυτοκινήτων. 
Η μάνα της άρπαξε την ευκαιρία, και είπε αμέσως το ναι. Όχι που θα την άφηνε να πάει χαμένη σε τόση φτώχεια και ανέχεια που ζούσαν. 
Και η Μάρω μου; Ε άλλο που δεν ήθελε κι’ αυτή. Ο Φώτης ήταν όμορφος και ψηλός, και θα τη ζήλευε κάθε κορίτσι. Και πάνω απ’ όλα σκέφτηκε η καλή μου πως θα γλύτωνε και μιάμιση τάξη απ’ το λύκειο που τόσο το βαριόταν. 
Κρίμα! Ο καλός μου ο κυρ- Αλέκος που θα μπορούσε να πει δυο λογικές κουβέντες είχε πεθάνει δυο- τρία χρόνια πριν, και κουμάντο σε όλα τώρα έκανε η στριμμένη. 
*
Το μόνο που πήρε η Μάρω απ’ το σπίτι όταν παντρεύτηκε το Φώτη, εκτός απ’ το βρακί της και κάτι σεντόνια κεντημένα από τη μάνα της σαν προίκα, για να μη έχει να λέει κι’ ο κόσμος, ήμουν εγώ. Να δεις με τη χαρά με ξεφορτώθηκε η στριμμένη! Το κορίτσι μας με καταγυάλισε με την αλοιφή, δακρύζοντας κι’ αυτή που θυμόταν τον πατέρα της τον αγαπημένο που δεν θα την έβλεπε νυφούλα, με έβαλε σε ένα κουτί και με πήρε στο καινούριο της το σπίτι. Εγώ που απ’ τη μια ήμουν γεμάτος στενοχώρια που το κορίτσι μας θα παντρευόταν χωρίς να μάθει πέντε γράμματα, όπως ήταν το όνειρο του αφέντη μου του κυρ- Αλέκου, απ’ την άλλη ήμουν για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια ευτυχισμένο που πια είχα γίνει φετίχ της Μάρως μου που τη λάτρευα, κι’ εκείνη με αγαπούσε πολύ γιατί βλέπεις ήμουν σόι απ’ την πλευρά του πατέρα της.
Έτσι, όπως και τότε με την κυρία Μανωλία τη γιαγιά της, ξαναέγινα φετίχ της οικογένειας, με όλες μου τις τιμές! Τώρα πια, πάντα καταγυαλισμένο τακτοποιημένο στο ράφι μου, ζούσα τη ζωή της αγαπημένης μου Μάρως, και όποτε μπορούσα, την προστάτευα κιόλας. 
*
Ο Φώτης που ήταν άνθρωπος με τάξη στα οικονομικά του και είχε ένα γερό κομπόδεμα, αμέσως μετά το γάμο άρπαξε την ευκαιρία και αγόρασε κοψοχρονιά από κάποιους κληρονόμους που είχαν ανάγκη από μετρητά, μια παλιά μονοκατοικία στα νότια προάστια, κοντά στη θάλασσα. 
Σ’ αυτήν την μονοκατοικία η Μάρω γέννησε πρώτα την Αλέκα, ένα ήσυχο στρουμπουλό κοριτσάκι, - ήταν δεν ήταν δεκαοκτώ η Μάρω όταν ήρθε στον κόσμο η κόρη της,- και μετά τον σκανταλιάρη Μάνο. Τόσο ήταν σκανταλιάρης ο μικρός μας, που μια φορά, ήταν δεν ήταν έξι το μανάρι μου, ανέβηκε στο ράφι μου, και άρχισε κι’ αυτός να με γυαλίζει με ένα πανάκι όπως έβλεπε να κάνει η μάνα του. Μόνο που του ήρθε η φαεινή ιδέα να με κατεβάσει στο πάτωμα για να παίξουμε όπως μου είπε, αλλά μια σταλιά μπόμπιρας πώς να το κατάφερνε αυτό; Το αποτέλεσμα ήταν να κουτρουβαλιαστούμε και οι δυο, από το ράφι και να βρεθούμε με δυνατό θόρυβο στο πάτωμα! 
Η Μάρω έτρεξε μέσα αλαφιασμένη και βλέποντας το Μάνο στο πάτωμα με το αίμα να τρέχει απ’ τη μυτούλα του, παραλίγο να λιγοθυμήσει. 
«Το γουδί έφταιγε μαμά!» της είπε ο παμπόνηρος ο πιτσιρίκος μας και την έκανε να σκάσει στα γέλια. 
«Βρε το γουδί είναι η ψυχούλα του παππού σου και σ’ αγαπάει! Εσύ έφταιξες που δεν κάθεσαι ένα λεπτό ήσυχος!» 
Του είπε η μάνα του βάζοντας του ένα μπαμπακάκι στη μύτη να σταματήσει το αίμα. 
«Ήταν η πρώτη φορά που άκουσα από το στόμα της Μάρως μου ότι με θεωρούσε ψυχή του πατέρα της, και κόντεψα να λιγοθυμήσω κι’ εγώ απ’ την συγκίνηση. Μέχρις εκείνη τη μέρα δεν ήξερα ότι η κοπέλα μου σκεπτόταν έτσι για μένα! 
Ωραία ήταν εκείνα τα χρόνια! Πόση αγάπη χωρούσε αυτή η καρδιά της Μάρως για όλους μας! Και πόσο ακούραστα φρόντιζε την οικογένεια της! Είχε τον άντρα της και τα παιδιά της χορτάτους με νόστιμο ζεστό φαγητό πάντα στην ώρα του, και τα ρούχα τους αλλά και το σπίτι, άστραφταν και μοσχοβολούσαν από καθαριότητα! Αλλά και μένα!... Το πρόσωπό σου μπορούσες να δεις στον μπρούτζο μου απ’ το γυάλισμα που μου έκανε! Ευλογημένη από το Θεό με υγεία ομορφιά και δύναμη η κοπέλα μου, ίδια η γιαγιά της η Μανωλία κι’ αυτή!
Κι’ εγώ, τους έβλεπα απ’ το ράφι μου και τους χαιρόμουν! 
*
Και ο καιρός περνούσε, Και η Μάρω καμάρωνε για τα παιδιά της που μεγάλωναν παίζοντας αμέριμνα στον κήπο μας, και ο Φώτης εξακολουθούσε να την αγαπάει πολύ, κι’ εκείνη έκανε ότι μπορούσε να τον έχει ευχαριστημένο και ξεκούραστο έτσι που κουραζόταν για να τους φέρνει στο σπίτι ότι τραβούσε η καρδούλα τους.
Μπορεί και να είχε δίκιο τότε που ήθελε να την παντρέψει η στριμμένη, και το άδικο να το είχα εγώ. Πράγματι η Μάρω μπορεί να ήταν φτιαγμένη για γάμο και οικογένεια και παιδιά, έτσι καλή σύζυγος και καλή νοικοκυρά που ήταν! Τι να πω; Κι’ εμείς τα φετίχ δεν είμαστε αλάνθαστα! 
*
Και η ζωή τους κυλούσε ήσυχα, με τα πάνω της και τα κάτω της, όπως σε όλα τα ζευγάρια του κόσμου,… Ώσπου,… ένα πρωί κάτι συνέβη στο Φώτη που τον άφησε κατάπληκτο στην αρχή, αφού δεν του είχε ξανασυμβεί, και που στην συνέχεια κόντεψε να τον τρελάνει. 
Τώρα για να σας πω τη γνώμη τη δική μου μια και στη ζωή μου πέρασα από τόσα αρσενικά αφεντικά, αυτό ήταν κάτι που έπρεπε να το περιμένει στην ηλικία του. Τι έκανε έτσι πια! Εμένα μάλλον φυσικό μου φάνηκε, και ούτε που κατάλαβα γιατί το μεγαλοποιούσε τόσο τ’ αφεντικό! Λίγο πιο νωρίς λίγο πιο αργά, κάποια στιγμή έρχεται κι’ αυτό, και έπρεπε να ήταν προετοιμασμένος. 
Μόνο που ο Φώτης θεώρησε ότι ήταν ακόμη πολύ νωρίς, και στην απελπισία του απάνω, αυτό που έκανε, έμελλε να αλλάξει τη ζωή της Μάρως για πάντα! Να διαλυθεί η οικογένεια, να διαλυθεί το σπίτι μας, … Άσε! Τι να πρωτοπώ. 
Αλλά ας τα πούμε καλύτερα ένα-ένα. 
*
Εκείνο το πρωί λοιπόν ο Φώτης ξύπνησε νιώθοντας να τον τυλίγει ένα περίεργο συναίσθημα. Σωματικό να το πει κανείς, πνευματικό να το πει, δεν ήταν δα και γιατρός για να το εξηγήσει,… τα έχασε ο άνθρωπος μ’ αυτό που ένιωθε. Έπιασε το κεφάλι του μήπως και είχε πυρετό παρ’ όλο που ούτε ζεστός ένιωθε, ούτε και κρύος. Κάτι σαν να μην ήταν ίδιο όπως όλα τα πρωινά που νιώθοντας τον πισινό της Μάρως κολλημένο επάνω του ξυπνούσε, και μαζί του ξυπνούσε και ο… άλλος ο μικρός που ήταν χωμένος μέσα στα σκέλια του κάτω από τα σκεπάσματα. Μη σας πω πως ο μικρός τις περισσότερες φορές ξυπνούσε και πρώτος! Αλλά σήμερα! Τι ήταν αυτό σήμερα!… 
Πανικόβλητος έβαλε το χέρι του κάτω από τα σκεπάσματα. Δυστυχία του!!! 
Ο μικρός που όλες τις φορές που ο Φώτης τον πασπάτευε ήταν ζωηρός και δεν χωρούσε καλά- καλά στη χούφτα του, έτσι άντρακλας που ήταν τ’ αφεντικό, τώρα έμενε ακίνητος και μαλακός, πιάνοντας μια σταλιά τόπο! Αδιάφορος σαν κοιμισμένο ποντίκι, έκανε το Φώτη να τον κρατάει άναυδος. 
Πρώτη φορά που του συνέβαινε κάτι τέτοιο και μάλιστα πρωινιάτικα! 
Ούτε πενήντα- τέσσερα δεν είμαι γαμώτο! Τι είναι αυτό; αναρωτήθηκε. 
Έμεινε στην ίδια θέση να σκέπτεται να σκέπτεται,… 
Αυτό είναι! έβγαλε στο τέλος διάγνωση. Γι’ αυτό που έπαθε έφταιγε η Μάρω! Τίποτ’ άλλο, και κανένας άλλος! Είχαν ξεπεράσει τα δεκαπέντε χρόνια παντρεμένοι! Τι περίμενε; 
«Τον κακό σου τον καιρό βλάκα! Που θέλεις να βγάλεις φταίχτρα την κυρά μου, μια κοπέλα σαν τα κρύα τα νερά!» του φώναξα θυμωμένος απ’ το ράφι μου. Αλλά αυτός που να μ’ ακούσει; Γιατί μη νομίζετε, καμιά φορά με άκουγαν κιόλας όταν τους συμβούλευα, κι’ ας μην καταλάβαιναν ότι τη συμβουλή τούς την είχα δώσει εγώ. 
Αλλά εκείνο το πρωί!… Πω- πω μεγάλο μου Φετίχ! Με τέτοια τρέλα που τον είχε πιάσει με το ποντίκι κοιμισμένο εκεί κάτω, που δεν έλεγε να ξυπνήσει κι’ αυτό για να βρούμε όλοι την ησυχία μας, δεν άκουγε τίποτα! 
Σκεφτόταν πως κάτι έπρεπε να κάνει να το ξυπνήσει αλλιώς καλύτερα να έβαζε μια πέτρα στο λαιμό του και να πήγαινε να πέσει στη θάλασσα. Τέτοια απελπισία! Τίποτα πια δεν είχε σημασία γι’ αυτόν, και ούτε που κάθισε να το αναλύσει περισσότερο. Έφταιγε η Μάρω τελεία και παύλα! 
Το μόνο που επέτρεψε στον εαυτό του, ήταν να δώσει μερικές μέρες αναβολή στην ανύποπτη Μάρω να δει που θα πήγαινε το πράγμα. Φευ! Η κατάσταση δεν άλλαζε, κι έτσι ένα πρωί, πήρε κι αυτός το καπελάκι του και πήγε να βρει τη γιατρειά του σε κείνη τη μικρή αλλοδαπή που δεν ήταν ούτε είκοσι, και που τώρα τελευταία την είχε πάρει ο συνεταίρος του στο μαγαζί για να τους βοηθάει. Η μικρή από την πρώτη μέρα που βρέθηκε στη δουλειά, είχε αρχίσει τα γελάκια και τα κουνήματα στο Φώτη, μιας κι αυτός της είχε φανεί απ’ την αρχή πιο ανοιχτοχέρης από τον άλλον τον τσιφούτη που οι τσέπες του είχαν καβούρια. 
Ο Φώτης αφού πρώτα γέμισε τη μικρή με δώρα, στη συνέχεια νοίκιασε ένα σπίτι την έβαλε να καθίσει εκεί, και τη Μάρω την εγκατέλειψε. Έτσι! Τόσο απλά! 
Η καημένη η Μάρω δεν ήξερε τι να υποθέσει πια, αφού ούτε και στο τηλέφωνο της απαντούσε ο Φώτης. Και στο μαγαζί που πήγε μερικές φορές, τέλος πάντων κάτι να πούνε, κάτι να μάθει η γλυκιά μου τι τον έπιασε έτσι ξαφνικά και τους εγκατέλειψε στα καλά καθούμενα ολόκληρη οικογένεια να μην ξέρουν τι να κάνουν, εκείνος της κρυβόταν. Έφευγε από την πίσω πόρτα και μην τον είδατε. Και μια μέρα, είχαν περάσει καναδυό μήνες που είχε φύγει απ’ το σπίτι, της έστειλε ένα μήνυμα στο κινητό. 
«Μάρω καλή μου, ότι ήταν να κάνουμε εμείς σ’ αυτή τη ζωή το κάναμε. Να με συγχωρείς. 
Η Μάρω έμεινε σκεφτική διαβάζοντας το ακαταλαβίστικο μήνυμα. Στο τέλος έδωσε τη δική της ερμηνεία. 
Για να πούμε και του στραβού το δίκιο, είπε μέσα της, κι’ εκείνη δεν ένιωθε πια μαζί του όπως τα πρώτα χρόνια, και σίγουρα το σεξ μαζί του δεν θα της έλλειπε. Όμως ένιωθε άλλα πράγματα γι’ αυτόν, έτσι προστατευτικός που ήταν με την οικογένεια και τα παιδιά! Και μαζί της ήταν τόσο καλός! Και με τ’ αστειάκια του, και με τα χέρια της πάντα γεμάτα λεφτά να αγοράζει για το σπίτι όλα τα καλά του Θεού. Ότι τραβούσε η καρδιά της οικογένειας του, όχι δεν έλεγε ο Φώτης. Και το ψυγείο του σπιτιού το είχε πάντα γεμάτο με ότι τραβούσε η όρεξη τους, κι’ αυτό τους έλειψε από τις πρώτες μέρες! Κρίμα! Ήταν μεγάλο κρίμα να την αφήσει. Εκείνη στο κάτω- κάτω ποτέ δεν του είχε δείξει πόσο είχε βαρεθεί να βλέπει τα μπράτσα του που είχαν κρεμάσει, ούτε και πως σιχαινόταν την ανάσα του που μύριζε συνέχεια σκόρδο! Τον κατανοούσε όταν της έλεγε ότι το σκόρδο κατεβάζει την πίεση. 
Δε βαριέσαι! Πόσο θα του πάρει η τρέλα του με την αλλοδαπή; είπε μια μέρα αποφασισμένη να κάνει υπομονή και να τον περιμένει να γυρίσει. Αυτά είναι προσωρινά στους άντρες. Έτσι δεν έλεγε η γιαγιά της η Μανωλία όποτε την κεράτωνε ο άντρας της κι’ αυτήν; Όταν αποθυμήσει τα παιδιά και τα ντολμαδάκια μου και τις πίτες μου, τι θα κάνει; Θα τα μαζέψει και θα έρθει στο σπίτι με την ουρά στα σκέλια, όπως έκανε και ο παππούς. 
Και άρχισε και η Μάρω το βιολί της γιαγιάς της τής Μανωλίας. 
Με κατέβασε κι’ εκείνη από το ράφι, και κλαίγοντας άρχισε να χτυπάει στο βαθούλωμα μου τα καρύδια για τη φανουρόπιτα. 
Κι εγώ έπιασα το παλιό βιολί μου. 
Χτύπα τα τα καρύδια για τη φανουρόπιτα Μάρω μου! Χτύπα τα δυνατά κορίτσι μου να ξαλαφρώσει η καρδούλα σου! Που θα πάει; Θα γυρίσει κι’ αυτός στο σπίτι του και στα παιδιά του. Τσάμπα νομίζεις πως τις έφτιαχνε τις Φανουρόπιτες η γιαγιά σου; 
Όμως με τον άντρα της Μάρως το κόλπο με τη φανουρόπιτα δεν έπιασε. Η Μάρω, δεν τον ξαναείδε το Φώτη, ούτε ζωντανό, αλλά ούτε και πεθαμένο, αφού στην κηδεία του, κανείς δεν έκανε τον κόπο να σηκώσει το σκέπασμα της κάσας του και να δούνε τα μούτρα του. 
«Σιγά μη χάσουμε το θέαμα!» είπε η αδελφή της στριμμένης περιφρονητικά. Η στριμμένη είχε συγχωρεθεί ένα δυο μήνες πριν από το Φώτη, και αντικαταστάτη στις κακίες είχε αφήσει την αδελφή της. 
Πάντως ήταν η πρώτη φορά που συμφώνησα με το σόι απ’ τη μεριά της μάνας της Μάρως. 
Αλλά ας πάμε λίγο πιο πίσω από κείνο το τροχαίο που πήρε το Φώτη απ’ τη ζωή κι’ απ’ τα παιδιά κι’ από τη Μάρω, για τα καλά αυτή τη φορά.
Αφού πέρασαν μερικοί μήνες που ο Φώτης πεισματικά σπιτωμένος με τη μικρή αλλοδαπή καλοπερνούσε και γυρισμό δεν είχε, η Μάρω είχε αρχίσει να ανησυχεί στα σοβαρά πια. 
Και μια πρώτη του μηνός που πήγε στο συνεταίρο να πάρει μερικά λεφτά, κάτι ψίχουλα που άφηνε ό Φώτης να της δίνει κάθε μήνα αφού απ’ την φαγάνα την αλλοδαπή ίσα- ίσα που περίσσευαν κι’ αυτά, ο άνθρωπος καταστεναχωρεμένος της μετέφερε το μήνυμα πως ο άντρας της την είχε εγκαταλείψει μόνιμα, και να μην τον περιμένει άδικα. 
«Έτσι σου είπε Σωτήρη;» 
Έτσι μου είπε βρε Μάρω». 
Η κοπέλα μου πόνεσε σαν να είχε δεχθεί αληθινό χαστούκι. 
Στο γυρισμό, παραπατούσε από τις έγνοιες. 
Τι θα έκανε Χριστέ μου χωρίς τον προστάτη τους; Τι θα έλεγε πάλι στα παιδιά; Και τι δουλειά να έψαχνε να κάνει που δεν είχε προλάβει ούτε τη Δευτέρα λυκείου να τελειώσει όταν παντρεύτηκε; Νάτα- νάτα τώρα που τα έλεγα εγώ και ο κυρ- Αλέκος της στριμμένης. Άφησε το παιδί της αμόρφωτο η άσχετη να μην ξέρει τώρα που είχε ανάγκη, που στην ευχή να δουλέψει να ζήσει αυτή και τα παιδιά. Αν τουλάχιστον την είχε κάνει λογίστρια όπως τόσες φορές της το έλεγε της στριμμένης ο κυρ- Αλέκος, όλο και σε κάποιο γραφείο θα χωνόταν και μάλιστα θα ήταν δουλειά αξιοπρεπής. Με το γραφείο της, με τα βαμμένα της τα νύχια, με τη γόβα, κάθε μέρα κούκλα θα ήταν. Μπορεί… που ξέρεις να την έβλεπε στο δρόμο καμιά φορά ο άχρηστος και να γύριζε πίσω μετανιωμένος που άφησε μια τέτοια γυναίκα για κείνο το σκατό την αλλοδαπή. 
Αλλά μήπως άκουγε και τίποτα η στριμμένη; Ακόμη κι’ απ’ το μπαλέτο την πήρε όταν είδε το διευθυντή να την τρώει με τα μάτια του. Έτσι μας είπε αν κι’ εγώ δεν την πίστεψα. 
Αν την άφηνε τουλάχιστον να τελειώσει το μπαλέτο! Θα μπορούσε να πάει σε μια σχολή χορού και να διδάξει. Ή, θα μπορούσε να νοικιάσει ένα δυαράκι, και να ανοίξει μια δική της σχολή. Λίγες το κάνουνε αυτό; Μια χαρά ζούσε απ’ αυτήν την δουλειά η φιλενάδα της η Μαίρη, η συμμαθήτρια της απ’ το μπαλέτο που σας έλεγα, που ούτε κατά διάνοια είχε το ταλέντο του κοριτσιού μας. 
Ουφ! Αναστατώνομαι και μόνο που τα σκέπτομαι! Έτσι μου έρχεται να πέσω απ’ το ράφι μου να σκοτωθώ απ’ την σύγχυση. Και μη νομίζετε πως δε μπορώ να το κάνω! Από τότε που η κυρα Μανωλία με έχρισε και επίσημα φετίχ, απέκτησα κάποια χαρίσματα πολύ χρήσιμα για ένα φετίχ που θέλει να προστατεύει τους αγαπημένους του. Ας πούμε μπορώ να μετακινηθώ λίγο αν είναι μεγάλη ανάγκη. Ή, να προβλέπω μερικά πράγματα. Αμ το άλλο πάλι, που μπορώ και μπαίνω στη σκέψη τους; Αλλά και που μπαίνω τι να το κάνω; Αφού δε μπορώ να μιλήσω να το πω κάπου τέλος πάντων να πιάσει τόπο, μου είναι τελείως άχρηστο. Όπως εκείνο το πρωί που ξύπνησε ο Φώτης με τον… μικρό στην χούφτα του, μισό απ’ ότι τον ήξερε. Αν μπορούσα τότε να πω στη Μάρω τι του συνέβαινε, κάτι μπορεί να είχε σωθεί. Όμως πως; Ένα γουδί είμαι μόνο, που κάποιος από κει πάνω με έκανε φετίχ. Δεν είμαι και άγγελος για να τα καταφέρνω όλα! Αλλά βλέπεις δεν έχουμε όλοι τα μέσα! Εμένα ο μπαμπάς μου γουδιά έφτιαχνε, γουδί μ’ έκανε. Δεν ήταν και παπάς όπως ήταν ο μπαμπάς εκείνου του όμορφου Άγγελου που είχε για φετίχ της η Μαίρη! Αλλά κι’ αυτός μην νομίζεται ότι έκανε και τίποτα σπουδαίο που ήταν άγγελος! Τα πράγματα στη ζωή της Μαίρης μετά που άνοιξε τη σχολή πήγαιναν ρολόι, κι’ αυτός όλο αραγμένος στην τηλεόραση ήταν. 
Αλλά καλύτερα ας αφήσω τη γκρίνια να μη σας ζαλίζω κι’ εσάς με τα δικά μου! 
Και ο καιρός περνούσε, κι’ ώσπου να σκεφτεί πως θα έστρωνε την καινούρια της ζωή η Μάρω, της ήρθε κι’ άλλο χαστούκι, αυτό πιο δυνατό από το προηγούμενο.
Ο Φώτης έδωσε την όμορφη μονοκατοικία αντιπαροχή και η Μάρω με τα παιδιά αναγκάστηκε να φύγει από κει. Άφησε το αγαπημένο σπιτάκι που εκεί μέσα είχε γεννήσει τα παιδιά της, άφησε και τον κήπο της που απ’ αυτόν τρώγανε όλοι ένα σωρό νόστιμα πράγματα, μαρούλια, κρεμμυδάκια, φρούτα, και φύγανε. Η μικρή μονοκατοικία που στο κήπο της τρέχανε τα παιδιά, ο σκύλος και η γάτα, εκεί που τραγουδούσαν τα καναρίνια στα κλουβιά τους γκρεμίστηκε, και στη θέση της σηκώθηκε μια υπερπολυτελής πολυκατοικία με πισίνα. 
Οι τρεις τους πήγαν να μείνουν προσωρινά σ’ ένα μικρό διαμέρισμα που δεν τους χωρούσε καλά-καλά, περιμένοντας να τελειώσει η πολυκατοικία και να εγκατασταθούν εκεί. 
Έτσι τουλάχιστον ήθελε να πιστεύει η Μάρω, αφού απ’ το Φώτη δεν είχε κανένα νέο και δεν ήξερε τι σκέφτεται γι’ αυτό ο άντρας της. Από τότε που έφυγε απ’ το σπίτι, δυο χρόνια και βάλε ήταν πια, δεν της έχει κάνει ούτε ένα τηλεφώνημα ο άχρηστος! 
Ο αδελφός της μάνας της, που ήταν πάντα και ο συμβουλάτορας της οικογένειας σαν μορφωμένος αυτός,… Μμμ! Μορφωμένος! Ήταν ο μόνος από το σόι που είχε τελειώσει το γυμνάσιο, και δούλευε κλητήρας σε ένα δικηγορικό γραφείο. Αυτή ήταν όλη κι’ όλη η μόρφωση του! 
Και από έπαρση ο θείος,… Άσε! Να γελάς με την ψυχή σου! Αυτό το σόι απ’ την πλευρά της μάνας της ποτέ μου δεν το χώνεψα. 
Όταν έμαθε λοιπόν απ’ τη στριμμένη ο θείος για την αντιπαροχή, την είχε συμβουλεύσει τη Μάρω να κάνει στο Φώτη ασφαλιστικά μέτρα ώστε να μη μπορεί να πουλήσει τα διαμερίσματα. 
«Μπορεί το σπίτι να είναι στο όνομα του Φώτη, της είχε πει, αλλά όταν το αγόρασε είσαστε ήδη παντρεμένοι, και με τους καινούριους νόμους θα μπορέσεις να του πάρεις τα μισά. Μην τον αφήσεις έτσι». 
Αυτό το τελευταίο σαν καλό μου ακούστηκε, και κατά τη γνώμη μου η Μάρω έπρεπε να τον ακούσει το θείο της. Όλο και κάτι θα ήξερε ο… μορφωμένος τόσα χρόνια χωμένος εκεί στο δικηγορικό γραφείο να ξεσκονίζει τα χαρτιά. 
Αλλά η Μάρω που δεν ήταν και στο εκατό τοις εκατό της ενεργητικότητας της με όλα αυτά που τραβούσε η κοπέλα μου, μόλις έφυγε απ’ τη σύσκεψη που είχε γίνει στο σπίτι της μάνας της, το ανέβαλε για μερικές μέρες, αν κι’ εμένα μου φάνηκε πως δεν είχε όρεξη να τρέχει γι’ αυτά. Κατά βάθος λες και του είχε εμπιστοσύνη ακόμη του Φώτη, και δεν πίστευε ότι έτσι που τους αγαπούσε όλους κάποτε, τώρα θα ήθελε το κακό τους. 
Αλλά,…πριν καλά-καλά μπαγιατέψει αυτή η οικογενειακή συζήτηση, ο Φώτης πούλησε το πρώτο διαμέρισμα απ’ τα σκαριά ακόμη. 
«Τώρα, τρέχα γύρευε». Της είπε ο θείος όταν η μάνα της Μάρως τους μάζεψε πάλι σε έκτακτη σύσκεψη. «Γιατί δεν με άκουσες;» της είπε. «Αυτός μπορεί να τα πουλήσει όλα στο άψε-σβήσε. Τι θέλεις, να μείνετε στο δρόμο;» 
«Δεν σε άκουσα θείε απάντησε η Μάρω γιατί εμένα ο Φώτης μπορεί να με άφησε, όμως τα παιδιά του τα λάτρευε και δεν τους χαλούσε ποτέ χατίρι. Και ποτέ δε θα πάψει να τ’ αγαπάει. Εγώ αυτό πιστεύω και δεν μου πέρασε ούτε για μια στιγμή απ’ το μυαλό ότι θα τα αδικήσει και αυτά για χάρη της αλλοδαπής. Και αντιπαροχή που το έδωσε το σπίτι μας χωρίς να με ρωτήσει εγώ πάλι του έχω εμπιστοσύνη. Άλλωστε και όταν είμαστε μαζί όλα απ’ τα χέρια του δεν περνούσαν έτσι νοικοκύρης που ήταν; Είμαι σίγουρη και θα το δείτε, πως ο Φώτης θα κάνει μια δίκαιη μοιρασιά. Στο κάτω-κάτω ένα διαμέρισμα δεν το δικαιούται κι αυτός; Η Μάρω αυτό που έλεγε το πίστευε βαθύτατα. Άλλωστε δε σας το είπα κι’ εγώ; Ο Φώτης πάντα του ήταν τίμιος άνδρας. Μόνο που δεν ήξερε ακόμη η καημενούλα μου ότι ο κανόνας είναι πως το κάτω κεφάλι τρώει το πάνω, και… 
Όσα είχα να σας πω για το πώς το λατρεμένο σπιτάκι της Μάρως που με την αύρα του ζέσταινε την ψυχή της κοπέλας μου, και το πώς έγινε πολυκατοικία, σας το είπα. 
Καιρός είναι τώρα ν’ αρχίσω να σας λέω και μερικά πράγματα για τις παράλληλες ιστορίες όλων όσων αγόρασαν διαμερίσματα στην πολυκατοικία της Μουσών πέντε, που άρχισαν κιόλας να ξετυλίγονται, καθώς οι άνθρωποί της άρχισαν να μαζεύονται σιγά-σιγά εκεί.
Σ’ αυτήν την πολυτελή μας πολυκατοικία λοιπόν, ενώ στην αρχή οι ιστορίες των ανθρώπων της ξεκίνησαν σαν παράλληλες, όπως είναι φυσικό να γίνεται σε κάθε πολυκατοικία που σέβεται τον εαυτό της, σ’ αυτήν της Μάρως, κάπως τα έφερε η τύχη και οι ιστορίες των ανθρώπων που συγκατοίκησαν εκεί, δεν έμειναν μόνο στο,…παράλληλες. Και οξείες έγιναν, και αμβλείες έγιναν, και τεθλασμένες έγιναν, και ότι άλλη γραμμή βάλει ο νους σας έγιναν, και μπερδεύτηκαν τόσο, που έγιναν σαν μία ιστορία! Και μάλιστα μία, με επίκεντρο τη Μάρω και τα παιδιά. Μόνον η κόρη του Στρατηγού Πετρίδη, μετά απ’ όσα έγιναν, απαίτησε απ’ τον πατέρα της να φύγουν ξανά για τη Θεσσαλονίκη και να βρουν την ησυχία τους εκεί στην ιδιαίτερη πατρίδα τους, αφού εδώ στην τρελοΑθήνα και στην τρελοπολυκατοικία της Μουσών πέντε την είχαν χάσει εντελώς 


















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου