Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΑΡΚΟΡΑΣ (1826 - 28 Αυγούστου 1911)


Ο Γεράσιμος Μαρκοράς, γιος του κερκυραίου δικαστικού και λόγιου Γεωργίου Μαρκορά και της Μαρίνας το γένος Βλασσοπούλου, γεννήθηκε στην Κεφαλονιά. Φοίτησε στο Κερκυραϊκό Γυμνάσιο με διευθυντές τον Οριόλη και τον Κάλβο και σπούδασε νομικά στην Ιόνιο Ακαδημία και κατά την περίοδο 1849-1851 μαζί με τον αδελφό του Σπύρο στην Ιταλία, όπου ήρθε σε επαφή με το πνεύμα των έργων του Δάντη, του Αριόστο και άλλων. Ο θάνατος του μεγαλύτερου αδελφού του Στυλιανού τον ανάγκασε να επιστρέψει στην Κέρκυρα το 1852 και να πάρει το πτυχίο του της Νομικής από την Ιόνιο Ακαδημία. Τον ίδιο χρόνο έγινε βοηθός του Σολωμού, του οποίου υπήρξε μαθητής, αποφάσισε να ασχοληθεί με την ποίηση και μπήκε στον Κύκλο του, όπου γνωρίστηκε επίσης με τον Γεώργιο Καλοσγούρο και τον Ιάκωβο Πολυλά. Το 1853 ετοίμασε τις πρώτες μεταφράσεις του σε έργα των Σίλλερ και Ομήρου και το 1857 έγραψε το ποίημα Το πρώτο Ψυχοσάββατο με αφορμή το θάνατο του Σολωμού, ενώ ήταν βοηθός του Πολυλά στην έκδοση των Ευρισκομένων. Το 1854 παντρεύτηκε την κόρη του γερουσιαστή κόμη Αντώνιου Δούσμανη Αικατερίνη, η οποία πέθανε πρόωρα (1870) και ο Μαρκοράς πέρασε την υπόλοιπη ζωή του με τη συντροφιά της αδελφής του. Αγωνίστηκε για την ΄Ενωση της Επτανήσου και δημοσίευσε ανώνυμα τις πολιτικές σάτιρες Ο Λέλεκας και ο Σπαρτσίνης (1863) και Απλή και καθαρεύουσα (1872) σε φυλλάδια (1863) και το ποίημα Τα κάστρα μας στην εφημερίδα του Πολυλά Αναγέννησις. Στο χώρο της εκπαιδευτικής αναγέννησης στα Επτάνησα σημαντική ήταν η προσφορά του στην Κερκυραϊκή Σχολή. Το 1875 δημοσίευσε το ποίημα Ο όρκος, εμπνευσμένο από το ολοκαύτωμα του Αρκαδίου και απέκτησε φήμη και την προσοχή των αθηναϊκών ποιητικών κύκλων (του Παλαμά και άλλων). Το 1866 ταξίδεψε στην Αθήνα, όπου γνώρισε θερμή υποδοχή από τη Β΄ Αθηναϊκή Σχολή. Το 1890 εξέδωσε μετά από έντονη προτροπή του Θεόδωρου Βελλιανίτη τη συλλογή Ποιητικά έργα, με την οποία έγινε γνωστός στην Αθήνα. Το 1892 πέθανε ο αδερφός του Σπύρος. Μεσολάβησε δεύτερο ταξίδι του στην Ιταλία και το 1896 επισκέφτηκε την Αθήνα, γεγονός που προκάλεσε νέες συζητήσεις για την ποίησή του στους αθηναϊκούς λογοτεχνικούς κύκλους. Το 1899 κυκλοφόρησε στην Αθήνα η δεύτερη συγκεντρωτική ποιητική έκδοσή του με τίτλο Μικρά ταξίδια. Συνέχισε να δημοσιεύει ποιήματα σε ημερολόγια και περιοδικά ως το θάνατό του στην Κέρκυρα. Ο Γεράσιμος Μαρκοράς τοποθετείται στη λογοτεχνική παράδοση της Επτανησιακής Σχολής και κατέχει τον τίτλο του τελευταίου εκπροσώπου της. Λίγους μήνες πριν το θάνατό του παρασημοφορήθηκε από την Ελληνική Πολιτεία.http://www.ekebi.gr/






ΕΡΓΑ 

Μητρικὴ ἀγάπη

Μικρὸ παιδάκι, πὤμεινε δίχως ψωμὶ ὅλη μέρα,
γιατ' εἶχε σκύλλα μητρυιὰ καὶ ἀπάνθρωπο πατέρα,
ἐπῆε, καθὼς ἐνύχτωσε, στὴν ἄκρη νὰ μουλώσῃ,
ὅπου μία ψάθα καταγῆς τοὖχαν οἱ ἀνίλεοι στρώσῃ.
Τὸ μαῦρο! - ἀνίσως ἔπαιζε, κ' ἐπήδαε κ' ἐτραγούδα,
ἂν ἐκυνήγουνε μακρυὰ φευγάτη πεταλοῦδα,
ἢ, στὸ κηπάρι βλέποντας ἕνα μικρό του φίλο,
γι' αὐτὸν ὡρμοῦσε ὁλόχαρο νὰ φτάκῃ σῦκο ἢ μῆλο -
ἔδινε πάντα του ἀρκετὴ στοὺς ἄνομους αἰτία
νὰ τὸ σταυρόνουν ἄσπλαχνα μὲ τέτοια τιμωρία.
Μὴν ὅμως τότες ἔλαχε βαρύτερα νὰ σφάλῃ;
Ὀμπρὸς στὴν ἄγρια μητρυιά, ποῦ τὄχε ἀδικοβάλῃ,
σὰν ἀπὸ κλάψαις ἔχυσε τοῦ κάκου ἕνα ποτάμι,
μεγάλον ὅρκο τὸ φτωχὸ γυρεύοντας νὰ κάμῃ,
πρὶν ἄλλη οὐράνια Δύναμη στὸ νοῦ του ἡ μνήμη στείλῃ,
- μὰ τὴν ψυχὴ τῆς μάννας μου! - τοῦ ἐβγῆκε ἀπὸ τὰ χείλη.
Μέτρα δὲν ἔλαβε γι' αὐτὸ τῆς γυναικὸς ἡ λύσσα·
μηδὲ τὸ χιόνι πὤπεφτε, μηδ' ὁ βοριᾶς ποῦ ἐφύσα
τὴν ἐκατάφεραν ἀργὰ νὰ κάμῃ ἐλεημοσύνη
γιὰ τ' ἀγγελοῦδι, πὤτρεμε δίχως θροφὴ καὶ κλίνη.
Ἔτρεμε ναί· τὰ γόνατα στὸ στῆθος ἐβαστοῦσε
ἀγκαλιασμένα δυνατά, καὶ ἀπόκρυφα βογγοῦσε·
μὸν οἱ πνιμένοι στεναγμοί, πρὶν αὖρα ἐκεῖ ξυπνήσουν,
τοῦ τάφου ἐπῆαν τῆς μάννας του τὰ μάρμαρα νὰ σχίσουν.
Μὲ γληγοράδα στοχασμοῦ πετιέται ὁλόρθη, βγαίνει
καὶ τρέχει στὸ παιδάκι της ἡ ἀχνὴ σαβανωμένη·
στὴ γῆ κοντά του ρίχνεται, μὲ πόθο τ' ἀγκαλιάζει,
τοῦ δίνει ἀμέτρητα φιλιά, κ' ἐκεῖνο δὲν τρομάζει,
τί, μόλις γιὰ προσκέφαλο παρόμοιο στῆθος ἔχει,
γλυκὰ γλυκὰ σταὶς φλέβαις του τὸ αἷμα ξανατρέχει·
δὲν ἦταν θαῦμα· τῆς μητρὸς κ' ἡ πεθαμένη ἀγκάλη
γιὰ τέκνου ἀγάπη δύνεται πύρα ζωῆς νὰ βγάλῃ.
Σὰν εἶχε ἡ δύστυχη νεκρὴ μὲ χάϊδια ξεθυμάνῃ
τὴν πρώτη χρεία τοῦ πόθου της, τ' ὡραῖο παιδάκι πιάνει
καὶ τὸ πλαγιάζει στὸ μικρὸ τοῦ κλιναριοῦ του στρῶμα,
ποῦ ἀπὸ τὴν ἅγια της εὐχὴ μοσχοβολοῦσε ἀκόμα.

Τὴν εἶδαν οἱ θεόργιστοι σὰν ἐκεῖ μέσα ἐχύθη,
καί, δίχως ναὔρουνε λαλιά, δίχως πνοὴ στὰ στήθη,
ἕνας τὸν ἄλλο ἐρώτουνε μὲ ξαφνισμένο μάτι
ἂν ἦταν ἴσκιος, ἢ τρελλὴ τῆς φαντασίας ἀπάτη,
μὸν ἀπὸ χρῶμα, πὤδειχνε τρομάρα πλέον μεγάλη,
ἐβάφη ξάφνου ἡ μία θωριὰ ξανοίγοντας τὴν ἄλλη.
Κἀνένα δὲν τοὺς ξέφυγε κἀνένα κίνημά της·
ἐκεῖθε ποὖχε στηλωθῇ σὰν ἄγγελος προστάτης,
τὴν εἶδαν ὁλογλήγορα τὸ πόδι νὰ κινήσῃ
γιὰ τὸ τραπέζι τ' ἄφθονο, ποὖχαν σκιασμένοι αφήσῃ.
Μ' ἄσπρο τὴν εἴδανε ψωμί, μὲ διαλεχτὸ προσφάϊ,
στὸ πεινασμένο ἀγῶρι της κοντὰ νὰ ξαναπάῃ.
Μόλις τὸ χόρτασε, καὶ αὐτὸ γυρμένο ἀγάλι 'γάλι
στὸ κρεββατάκι ἀκούμπησε τὸ ἀγγελικὸ κεφάλι,
μὲ λόγια γλυκομίλητα, μὲ οὐράνια καλοσύνη,
χαϊδεύοντάς το, νὰ τοῦ πῇ τὴν ἄκουσαν εκεῖνοι:

Μὴ φοβηθῇς, καμάρι μου, μὴ φοβηθῇς, κοιμήσου!
Ἂν ὅλη νύχτα, ὡς ἤθελα, δὲ θὰ σταθῶ μαζί σου,
ἐδῶ, τριγύρω μένοντας, μ' ἀγάπη σὲ κυτάζουν
παιδάκια, ποῦ στὸ πρόσωπο καὶ στὴν ψυχὴ σοῦ μοιάζουν
ὡραῖα παιδάκια μὲ φτερά, ποῦ πὤφεραν θλιμμένα
ὅσα γιὰ φόβο μέσα σου βαστοῦσες πλακωμένα.
Ἄχ! σὰ στὸν Ἅδη ἀγροίκησα ποῦ ἀφίνουν τοῦτ' οἱ δύο
τὸ πεινασμένο σῶμα σου νὰ τρέμῃ ἀπὸ τὸ κρύο,
ἐβγῆκα τρέμοντας κ' ἐγώ, τί τότες ἐκεῖ κάτου
διπλὸς μοῦ ἐφάνη τρίδιπλος ὁ πάγος τοῦ θανάτου.
Ἐσύ, ἀκριβό μου, νὰ πεινᾷς! Τόσο ἐποθοῦσα τόσο
βοήθεια δίχως ἄργητα σὲ τέτοια χρεία νὰ δώσω,
ποῦ ἐπάντεχα πῶς ἄλλαξε κάθε της νόμο ἡ φύση,
καὶ πῶς ἐδῶ στὸν κόρφο μου τὸ γάλα εἶχε γυρίσῃ.

Ὤ συφορὰ στοὺς ἄδικους, ποῦ μ' ἕνα ἢ μ' ἄλλο κρῖμα
τὸν ἅγιον ὕπνο τοῦ νεκροῦ ταράζουν καὶ στὸ μνῆμα!
Γι' αὐτοὺς ποῦ σὲ παιδεύουνε κ' ἐξύπνησαν ἐμένα
δεήσου, τέκνο μου ἀκριβό, δεήσου στὴν Παρθένα·
ἴσως κινήματα καλὰ τὰ σπλάχνα τους γνωρίσουν
κ' ἐκεῖ ποῦ ἡ τύχη μ' ἔρριξε ν' ἀναπαυτῶ μ' ἀφήσουν.

Πρέπει νὰ φύγω. Ἀπὸ μακρυὰ τῆς χαραυγῆς τ' ἀέρι
μοῦ φέρνει οὐράνια προσταγὴ νὰ πάω στ' ἀνήλια μέρη.
Σ' ἀφίνω γειά, παιδάκι μου, σ' ἀφίνω γειά, ψυχή μου!
Κλεῖσ' τὰ ματάκια σου γλυκὰ καὶ δίχως φόβο κοίμου!
Ἂν ἐγὼ πάω στὴ μαύρη γῆ, σὲ τριγυρνοῦν οἱ ἀγγέλοι,
ζάχαρη νἆναι ὁ ὕπνος σου, καὶ τ' ὄνειρό σου μέλι.

Ἡ αὐγὴ προβαίνει, δείχνοντας ἕνα ροδάτο χρῶμα,
σὰν τ' ἀγωριοῦ τὰ μάγουλα, καὶ σὰν τ' ὡραῖο του στόμα.
Λὲς ὅτι χαίρεται καὶ αὐτὴ ποῦ πᾶνε ἀνταμωμένοι
στὴν ἐκκλησία τ' ἁγιόπαιδο κ' οἱ δύο μετανοιωμένοι.
Ἔχει ἀπὸ τότες τὸ μικρὸ καὶ μάννα καὶ πατέρα.
Συζοῦν κ' οἱ τρεῖς χαρούμενοι στὴν εὐτυχιὰ ὅλη μέρα,
καὶ κάθε νύχτα τοῦ Θεοῦ, ποῦ ἀτάραχη διαβαίνει,
στὴν κλίνη αὐτοὶ ἀναπαύονται, στὸ μνῆμα ἡ πεθαμένη.

Ἡ ἀληθινὴ εὐτυχία
Ἀπὸ τ' Ἄργος ξεκινάει,
πρὶν ἡ αὐγὴ τ' ἀστέρια σβύσῃ,
κόσμος ἄπειρος, ποῦ πάει
στὸ Ναὸ νὰ προσκυνήσῃ.
Μύρια ζῶα ποδοβολοῦνε·
τρέχουν ἅμαξαις πολλαίς,
καὶ τὴν Ἥρα ὑμνολογοῦνε
ἀναρίθμηταις φωναίς.

Οὔτε γέρος, ποῦ στὴν κλίνη
ἔχει μήναις παραδείρῃ,
οὔτε ἀνήλικος ἀφίνει
τῆς Θεᾶς τὸ πανηγύρι.
Πῶς ἀκόμα ἐκεῖθε λείπει;
Στοῦ σπιτιοῦ της τὴν αὐλὴ
ἡ τρισέβαστη Κυδίππη
τί ζητάει; τί καρτερεῖ;

Εἶχε σύναυγα προστάξῃ,
πρὶν κἀνεὶς τὸ δρόμο πάρῃ,
νὰ τῆς φέρουν γιὰ τ' ἁμάξι
ἕνα κάτασπρο ζευγάρι·
ἀλλ' οἱ ταῦροι θὰ βοσκοῦσαν
σὲ λιβάδια μακρυνά,
καὶ θλιμμένη τὴ θωροῦσαν
δύο φιλόστοργα παιδιά.

Δὲν ἐστάθηκαν πολληώρα
σὲ μιὰν ἄνεργη ἀπορία·
νά! - τ' ἁμάξι ἀπὸ τὴ χωρά
βγαίνει, χύνεται μὲ βία·
δίχως πούπετα νὰ μείνῃ,
μὲ ἀκατάπαυτην ὁρμή,
δρόμο παίρνει, δρόμο ἀφίνει,
καὶ περνάει σὰν ἀστραπή.

Ἀγκαλὰ καὶ τόσοι κρότοι
γύρω ἠχοῦνε σταὶς πεδιάδαις,
τ' ἀκοῦν πὤρχεται κ' οἱ πρῶτοι
κ' οἱ στερνοὶ προσκυνητάδες·
σταματοῦν· τὸ βλέμμα φέρνουν
ὅθε πρέπει νὰ φανῇ·
νάτο! - οἱ νέοι τ' ἁμάξι σέρνουν,
κ' εἶναι ἡ μάννα τους ἐκεῖ.

Ζήτω ἀμέτρητα βοΐζουν,
ἑνωμένα στὸν ἀέρα
μὲ φωναίς, ποῦ μακαρίζουν
τὴν καλότυχη μητέρα·
καί, ὡς περνοῦν τὰ παλληκάρια,
στὰ ἱδρωμένα τους μαλλιὰ
πέφτουν πράσινα κλωνάρια
ἀπὸ δάφνη καὶ μυρτιά.

Μὲς τὴ μέση ἀπὸ τὸ πλῆθος
ἡ Κυδίππη κατεβαίνει,
μὲ τὸν Ὄλυμπο στὸ στῆθος,
μὲ τη ὄψη δακρυσμένη·
δὲν ἀργεῖ· στὸ μέρος πάει
ποῦ λατρεύεται ἡ Θεά·
λίγα λούλουδα σκορπάει
καὶ προσεύχεται θερμά:

Μὴν ἰδῇς καθόλου ἐκεῖνο
ποῦ τολμάω νὰ δώσω τώρα·
ὅσα κλάϊματα ἐγὼ χύνω
δέξου, ἀντὶς ἀπ' ἄλλα δῶρα·
σ' ἐξορκίζω! κάμε, ὦ Θεία,
στὰ παιδιά μου νὰ δοθῇ
ἡ καλήτερη εὐτυχία
ὁποῦ βρίσκεται στὴ γῆ. -

Πῶς δεότουνε! μὲ πόση
τῆς ψυχῆς οὐράνια πύρα
καὶ τὰ μάτια εἶχε σηκώσῃ
καὶ τὸ νοῦ κατὰ τὴν Ἥρα.
Ἔκαμ' ἔπειτα νὰ φύγῃ,
καί, γυρνῶντας ταπεινά,
τὰ δύο τέκνα της ξανοίγει
χάμου ἀκίνητα – νεκρά!

Τὰ κάστρα μας


Τὶ σεισμὸς βροντοδέρνει καὶ τ’ ἂστρα;
Τὶ φωτιὰ μαύρου κόσμου εἶν’ ἐκείνη
Ποῦ ξερνοῦν τὰ θεόρατα κάστρα,
Μὲ καπνούς, μὲ λιθάρια πολλά;
Μοιάζει, ναί, τῆς φωτιᾶς ὁποῦ χύνει
Τοῦ Ἐγκελάδου τὸ πύρινο στόμα,
Σὰν ὁ ἀντάρτης ταράζεται ἀκόμα,
Μὲς τὴν Αἲτνη θαμμένος βαθυά.

Τάχα οἱ Τούρκοι πετοῦν στὸν ἀέρα,
Μὲ τυφλή, μὲ παράκαιρη βία,
ὃσα τείχη ἀποφράξαν μία μέρα
τὴ μεγάλη ἐχθρική τους ὁρμή;
Ὂχι, κόσμε! ἡ φιλόνομη Ἀγγλία
Τέτοια δόξα τοῦ Τούρκου φθονάει·
Ξαρματόνει, ἐρημάζει, χαλάει,
Πρὶν ἀφήσῃ τὴ μαύρη μας γῆ.

Μὲ χαρά, ποῦ τὴ θλίψη πλακόνει,
Ὡς ἀκούει τ’ ἀστροπέλεκα ἐκεῖνα,
Στοῦ νησιοῦ τ’ ἀκρογιάλια σιμόνει,
Καὶ τηράζει, τηράζει ὁ λαός.
Ἡ χαρά του εἶν’ ἀδύνατη ἀχτῖνα
Τῆς χαρᾶς ὁποῦ Πλάστης γροικοῦσε,
Ὃταν γύρω τὸ χάος ἐθωροῦσε,
Κ’ αἰσθανότουν πῶς θἂβγῃ τὸ φῶς.

Ναί· στὰ κάστρα, ποῦ δείχνουνε τώρα
Τῆς φθορᾶς, τοῦ πολέμου τὰ χνάρια,
Θὲ νὰ ἰδῆς, ὦ πολύπαθη χώρα,
Δοξασμένο σημάδι ἐθνικό.
Τότ’ ἐκεῖνα τὰ μαῦρα λιθάρια,
Νέα τριγύρου σκορπῶντας μαγεία,
Θὰ φανοῦν ἡ καϊμένη θυσία
Στὸν ὡραῖο τῆς Πατρίδας βωμό.

Ἦρθε ἡ μέρα! ‘Σ ἐμᾶς δὲ χωράει
Μέρα τέτοια θεόργιστο μῖσος·
Τ’ οὐρανοῦ μας τὸ χρῶμα γελάει·
Ὂλη ἀνθίζει καὶ χαίρεται ἡ γῆ.
Σῦρτε, ὦ ξένοι· φευγᾶτε, καὶ ἀνίσως
Ἀπὸ τοῦτα τὰ ἐλεύθερα μέρη
Τ’ ἀγεράκι ἓναν ἦχο σᾶς φέρῃ,
Δὲ θἆναι κατάρας βοή.

Σᾶς θωρᾶμε – στὴν ἒρημην ἂκρη,
Ὃθε πέρα μαυρίζουν οἱ λίθοι,
Μία ματιά, θολωμένη ἀπὸ δάκρυ,
Νὰ μὴ ρίξῃ δὲ λείπει κἀνείς·
Πόσο ἂ! πόσο τὰ ἐλεύθερα στήθη
Σᾶς πλακόνει ἡ παράνομη πράξη.
Ποῦ οἱ Μεγάλοι σᾶς ἒχουν προστάξῃ
Κ’ ἐνεργῆστε, κακότυχοι, ἐσεῖς!

Ὢ! τοῦ κάκου ἡ καρδιά σας φωνάζει,
Καὶ σὰν ξένο ἒργο τέτοιο μισάει·
Τῆς πατρίδας ἡ φήμη ταράζει
Κάθε πνεῦμα μὲ ζάλη σφοδρή.
Τ’ ὂνομά της γραμμένο θωράει
Μὲς τὸ βράχο ποῦ ἐδῶθε μαυρίζει,
Καὶ καθένας γι’ αὐτήνε δακρύζει,
Ὃσο πλεόν ἡ καρδιά του εἶν’ ἁγνή.

Ἂλλους χρόνους, θερμότερη λύπη
Ἀπ’ αὐτἢ ποῦ τὰ σπλάχνα σας καίει,
Μὲ ὠργισμένο, συχνὀ καρδιοχτύπι,
Μία μεγάλη αἰσθανότουν ψυχή.
Τὴν ὀργὴ καὶ τὴ λύπη της λέει
Θεῖο τραγοῦδι, ποῦ φέρνει τρομάρα,
Τὶ βροντάει τσ’ Ἀθηνᾶς ἡ κατάρα
Στὴ γενναία τοῦ Προφήτη φωνή.

Ἂν ἠμπόρειε καὶ αὐτὸς νὰ γνωρίσῃ
Τῆς Ἀγγλίας τὸ τουρκόφιλο κρῖμα,
Ἢθε ξάφνου τὸ λάκκο του ἀφήσῃ,
Σὰ βαθυὰ νὰ τὸν πλάκονε ἡ γῆ·
Καῖ, ποθῶντας τὸ πρῶτο του μνῆμα,
Ὃταν ἲσκιο δὲ ρίχνουν οἱ λόγγοι,
Θὰ κινοῦσε στ΄ ἀνδρεῖο Μεσολόγγι
Ν’ ἀναπάψῃ τὴ θεία κεφαλή.

Ὦ Νεκρὲ δοξασμένε, κἀμπόσο
Μεῖνε ἀκόμα στὸ μνῆμα ποῦ σ’ ἒχει!
Τὴν Ἑλλάδα, ποῦ ἀγάπησες τόσο,
Μ’ ἂλλη τύχη μία μέρα θὰ ίδῇς.
Ὁ Καιρός, ποῦ γιὰ σένα δὲν τρέχει,
Χτίζει ἐδῶ, παρακάτου συντρίβει·
Θεμελιόνει τὸ μαύρο καλύβι,
Τὸ παλάτι σκορπάει καταγῆς.

Ἡ τέσσεραις ὥραις τοῦ χρόνου

Η ΑΝΟΙΞΗ
Ποιὰ εἶμαι 'γὼ δὲν ἔχω χρεία
νὰ σᾶς πῶ, καλαὶς Κυράδες·
μὲ τὴ μόνη μου εὐωδία
φανερόνομαι ἀρκετά.

Ναί· τὴν Ἄνοιξη, ποῦ τώρα
φεύγει ράχαις καὶ πεδιάδαις,
ὁλοστόλιστη, ἀνθοφόρα
ξαναβλέπεται ὀμπροστά.

Μὴ θαυμάσετε· εἶναι χρόνοι
ποῦ, ἂν θερμαὶς ἀκούω ταὶς αὔραις,
τὴ φωλιά μου, ὡς χελιδόνι,
τρέχω εὐθὺς νὰ στήσω ἐδῶ.

Μέρα νύχτα φυλαμένα
ἀπὸ πάγους, ἀπὸ λάβραις,
ρόδα νέα, χαριτωμένα
ἐδῶ μέσα κουναρῶ.

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Πῶς τολμᾷς καὶ τέτοια μέρα
ξάφνου σὺ πετιέσαι ὀμπρός μου;
Εἰς τὴ γῆ καὶ στὸν αἰθέρα
βασιλεύω τώρα ἐγώ.

Εμαι, ναί, τὸ Καλοκαῖρι
ὁποῦ, στόλισμα τοῦ κόσμου,
μ' ἕνα βλέμμα ὅλα τὰ μέρη
ἀπὸ λάμψη πλημμυρῶ.

Ἐδῶ ἀκοίμηταις ἀχτίναις
βρίσκω ἀλήθεια, καὶ θωράω
ποῦ φωτίζονται μ' ἐκεῖναις
ἀθῷα πνεύματα πολλά.

Ἀλλ', ἀφοῦ κ' ἐγὼ τὸ μαῦρο
κρύο σκοτάδι πολεμάω,
πλέον φιλόξενη ποῦ θαὔρω
ἀπὸ τέτοια κατοικιά;

ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
Τόπο! - τόπο! Μ' ἄλλα δῶρα
τὸ Φθινόπωρο προβαίνει.
Ρῖχτε σεῖς τὰ φύλλα τώρα,
καθὼς πάντα στοὺς ἀγρούς.

Γιὰ τιμή μου σᾶς προστάζω
τέτοιο σκόρπισμα νὰ γένῃ,
τί ἐγὼ τ' ἄνθια σας ἀλλάζω
εἰς ὁλόχρυσους καρπούς.

Ἐδῶ μέσα τόσους εἶδα
νὰ ξανθίσουνε μὲ χάρη,
ποῦ γοργά, σὰ μίαν ἀχτίδα,
πρώιμα χύθηκα κ' ἐγώ.

Μήτε ἀλλοῦ θὲ νὰ περάσω,
ἂν σὲ κάθε ὡραι βλαστάρι
δὲ γλυκάνω, δὲν ὡρμάσω
τὸν ἀτίμητο καρπό.

Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ
Μήν, ἀδέλφια, φοβηθῆτε,
ἂν στ' ὡραῖο σας περιβόλι
τὸ χειμῶνα τώρα ἰδῆτε
μὲ ὁλοφάνερη μορφή.

Ἐδῶ ἐρχόμουν κάθε τόσο,
μέρα ἐργάσιμη καὶ σχόλη,
στ' ἄνθια, βρέχοντας, νὰ δώσω
μόσχους, χρώματα, ζωή.

Μὲ χαρούμενα σημεῖα,
σεῖς γονέοι, δικοὶ καὶ ξένοι,
νὰ μοῦ δείξετε εἶναι χρεία
τὴν εὐγνωμονη καρδιά.

Μὴ σᾶς μάργωσαν τὰ χέρια
γιατὶ ὁ πάγος μὲ λευκαίνει;
Ἂμ χτυπῆστε τα καὶ πλέρια,
νὰ σᾶς γένουνε φωτιά.

Νανούρισμα


Νάνι νάνι τὸ παιδί,
ποῦ στὸν ὕπνο του θὰ ἰδῇ
ὅσα ἡ τύχη θὰ τοῦ δώσῃ
σᾶ μία μέρα μεγαλώσῃ.

Νά! μὲ μάτια σφαλιστά,
βλέπει ξάστερα ὀμπροστά,
ἀπὸ μία κορφὴ καὶ κάτου
ὅλο κτήματα δικά του.

Χύνοντ’ ὅπου κατοικεῖ
τὰ φλωριὰ μὲ τὸ σακκί,
καὶ στὸ νοῦ του μ’ εὐκολία
χύνετ’ ἄπειρη σοφία.

Τὰ γλυκόφωνα πουλιὰ
τοῦ ζηλεύουν τὴ λαλιά·
ὅπου πάῃ, ‘ς ἀγώρια χίλια
ὀ χορός του φέρνει ζήλεια.

Πόσο εἶν’ ἄξιος κυνηγός!
Δὲν τοῦ φεύγει ἕνας λαγός,
οὔτε νέα θὰ τοῦ ξεφύγῃ
ἀπὸ ἀλλιότικο κυνῆγι.

Πάει στρατιώτης, καὶ φωτιὰ
βγάνει κάθε του ματιά·
γι’ αὐτὸ οἱ νέοι φωνάζουν ὅλοι:
Τώρα ἐπήραμε τὴν Πόλη!

Μὲ τετράποδο πουλί,
σὰν ἅϊ Γιώργης πιλαλεῖ,
καὶ τρελλαίνει, ὅθε περάσῃ,
κάθε ἀνύπαντρο κοράσι.

Λάμπουν χίλια φωτερὰ
στοῦ χρυσοῦ μου τὴ χαρά,
ποῦ θὰ πάῃ σὲ γάμου στρῶμα
μὲ μία πλούσια κληρονόμα.

Νάνι νάνι τὸ παιδί,
ποῦ στὸν ὕπνο του θὰ ίδῇ
ὅσα ἡ τύχη θᾶ τοῦ δώσῃ,
σὰ μία μέρα μεγαλώσῃ.

Δὲ νυστάζει τὸ μωρό·
τ΄ ἀχειλάκι του θωρῶ,
ποῦ βυζαίνει καὶ γελάει,
σὰ τριαντάφυλλο του Μάη.

Φαίνεταί μου πῶς θὰ πῇ:
Τ’ εἶν’ τὸ βιὸ κ’ ἡ προκοπή;
Δὲν ἀξίζουν, μ’ ὅλα τ’ ἄλλα,
σὰν τῆς μάννας μου τὸ γάλα.

Σεμνότη

Μὴ μοῦ πῇς, δὲ σὲ ρωτάω,
πῶς καὶ πόσο μ' ἀγαπᾷς·
φτάνει ἐγὼ νὰ σὲ κυτάω,
φτάνει ἐσὺ νὰ μὲ κυτᾷς.

Γιατί, φῶς μου, ἑνῷ γυρεύω
τέτοια χάρη μοναχά,
τὰ δύο μάτια ποῦ λατρεύω
γέρνεις πάντα χαμηλά;

Τὶ μ' ἀρέσεις! Πρὶν τὰ χείλη
μεταβιᾶς ν' ἀνοίξω ἐγώ,
ροδοστόλιστον Ἀπρίλη
εἰς τὴν ὄψη σου θωρῶ.

Σὲ θωράω σεμνὴν ἀκόμα,
σὰν τὴν ὥρα ποὖχα ἰδῇ
στοῦ προσώπου σου τὸ χρῶμα
τῆς ἀγάπης τὴν αὐγή.

Οἱ δύο πόθοι

Λένε ὅτι τ' ἄστρα, ποῦ ψηλὰ φεγγοβολῶντας πλένε,
δὲν εἶναι αὐτόφωτα κορμιά·
πῶς ἔχουν κάμπους καὶ βουνά,
πὤχουν ἀνθρώπους λένε.

Μ' ἀρέσει, κόρη μου, ποῦ σὺ μὲ ἀγάπη τὰ κυτάζεις,
δίχως, ἂν ἦναι ἀληθινοί
σὲ αὐτὰ ποῦ γράφουν οἱ σοφοί,
καθόλου νὰ ξετάζῃς.

Ἤθελα – μοὖπες μία βραδειά – νἆμαι κ' ἐγὼ μ' ἐκεῖνα,
καὶ νὰ σοῦ ρίχνω ἀπὸ ψηλὰ
στὸ μέτωπο καὶ στὰ μαλλιὰ
κάθε ἀργυρή μου ἀχτῖνα.

Τῆς γῆς ἀστέρι μοναχό, μὴ φύγῃς ἀπ' ὀμπρός μου!
Ἄφησε κάλλιο νὰ γενῶ
μέρος ἀχώριστο κ' ἐγὼ
τοῦ ὡραίου μικροῦ σου κόσμου.

Δέηση

Ὅσαις φοραίς, ἀγάπη μου,
στὴν ἐκκλησιὰ σὲ σμίγω,
τὸ στόμα δὲν ἀνοίγω
μία προσευχὴ νὰ πῶ.

Ἐσὲ τηράω κ' αἰσθάνομαι,
ἐνῷ κοντά σου μένω,
τὸ πνεῦμα μου κλεισμένο
σὲ κύκλο μαγικό.

Θαρρῶντας πῶς ἁμάρτησα,
τὸ μέρος ποὖσαι ἀφίνω·
φτερὰ στὸ νοῦ μου δίνω,
καὶ φεύγω ἀπὸ τὴ γῆ.

Μὲ φλογισμένη δέηση
στὸν οὐρανὸ προστρέχω,
καὶ πλέον σιμά μου σ' ἔχω,
ὅσο ἀνεβαίνω ἐκεῖ.

Φωτογραφία
Ὄχι· ἀνθρώπινο κοντύλι
δὲ σὲ ἱστόρησε, Θεά!
Πνέουν, ταράζονται τὰ χείλη,
κυματίζουν τὰ μαλλιά.

Λέει καθένας ὁποῦ βλέπει
τέτοιο πλάσμα τοῦ φωτός:
γιὰ ζωγράφος δὲν τῆς πρέπει
παρ' ὁ Ἥλιος μοναχός.

Τὸν ἐμάγεψες, καὶ τόση
φλόγα αἰσθάνθη ἐρωτική,
ὁποῦ ἐδῶ νὰ σὲ τυπώσῃ
μία δὲν ἔκαμε στιγμή.

Τὰ ματάκια σου, Θεά μου,
σὰν τὸν ἥλιο θαυμαστά!
Ὅμοια εἰκόνα στὴν καρδιά μου
ξάφνου ἐχάραξαν καὶ αὐτά.

Ἕνας ἥρωας


Στρῶστε κλίνη ἀπὸ ροδόφυλλα,
λίγη ἀνάπαψη νὰ πάρῃ
τὸ λαμπρὸ τοῦ τόπου καύχημα,
τ' ἀφροδίσιο παλληκάρι.
Νίκαις ἄλλοι ἂς ὀνειρεύωνται
εἰς τὰ θεῖα τῆς Κρήτης ὄρη·
τοῦτος νίκησε μία κόρη!

Μοναχή, τοῦ κόσμου ἀμάθητη,
δὲν ἐξάνοιξε τὰ βρόχια,
ποὖχε στήσῃ τ' ἀρχοντόπουλο
στὴν ὀρφάνεια καὶ στὴ φτώχεια.
Τώρα κλαίει· τὸ νοῦ της ἔχασε·
καί, στὰ ὀνείρατα ποῦ κάνει,
βλέπει πάντα ἕνα στεφάνι.

Τί πειράζει! Ἂς χύνουν δάκρυα
τὰ θλιμμένα της ἀστέρια,
ὅσα χύνει αὐτὸς ἀνθόνερα
στὸ κεφάλι καὶ στὰ χέρια.
Ταὶς γλυκάδαις δὲν ἐχάρηκε
τῶν ἀγγέλων ἐδῶ κάτου
στὴν τρισεύγενη ἀγκαλιά του;

Τὴν ἀθώα, τὴν πρώτη ἀγάπη της
δὲν ἐπλέρωσαν ἀκόμα
τὰ φιλιά, ποῦ καταδέχτηκε
νὰ τῆς δώσῃ τέτοιο στόμα;
Ἕνα ρόδο ποῦ πρωτάνοιξε
ὅλους εὔκολα μεθάει
μὲ τὸ μόσχο ποῦ σκορπάει.

Τέτοια ὀσμὴ σὲ λίγο παίρνοντας,
μὲ βουΐσματα περίσσια
θὰ χυθοῦν γοργὰ τριγύρω της
τὰ χρυσόφτερα μελίσσια.
Ἡ τρελλή! γιατὶ νὰ θλίβεται
καὶ τ' ἀδύναμα νὰ θέλη,
ὅταν ἔχῃ τόσο μέλι;

Κάλλιο, ναί, νὰ πέφτῃ γλήγορα
ἀπὸ μία στὴν ἄλλη ἀγάπη·
νὰ φιλῇ, καὶ νἆναι ἀδιάφορη
γιὰ τὸν ἄσπρο ἢ τὸν Ἀράπη·
τί νὰ μείνῃ ἀπαρηγόρητη
ἂν ἀκόμη ἀκολουθήσῃ,
μὰ τὸ ναί, ποῦ δὲ θὰ ζήσῃ.

Ἄχ ἐπῆε! - Τί τέλος ἔκαμε
ἂν ὁ ἄρχοντας τὸ μάθῃ,
ποιός τὸ ξέρει στὴ συνείδηση
μὴν ἀκούσῃ κἄποιο ἀγκάθι!
Μὴ στὸ νοῦ του ξαναζήσουνε,
φανερὰ σὰν τὴν ἀλήθεια,
τῆς γιαγιᾶς τὰ παραμύθια!

Τὸ προβλέπω· θὰ τοῦ φαίνεται
πῶς ἀργὰ τὴ νύχτα ἐκείνη
ξάφνου ὁλόρθη ἀνασηκόνεται
ἀπ' τὴν κρύα στερνή της κλίνη·
πῶς ἀγνάντια στὸ κρεββάτι του
στηθοδέρνεται καὶ κλαίει,
καὶ κατόπι αὐτὰ τοῦ λέει:

Ἄχ! γιατὶ κλεισμένη μ' ἄφηκες
ὁλομόναχη ἐκεῖ κάτου;
Τὴν ἐρμιὰ τοῦ τάφου σκιάζομαι
καὶ τὴν ἄγρια σκοτεινιά του.
Γιὰ νὰ λείψῃ ἀπὸ τὰ στήθη μου
τὸ ξεπάγιασμα τοῦ τρόμου,
θέλω νἆσαι στὸ πλευρό μου.

Μὴ μὲ σπρώχνῃς! Εἶναι ἀδύνατο
ναὔρω ἀνάπαψη στὸ χῶμα,
ποῦ μὲ διώχνει, γιατὶ μ' ἔλυωσες,
πρὶν αὐτὸ μὲ λάβῃ ἀκόμα.
Δὲν ἀκοῦς; - βογγάει, ταράζεται,
καὶ τὰ νέα, γερά σου μέλη
γιὰ θροφή του τώρα θέλει.

Πᾶμε, φῶς μου! Ἀλλοῦ τὰ μάτια σου
μὴ γυρίζῃς τρομασμένα.
Πᾶμε! πᾶμε! - δὲν ὡρκίστηκες
νἆσαι ἀχώριστα μ' ἐμένα;
Θὲ νὰ ἰδῇς ὁποῦ ἀξημέρωτη,
μὲς τὴν ἄσαρκη ἀγκαλιά μου,
εἶν' ἡ ὡραία νυχτιὰ τοῦ γάμου!

Δὲ βαρυέσαι! Ἂν ὅμοια ὀνείρατα
νὰ ἰδῇς κἄποτε σοῦ λάχῃ,
πὲς γελῶντας: ἐγεννήθηκαν
ἀπὸ ἀκάθαρτο στομάχι. -
Πῶς ἀλλιῶς θὲ νὰ σοῦ φαίνεται
φοβερό, μεγάλο θῦμα
μία φτωχὴ ποὖναι στὸ μνῆμα.

Βγαίνει ἀλήθεια; Εὐθὺς οἱ δοῦλοι σου
ἂς μὲ κράξουνε καὶ ζόρκοι,
γιὰ νὰ διώκω αὐτὸ τὸ φάντασμα
μὲ τῆς Μούσας μου τὸ ξόρκι.
Θὲ ν' ἀκούσῃς, ἀρχοντόπουλο,
τί τραγούδια θὰ σοῦ ψάλῃ
στὸ χρυσόξανθο κεφάλι!

Τώρα ἐδῶ, ποῦ στρώνει ὁλόχαρη
ἀπὸ ρόδα ἕνα κλινάρι,
ἔλα πάρε λίγη ἀνάπαψη,
ἀφροδίσιο παλληκάρι!
Τούρκους ἄλλοι ἂς ξολοθρεύουνε
εἰς τὰ θεῖα τῆς Κρήτης ὄρη,
σύ! - θανάτωσες μία κόρη.


Μελαχρινούλα

Εἶναι ὡραῖο τὸ πρόσωπό σου,
ἀγκαλὰ μελαχρινό,
μήτε χάνει, βεβαιώσου,
ἕνα θέλγητρο γι' αὐτό.

Εἶσαι κρίνος, ἀλλ' ἡ φύση,
πλάθοντάς σε, ὦ λυγερή,
τὴν ἀσπράδα σὤχει κλείσει
μὲς τὴν ὄμορφη ψυχή.


Στὴν κα Παλαμᾶ
Στίχοι γιὰ λεύκωμα

Ρωτούσα ἐγώ: μὲ τὴ λαμπρή του ἀχτίδα
πόθε τ' ὡραῖο στὸν Παλαμᾶ πηγάζει;
Ἀλλ' ἐρώτηση τέτοια, εὐθὺς ποῦ σ' εἶδα,
ἔπαψε πλέον τὸ στόμα μου νὰ βγάζῃ.


Ἡ ἀρραβωνιασμένη

Χίλιαις φωναὶς ὁλόχαραις
τ' ἀέρι πλημμυρίζουν:
- Γυρίζουνε! γυρίζουν
τὰ μαῦρα μας παιδιά. -

Στὸ βροντερὸ ἀναγάλλιασμα
γιὰ λίγο ἂς γένῃ σχόλη.
Μήπως γυρίσαν ὅλοι
σὲ ἀγάπης ἀγκαλιά;

Ἰδέστε μία ποῦ κάθεται
μόνη, χλωμὴ στὴ θύρα!
Ἔμεινε ἡ μαύρη χήρα,
προτοῦ στεφανωθῇ.

Τ' ἀγώρι, ποῦ, μισεύοντας,
τῆς ἔδωσε ἀρραβῶνα,
γιὰ νύφη στὸν ἀγῶνα
πῆρε τὴ μαύρη γῆ.

Ἄν βόλι τῆς τὸ θέρισε
ἢ Τούρκου γιαταγάνι
δὲν ἐρωτάει· τῆς φτάνει
πῶς ἔπεσε νεκρό.

Μὴν ὀμπροστά της κάνετε
τόσης χαρᾶς ἀντάρα...
Θανάσιμη λαχτάρα
στὴν ὄψη της θωρῶ.

Τί τρέχει; Ἐκεῖ ποῦ δείλιαζε,
σέρνει φωνὴ μεγάλη,
καὶ πέφτει στὴν ἀγκάλη
τοῦ ὡραίου παλληκαριοῦ.

Λόγια τῆς φήμης ψεύτικα
τῆς εἶχε ὁ κόσμος φέρει.
Πίνουν ζωῆς ἀέρι
τὰ στήθια τ' ἀκριβοῦ.

Ὀμπρός τὸν ἔχει. Ἐξέχασε
τὴ μακρυνή της λάβρα,
καὶ ξάλλαξε τὰ μαῦρα
μὲ χρώματ' ἀνοιχτά.

Μιανῆς, ὁποῦ στὸν πόλεμο
εἶχε δύο τέκνα χάσει,
ἐπῆρε τὸ κοράσι
τὴν ἔρμη φορεσιά.

Ἐδῶ ἀπὸ τότε ἀκούονται
τραγούδια νύχτα μέρα,
καὶ λίγο ἐκεῖθε πέρα
τῆς ἀκληριᾶς καϋμοί.

Ἀθλία τοῦ κόσμου ἀντίθεση!
Πάντα ἡ χαραὶς κ' οἱ πόνοι
ἀχώριστοι γειτόνοι
θὰ μείνουνε στὴ γῆ.

Φρονιμάδα

- Στὴ λάσπη κυλισμένη
βογγομαχᾷ ἡ πατρίδα
καὶ λίγοι φαντασμένοι,
ποῦ στὸν ἀέρα ζοῦν,
γιὰ δόξαις καὶ γιὰ ἐλπίδα
τολμᾶνε καὶ μιλοῦν;

Σπάστε τους, ναί, μὲ ξύλα
καὶ πέτραις τὰ κεφάλια!
Τὰ φλογερά τους φύλλα,
οἱ στίχοι, τὰ πεζὰ
μᾶς φέραν τόσα χάλια
καὶ τέτοια συφορά.

Χτυπᾶτε τους! ὁ τόπος
ψωμὶ ζητάει καὶ ἀλήθεια.
Ἂς πέσῃ ὁ δημοκόπος,
ὁ ἀγύρτης, ὁ τρελλός,
ποῦ πλάθει παραμύθια,
καὶ στ' ἄλλα μένει ἀργός. -

Φοβούμενος μὴ λάχῃ
κ' ἐμέ, σὲ τόση ἀντράλα,
κἀμμία ξυλιὰ στὴ ράχη,
ἐφώναξα: Παιδιά,
τὰ δίκια σας μεγάλα,
μεγάλα, φοβερά!

Τὰ φύλλα, τὰ βιβλία
σωριάστε σταὶς Ἀθήναις,
καί, μ' ἄκρα ὁμογνωμία
σταὶς ἐπαρχίαις, παντοῦ,
ἂς γένουν λαμπατίναις,
σὰ νἄταν τ' Ἅϊ-Γιαννιοῦ.

Ἀλλὰ σὲ κάθε τσέπη,
πρὶν ἔργο τέτοιο γένῃ,
ὁ Φαλμεράγερ πρέπει
μ' εὐλάβια νὰ σωθῇ.
Μὴ δὲ μᾶς εἶπε ξένη,
πολύσπορη φυλή;

Μάλιστα ἐγὼ προτείνω,
καὶ δὲν τὸ λέω γιὰ γέλοιο,
βιβλίο καθὼς ἐκεῖνο
τὴν κάθε Κυριακή,
κατόπι ἀπ' τὸ βαγγέλιο,
ἀργὰ νὰ διαβαστῇ.

Σὰν ἔτσι ἀπὸ τὸ ψέμα
ξεκαθαρίσῃ ὁ βοῦρκος,
μὲ νέο σταὶς φλέβαις αἷμα,
ἀδιάφορο ὁ Γραικός,
θὰ λέῃ πῶς εἶναι Τοῦρκος,
Ἀράπης, Γερμανός.

Ἂμ νὰ χαθοῦν ἐκεῖνοι,
ποῦ, δίχως φρονιμάδα,
μία φοῦχτα Ρωμιοσύνη,
μία γῆς κατουρησιά,
ὠνόμασαν Ἑλλάδα,
μὲ μοῦτρα σοβαρά.

Ὅσοι τ' ἀθῷο κεφάλι
μᾶς φούσκωσαν μὲ μία
καταγωγὴ μεγάλη
ἂς πέσουν, ἂς χαθοῦν!
Τὰ φύλλα, τὰ βιβλία
δὲ φτάνει νὰ καοῦν.

Γυρεύει κι' ἄλλα μέτρα
ὁ νέος καλὸς ἀγῶνας.
Ἰδέστε αὐτοῦ μία πέτρα
στὴν ἄλλη ἀπανωτή,
γιατ' εἶναι ὁ Παρθενῶνας
ἀνάβει τὴν ψυχή.

Πόσαις ὀργιαὶς χωράφι,
πόσο μᾶς κλέφτουν στάρι,
ἐδῶ σπαρμένοι τάφοι,
μεγάλο θέατρο 'κεῖ,
ποῦ εἶν' ἔρμο ἀπομεινάρι,
καὶ λὲς ποῦ σοῦ μιλεῖ!

Ἀπὸ τὸ μαῦρο τοῖχο
τριγύρω στὸν ἀέρα,
τοῦ Σοφοκλῆ τὸ στίχο
φαντάζεσαι ν' ἀκοῦς,
καὶ 'ς ἄλλη οὐράνια σφαῖρα
ξάφνου πετιέται ὁ νοῦς.

Δὲ φτάνει τοῦτο· σκάφτουν
τὴ γῆ σὲ κἄποια μέρη,
καὶ ἀπὸ βαθυὰ ξεθάφτουν,
σὰ μέγα θησαυρό,
ἕνα κομμάτι χέρι,
μία μύτη, ἕνα Θεό.

Γυναίκαις, ἀθλητάδες,
παιδιῶν, ἡρώων κεφάλια,
σὲ ταχτικαὶς ἀράδαις
μὲς τὰ Μουσεῖα θωρᾷς,
καὶ χάνεις τὰ πασχάλια
χωρὶς νὰ τὸ νογᾷς.

Ἐδῶ κιτρινιασμένα
βλέπεις ναοῦ λιθάρια·
ζωὴ τὸ Εἰκοσιένα
παίρνει ὀμπροστά σου ἀλλοῦ,
στὴ μέση ἀπὸ βλαστάρια
τοῦ ἀθάνατου καιροῦ.

Μὲ φλογερὰ στοιχεῖα
τριγύρω, ἀπάνου, χάμου,
ἂν κάνωμε κἀμμία
μεγάλη τρέλλα, ἐγὼ
- Τί νὰ σᾶς πῶ, παιδιά μου! -
τὸ βρίσκω φυσικό.

Ἀλλά, σὰν ἔθνος βγάλῃ
τὸ ξίφος ἀπ' τὴ θήκη,
μὲς τὴν πολέμια ζάλη,
στὴν ἄγρια ταραχὴ
χαροκοποῦν οἱ λύκοι,
καὶ κλαῖνε οἱ πιστικοί.

Λοιπὸν ἀπ' τὰ μεγάλα
ὁ νοῦς ἂς χαμηλώσῃ.
Κάτου τ' ἀρχαῖα! καὶ τ' ἄλλα
θροφὴ πελάγου ἢ στιᾶς·
νὰ βάλῃ ὁ κόσμος γνώση,
νὰ τρέχῃ καὶ ὁ παρᾶς.

Ἂν ἐθνισμοῦ μας χνάρι
δὲ θέλετε νὰ ὑπάρχῃ,
φέρτε τσαπὶ καὶ φτυάρι,
καί, μ' ἤσυχη καρδιά,
τὸν ἴδιο Πατριάρχη
ξεθάψετε, παιδιά.

Ἂς πάψῃ ἀπὸ τὸ μνῆμα
τὸ νοῦ μας νὰ ταράζῃ!
Σὰν ξαναπάῃ στὸ κῦμα,
θὰ ἰδῆτε πῶς καὶ αὐτὸ
τριγύρω του ἀναβράζει
μὲ κόκκινον ἀφρό.

https://el.wikisource.org

















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου