Τρίτη, 16 Ιουνίου 2015

Ιστίου Τόπος,Δημιουργική Γραφή με τη Σοφία Νινιού "Βίκυ Στυλιανού -Μάης ξανά!"






Aλήθεια… πόσοι Μάηδες είχαν περάσει από τότε; Ένας, δύο, δέκα, είκοσι, σαράντα… Δεν τους μετρούσε πια. Και να που τώρα, βρισκόταν πάλι εδώ.

Ήταν γύρω στα τέλη του Μάη κι η Τζένη, η κόρη του καλύτερου του φίλου, τον είχε καλέσει στο γάμο της μ’έναν ομογενή, από τους λίγους που είχαν μείνει πίσω στην Αίγυπτο. Αυτή ήταν μιας πρώτης τάξης ευκαιρία να ξαναβρεθεί στην Αλεξάνδρεια των παιδικών του χρόνων, στον τόπο που τον ανέθρεψε, στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Η νοσταλγία τον πλημμύρισε. Δεν θα έχανε με τίποτα αυτό το ταξίδι.

Είχαν έρθει από την Αθήνα, όλοι μαζί παρέα στην ίδια πτήση. Ο Χάρης, ο συνέταιρός του, με τη γυναίκα και τις κόρες τους, την Τζένη και τις δύο μικρότερες αδελφές της, ο αδελφός του Χάρη με την οικογένειά του κι ο ίδιος ο Γιώργος, μόνος. Η οικογένεια του Γιώργου δεν μπόρεσε να τον συνοδεύσει στο ταξίδι αυτό. Η κόρη του Γιώργου με τον άνδρα της, μόλις είχαν αποκτήσει δίδυμα και δεν μπορούσαν ν’ακολουθήσουν. Η γυναίκα του η Τάνια έμεινε κι αυτή πίσω στην Αθήνα για να βοηθάει με τα δίδυμα κι ο γιός του βρισκόταν στο Λονδίνο, όπου σπούδαζε αρχιτεκτονική.

Εκείνο το βράδυ ο Γιώργος, δεν κατάφερε να κλείσει μάτι. Εξουθενωμένος από τις βόλτες και τις περιηγήσεις, τις ατέλειωτες συζητήσεις, το φαγοπότι και τις περιποιήσεις στο σπίτι του γαμπρού, ήταν βέβαιος ότι μόλις επέστρεφε στο ξενοδοχείο του, θα έκανε ένα δροσερό ντους και θα έπεφτε σε λήθαργο. Όμως, η ζέστη ήταν αποπνικτική και εκείνο το εκνευριστικό σφύριγμα του αέρα που έβγαινε μέσα από τις γρίλιες του αιρ κοντίσιον, τελικά δεν τον άφησε να κοιμηθεί.

Ευτυχώς, το ξενοδοχείο Cecil διέθετε 24ωρο room service, γιατί ήταν ήδη περασμένες τέσσερεις το πρωί, όταν ζήτησε να του φέρουν ένα ζεστό ποτήρι αιγυπτιακό τσάι με γάλα. Το αιγυπτιακό τσάι είναι εθνική σπεσιαλιτέ. Κατάμαυρο, με έντονο άρωμα και εξαιρετικά πικρή γεύση που γλυκαίνεται με μπόλικη αιγυπτιακή ζάχαρη από ζαχαροκάλαμο. Ο σερβιτόρος πρόσθεσε το γάλα, ολοκλήρωσε το τελετουργικό του σερβιρίσματος κι έδωσε δύο απότομα χτυπήματα στο αιρ κοντίσιον που ως εκ θαύματος σταμάτησε να σφυρίζει. Ύστερα, με δύο χαρακτηριστικές υποκλίσεις του κεφαλιού τον ευχαρίστησε για το γενναίο μπαχτσίσι που του έδωσε και βγήκε αθόρυβα από το δωμάτιο.

Ο Γιώργος ανακάθησε στο κρεβάτι ν’απολαύσει το τσάι του. Η γνώριμη αγαπημένη γεύση από το ζεστό ρόφημα, τον έφερε πάλι πίσω, στα χρόνια της Αλεξάνδρειας. Ήπιε μερικές απολαυστικές γουλιές και χάθηκε στις σκέψεις και στις αναμνήσεις του. Θυμήθηκε το σχολείο, την εκκλησία, τους παιδικούς του φίλους, την μαντμαζέλ Colbert, τις διακοπές δίπλα στη θάλασσα, τα πρώτα χτυποκάρδια. Το χάραμα τον βρήκε ξύπνιο. Κοίταξε την ώρα στο κομψό ρολόι του. Έξη παρά τέταρτο. Τελικά το πήρε απόφαση. Δεν υπήρχε πλέον περίπτωση να κοιμηθεί. Η μέρα που ξημέρωνε όμως, ήταν όλη δική του!

Ο Χάρης με τους δικούς του και την οικογένεια του γαμπρού, ήταν απασχολημένοι με τις ετοιμασίες του γάμου και της δεξίωσης που θ’ακολουθούσε. Ο Γιώργος ανακουφισμένος που είχε μία ολόκληρη μέρα στη διάθεσή του, είχε καταστρώσει το δικό του πρόγραμμα. Θα κατέβαινε για πρωινό νωρίς κι ύστερα θα πήγαινε να επισκεφθεί την Bibliotheca Alexandrina, το νέο αρχιτεκτονικό και πολιτιστικό κόσμημα της πόλης, που απήχε από το ξενοδοχείο του, μόλις 5 λεπτά, με τα πόδια. Μετά, σκόπευε να ναυλώσει μία άμαξα με άλογα για να κάνει μία μεγάλη βόλτα κατά μήκος της “κορνίς” μέχρι τη Montazah, όπως πήγαινε κάθε Κυριακή πρωί με τους γονείς του, τον παλιό καλό καιρό. Για να ξεμουδιάσει, θα έκανε ένα περίπατο στους υπέροχους βασιλικούς κήπους της Montazah, γύρω από το θερινό παλάτι που αρχικά είχε κτίστεί για τον βασιληά Φουάντ τον Α’ και ύστερα για να δροσιστεί θα πήγαινε για μπάνιο στην υπέροχη πλαζ που απλωνόταν μπροστά στο παλάτι. Μετά το μπάνιο θ’άραζε στη ζεστή αμμουδιά μέχρι αργά το απόγευμα που θα επέστρεφε για φαγητό στο Café De La Paix, που βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο ξενοδοχείο του. Ήταν κατενθουσιασμένος με το πρόγραμμά του.

Σηκώθηκε ράθυμα και κατευθύνθηκε προς το μεγάλο παράθυρο που έβλεπε ανατολικά. Περίμενε να περάσει λίγο η ώρα, μέχρι τις 7.00 που άνοιγε η αίθουσα του πρωινού. Βολεύτηκε αναπαυτικά στην κομψή βελούδινη μπερζέρα δίπλα στο μπαλκόνι και βάλθηκε να κυττάζει έξω από το τζάμι την αγαπημένη του πόλη. Αυτή την ώρα, οι δρόμοι ήταν ήσυχοι και τ’αυτοκίνητα λιγοστά, τα περισσότερα παρκαρισμένα με απόλυτη τάξη στην πίσω πλευρά του πάρκου. Ο χρόνος έμοιαζε να΄χει σταματήσει σ' αυτή την συνήθως πολύβουη πλατεία. Ούτε φύλλο δεν κουνιόταν στους ψιλόλιγνους φοίνικες του πάρκου κι η θάλασσα, που σχεδόν πάντα στο σημείο αυτό ήταν αγριεμένη, τώρα ήταν ήρεμη και ακίνητη σαν λάδι.

Σιγά-σιγά άρχισαν να ξετρυπώνουν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου, λούζοντας με το χρυσό τους φως τις ανάγλυφες στέγες των κτιρίων στο βάθος. Κάτω στο δρόμο οι λάμπες του Δήμου, δεν είχαν σβήσει ακόμα και φώτιζαν αμυδρά το πάρκο με το σκοτεινό άγαλμα του Σάαντ Ζαγλούλ που ατενίζει τον ορίζοντα με τη Μεσόγειο ν’απλώνεται σ’όλο της το μεγαλείο μπροστά στην πλατεία. 

Εκτός από την ησυχία και τα ακινητοποιημένα αυτοκίνητα, όλα τ'άλλα είχαν παραμείνει όπως τα θυμόταν από παλιά, τότε που ήταν μικρό παιδί. Τα ίδια κτίρια, το ίδιο περιφραγμένο πάρκο με τα πέτρινα παγκάκια, τους φοίνικες και το φροντισμένο γρασίδι. Η νοσταλγία και οι αναμνήσεις τον συνεπήραν πάλι. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε με λαχτάρα στο γνώριμο τοπίο. Και ξαφνικά την είδε!

Καθόταν όπως πάντα στο αγαπημένο της παγκάκι, απ' όπου μπορούσε να εποπτεύει όλη την περιοχή του πάρκου που έπαιζαν τα μικρά παιδιά. Λεπτή και ντελικάτη, με τα μαλλιά δεμένα πίσω σε αυστηρό σινιόν. Φορούσε το ίδιο γαλάζιο φόρεμα με το χαμογελαστό ντεκολτέ και το λευκό πικεδένιο γιακαδάκι. Ο Γιωργάκης καθόταν δίπλα της και κλωτσούσε δυνατά τον αέρα εναλλάξ, περιμένοντας ανυπόμονα τους φίλους του για να παίξουν στο πάρκο. Α, να κι ο Μίμης, λίγο πιο κει, μόλις είχε καταφθάσει με τη μητέρα και τον μικρότερο αδελφό του, που καθόταν ήσυχα στο καροτσάκι του. Αυτό ήταν. Μόλις τους είδε ο Γιωργάκης, τινάχθηκε σαν ελατήριο κι έτρεξε να τους προϋπαντήσει. Στην άλλη άκρη της πλατείας, στη γωνία του ξενοδοχείου Metropole ξεπρόβαλλαν οι γνώριμες φιγούρες της Μadame Channon με τον Άρη και την Μίνα. Ερχόταν πάντοτε στις έξη κι έφευγαν στις 7 ακριβώς. Αυτή ήταν η ώρα των παιδιών.




Σιγά-σιγά το πάρκο γέμισε ζωή και χαρούμενες παιδικές φωνές. Αγόρια και κορίτσια χωρισμένα σε παρέες, άλλα έτρεχαν λαχανιασμένα να κρυφτούν πίσω από το τεράστιο βάθρο με το άγαλμα, άλλα έπαιζαν μπάλα κι άλλα είχαν βαλθεί ν' ανεβοκατεβαίνουν δύο δύο τα σκαλιά γύρω από τη βάση του μεγάλου βάθρου. 

H ώρα τώρα ήταν περασμένες επτά, η Madame Channon με τον Άρη και τη Μίνα είχαν ήδη φύγει, αλλά ο Γιωργάκης με τον Μίμη συνέχιζαν να τρέχουν αλαφιασμένα πάνω-κάτω. Σήμερα, απολάμβαναν το ξέφρενο παιχνίδι τους περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Δεν έλεγαν να σταματήσουν. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Ο Γιωργάκης παρά την κούραση αισθανόταν τόσο ανάλαφρος, σχεδόν πετούσε. Ο ιδρώτας έτρεχε στα μάτια και στο πρόσωπό του, αλλά αυτόν δεν τον πτοούσε τίποτα. Ούτε τον ένοιαξε όταν μετά από μία θεαματική βουτιά βρέθηκε πεσμένος με τη μύτη καρφωμένη στο γρασίδι και το δεξί του γόνατο νάχει γδαρθεί πάνω στο παρτέρι. Η έντονη μυρωδιά της γης τον έκανε προς στιγμή να σκεφτεί: “… τι όμορφα που μυρίζει η γη”, αλλά την ίδια στιγμή η φωνή του Μίμη που τον φώναζε από μακριά τον έκανε αμέσως να τα ξεχάσει όλα.

Ίσα που έριξε μία γρήγορη, επιπόλαιη ματιά στο τραύμα του και σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, έκανε να σηκωθεί όρθιος για να συνεχίσουν με τον Μίμη το παιχνίδι τους, αλλά η κομψή φιγούρα της mademoiselle Colbert, μέσα στο υπέροχο γαλάζιο φόρεμα που μοσχομύριζε λεβάντα και γιασεμί, του έκοψε τη φόρα. Τον ακούμπησε απαλά στον ώμο και τον υποχρέωσε να ξακανακαθίσει μαλακά στο χαμηλό παρτέρι. Κάθισε κι εκείνη δίπλα του και μ'ένα καθαρό μαντηλάκι του σκούπισε καλά το πρόσωπο και τη λασπωμένη μύτη του. Ύστερα εξέτασε προσεκτικά το γόνατό του και ξέπλυνε την πληγή με μερικές σταγόνες οξυζενέ από ένα μικρό μπουκαλάκι που έβγαλε από την πελώρια τσάντα της. Αυτό τον έτσουξε λίγο, του'ρθε να ουρλιάξει, αλλά δάγκωσε τα χείλη του και δεν έβγαλε άχνα. Ο πόνος στο γόνατο ήταν τώρα πιο δυνατός, αλλά εκείνος ήταν αποφασισμένος να μην προδοθεί, γι’αυτό σφίγγοντας τα δόντια αφέθηκε στα επιδέξια δάχτυλα της μαντμαζελ που του περιποιήθηκε το γόνατο και έπειτα τύλιξε απαλά την πληγή με μία καθαρή γάζα.

“Τι ανυπόφορη ζέστη” είπε η mademoiselle Colbert και συνέχισε μονολογώντας: “αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη…”.

Ύστερα σηκώθηκε βιαστικά ισιώνοντας το γαλάζιο φόρεμά της. Ο Γιωργάκης τη μιμήθηκε χαρούμενος που είχαν ξεμπερδέψει γρήγορα. Όμως το ντελικάτο χέρι της πάνω στον ώμο του, δεν του άφηνε κανένα περιθώριο.

"Ώρα να πηγαίνουμε μικρέ μου κύριε" είπε στα γαλλικά η mademoiselle Colbert, παίρνοντας πάλι το σοβαρό της ύφος και τονίζοντας επίτηδες τις τελευταίες λέξεις μία-μία.

"Μα σήμερα είναι Σάββατο, ίσως θα μπορούσαμε να καθήσουμε λίγο ακόμα" αποτόλμησε ο Γιωργάκης σε άπταιστα γαλλικά και για να την "καλοπιάσει" βιάστηκε να συμπληρώσει :

"Χάρη σε σας μαντμαζέλ νοιώθω πολύ καλά. Το γόνατό μου δεν πονάει καθόλου."

"Αρκετά για σήμερα. Είναι ήδη αργά. Η άμαξα είναι κιόλας εδώ και μας περιμένει" του απάντησε η μαντμαζέλ μ'εκείνο το ύφος που ο Γιωργάκης ήξερε πολύ καλά πως δεν σήκωνε αντιρρήσεις.

Ο διαπεραστικός ήχος μίας επίμονης κόρνας αυτοκινήτου και το στρίγγλισμα από το απότομο φρενάρισμα τον έκαναν ν'αναπηδήσει. Είχε πια νυχτώσει για τα καλά. Έψαξε με το βλέμμα του στο σκοτάδι να βρει την άμαξα και τον αμαξά που τους περίμενε, αλλά το μόνο που κατάφερε να διακρίνει ήταν τα καπώ των αυτοκινήτων που γυάλιζαν κάτω από τα φώτα του δρόμου. Γύρω του, οι φωτισμένοι δρόμοι της πλατείας έσφυζαν από κόσμο, κίνηση και φασαρία, σε αντίθεση με το πάρκο που τώρα ήταν μισοσκότεινο, έρημο και σιωπηλό, γεμάτο σκιές. Ο Γιώργος απογοητευμένος κατάλαβε ότι τον είχε πάρει ο ύπνος και σε μια απέλπιδα προσπάθεια να κρατήσει τ’όνειρό του ζωντανό, σηκώθηκε απότομα από την βελούδινη μπερζέρα και έτρεξε βιαστικά στο δρόμο.

Λίγα λεπτά αργότερα βρισκόταν μπροστά στο παρτέρι των παιδικών του χρόνων. Εκεί που μόλις λίγη ώρα πριν είχε δει την μαντμαζέλ Colbert να του σκουπίζει τον ιδρώτα και τη λάσπη από το πρόσωπο και να δένει το τραυματισμένο του γόνατο. Αποκαμωμένος και μπερδεμένος ακόμη από τη συγκίνηση και τ’όνειρο, κάθισε στο χαμηλό παρτέρι και κλείνοντας τα μάτια πήρε μία βαθιά ανάσα και ρούφηξε με λαχτάρα τις γνώριμες μυρωδιές που πλανιόταν στον αέρα.

"Αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη…" σκέφτηκε με νοσταλγία.

Ένας ασυγκράτητος χείμαρρος μνήμες και συναισθήματα τον πλημμύρισαν. Τα μάτια του πνίγηκαν στα δάκρυά του. Γονάτισε στο παρτέρι και φίλησε με ευλάβεια το χώμα, την αγαπημένη γη, την γη της Αλεξάνδρειας και ξέσπασε σε αναφυλλητά.

Σηκώθηκε από το παρτέρι και κάθησε στο παγκάκι της μαντμαζέλ. Α… η μαντμαζέλ Colbert, ο Μίμης, ο Άρης, η Μίνα… Πού να ήταν άραγε τώρα όλοι αυτοί; Αλήθεια, πόσοι Μάηδες είχαν περάσει από τότε… Πόσο νοσταλγούσε να βρεθεί ξανά μαζί τους. Ποιος ξέρει αν θα μπορούσε ποτέ να τους ξαναδεί, να τους μιλήσει, να τους αγγίξει;

Ξαφνικά μία φαεινή ιδέα φώτισε τη σκέψη του. Μα πως δεν το είχε σκεφτεί τόσον καιρό; Θα έψαχνε να τους βρει ένα-ένα και θα τους προσκαλούσε να βρεθούν όλοι μαζί, ακριβώς εδώ, σ’αυτή την πλατεία. Θα τους έφερνε ακόμα κι από τα πέρατα της γης. Θα πλήρωνε ο ίδιος τα εισητήριά τους αν χρειαζόταν. Η προοπτική να τους ξαναδεί ήταν συνταρακτική. Δεν κρατιόταν. Θα ξεκινούσε την αναζήτηση απόψε κιόλας. Μέσω facebook. Η καρδιά του φτερούγισε στο στήθος του από λαχτάρα και ελπίδα. Σκούπισε τα βουρκωμένα του μάτια του με την ανάστροφη του χεριού του. Σηκώθηκε βιαστικά από το παγκάκι και κατευθύνθηκε με γρήγορα βήματα προς το ξενοδοχείο του. Ήταν γεμάτος ανυπομονησία σαν τον μικρό Γιωργάκη, αλλά ένοιωθε ανάλαφρος, τόσο ανάλαφρος σχεδόν πετούσε.


Ιστίου Τόπος,Δημιουργική Γραφή με τη Σοφία Νινιού



Ο διαδικτυακός αυτός τόπος δημιουργήθηκε για να φιλοξενεί τα κείμενα, που μέσω του μαθήματος της δημιουργικής γραφής, που διδάσκω, εμπνεύστηκαν και έγραψαν οι εκπαιδευόμενοι.
Αφορμή στάθηκε η συνεργασία μου την Άνοιξη του 2015 με τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης των Δήμων
Μοσχάτου-Ταύρου
Καλλιθέας
Αλίμου
Στο χώρο όμως αυτό φιλοξενούνται και τα κείμενα φίλων, που εξ αποστάσεως συμβουλεύω και διδάσκω.
Επέλεξα το μάθημα αυτό, γιατί πιστεύω στην απελευθερωτική του επίδραση στην ψυχή του ανθρώπου, γιατί τον εισάγει στην Τέχνη και του ανοίγει δρόμους στην έκφραση των συναισθημάτων του και στη διατύπωση της σκέψης του.
Σοφία Νινιού


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου