Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

Ιστίου Τόπος,Δημιουργική Γραφή με τη Σοφία Νινιού " Ελένη Χριστοπούλου - Έλα, κυρά μου! "

  

Τράβηξε την κουρτίνα από το παράθυρο της κουζίνας και άφησε το βλέμμα της  να περιπλανηθεί στην αυλή. Η άνοιξη κάλπαζε, βάφοντας με πράσινο χρώμα τις γλάστρες της αυλής και ο ήλιος φώτιζε το μπετόν αντανακλώντας τις ηλιαχτίδες στον αέρα.
    Η κυρά-Κική γέμισε την λεκάνη με νερό και ξεκίνησε να καθαρίζει πατάτες. Η φλεβίτιδα φούσκωνε τις γάμπες της και τα χρόνια βάραιναν τα πόδια, που προσπαθούσε να τα βολέψει στις παντόφλες. Σκέφτηκε  ότι έπρεπε να πείσει τον άντρα της να γυρίσουν στην Αθήνα. Πέρασαν τα ογδόντα. Θα έπρεπε να είναι κοντά στα παιδιά τους μα κυρίως  να είναι κοντά στους γιατρούς. Πώς να τον πείσει όμως τώρα, που φτιάχνει ο καιρός; Αυτός δεν έφευγε από το χωριό τον χειμώνα, τώρα θα έφευγε; Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της ψάχνοντας τον άντρα της στην αυλή, τις ρουφηξιές του καφέ, το άναμμα του αναπτήρα, το ρούφηγμα του τσιγάρου˙ δεν τον έβλεπε όμως. Το παράθυρο της κουζίνας έβλεπε στο πλατύ μέρος της αυλής, εκεί που φούντωνε η κληματαριά. Δεν μπορούσε να δει το τραπεζάκι, που έπινε τον καφέ του ο Βασίλης. «Μπα, δεν πειράζει» μουρμούρισε. Εξήντα χρόνια μαζί γνώριζε  όλες τις συνήθειες του, όλες τις κινήσεις του, ιεροτελεστία, που δεν άλλαζε. Θα πιεί δυο γουλιές καφέ, θα ανάψει τσιγάρο, θα περάσει το χέρι του πάνω από την γλάστρα με τον βασιλικό και θα ανοίξει το ράδιο να βρει λαϊκά τραγούδια, να σιγοτραγουδά καπνίζοντας. «Αχ, βρε Βασίλη, τα κατάφερες και ήρθαμε στο χωριό σου» μουρμούρισε η κυρά-Κική γεμάτη παράπονο.
    Το όνειρο του Βασίλη ήταν  να γυρίσει στο χωριό του που το εγκατέλειψε δώδεκα χρονών παλικαράκι.  Το μοιράστηκε με την Κική από την αρχή της γνωριμίας τους. Το Γενάρη του 1955 συναντήθηκαν σε ένα κέντρο σε μια στιγμή, που οι άγνωστοι ενώνονται γλεντώντας. Σηκώθηκε ο νεαρός Βασίλης  να χορέψει ένα ζεϊμπέκικο, ρίχνοντας ματιές έρωτα στην Κική. Και η νεαρή Κική έλιωσε, θαυμασμό έσταξαν τα μάτια της. Η εικοσάχρονη Κική και ο εικοσιπεντάχρονος Βασίλης παντρεύτηκαν τον Δεκέμβρη του 1955 και έστησαν την ζωή τους σε μια μονοκατοικία στον Ταύρο. Τα χρόνια πέρασαν φέρνοντας δυο παιδιά, τον Φώτη και τον Δημήτρη, η μονοκατοικία μεταμορφώθηκε σε τριώροφο και ο έρωτας εξελίχθηκε σε αγάπη , συντροφικότητα, συνήθεια. Ο Βασίλης να μην ξεχνά το χωριό του και η Κική ναεπιθυμεί μια κόρη.
    Τα πρώτα χρόνια μοιραζόταν η Κική το όνειρο του άντρα της από έρωτα. Αργότερα ήξερε ότι οι υποχρεώσεις τους δε θα τους το επέτρεπαν. Φοβήθηκε για μια στιγμή, όταν ο Βασίλης βγήκε στην σύνταξη αλλά είχαν έρθει τα εγγόνια-το πρώτο κορίτσι-τα παιδιά είχαν την ανάγκη τους ακόμα. . Έγιναν   πέντε τα εγγόνια―τρία του ενός γιού, δυο του άλλου―, η Κική μεταμορφώθηκε σε γιαγιά-τροφός να  ανεβοκατεβαίνει σκάλες και ο Βασίλης πηλός στα χέρια των μικρών. Ξεχάστηκαν  υα σχέδια του Βασίλη, χαλάρωσε η Κική. Αλλά η επιθυμία του άντρα της  ξύπνησε πριν από δεκαπέντε χρόνια˙ μάλλον πάντα ξύπνια ήταν. «Τελειώσαμε εδώ Κική, φεύγουμε για τι χωριό» της ανακοίνωσε ένα πρωί. Κεραμίδα στο κεφάλι της έπεσε, νόμιζε ότι το χωριό είχε ξεχαστεί. Τι να προσπαθεί να του αλλάξει γνώμη, τι να του λέει για τα εγγόνια που τους είχαν ανάγκη, τι να του θυμίζει την ηλικία τους… Ανυποχώρητος ο Βασίλης, τα είχε σχεδιάσει όλα. Μια τελευταία ελπίδα είχε η Κική να απογοητευόταν ο Βασίλης μόλις έβλεπε το πατρικό του. Ένα σπίτι έρημο, που είχε χρόνια να κατοικηθεί με τα σημάδια της εγκατάλειψης απλωμένα στους τοίχους. Έπιασε τα εργαλεία ο Βασίλης να  αναστηλώσει το σπίτι, γκρέμισε την τελευταία ελπίδα της Κικής.
    «Α, ρε μπάρμπα- Βασίλη» μουρμούρισε η κυρά- Κική καθώς καθάριζε τις πατάτες. «μ έφερες στο χωριό, ξέχασα να περπατώ στην λεωφόρο. Γεράσαμε. Εδώ θα μας θάψουν. Ρίζωσες σαν γέρο-πλάτανος και μένα σταφίδιασαν τα χέρια μου. Με το ζόρι θα σε πάρω να γυρίσουμε στην Αθήνα και αν δεν θες, θα γυρίσω μόνη μου. Ήρθε η ώρα να τα ακούσεις γέρο-τράγο».
    Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της πάλι να δει πού βρίσκεται ο άντρας της  μπας και πάρει φόρα και του πει για την απόφασή της να γυρίσει στα παιδιά στην Αθήνα. Την άκρη του χεριού του είδε απλωμένη, γέρικη να κρατά το  κομπολόι του και το αυτί της έπιασε την εισαγωγή ενός τραγουδιού. Με ένα χαμόγελο στο ρυτιδιασμένο της πρόσωπο φώναξε «δυνάμωσέ το»  «έλα έξω, κυρά μου, να σου χορέψω όπως τότε» απάντησε ο μπάρμπα-Βασίλης. Η κυρά-Κική  έσυρε τα γεμάτα φλεβίτιδα πόδια της και άνοιξε την πόρτα της κουζίνας. Και βγήκε η Κική νεράϊδα με τα καστανά μαλλιά της λυτά στους ώμους για να χτυπήσει παλαμάκια προσκαλώντας τον έρωτα σε ένα ζεϊμπέκικο του Βασίλη με στιβαρά πόδια και φτερά αετού τα χέρια. Και ο έρωτας παιχνιδιάρης  ανάμεσα στο ζεϊμπέκικο, που ανοίγει τη γη και στα μάτια λατρείας να τραγουδά στην πίστα του Τζίμη του Χοντρού παρέα με τον Ντίλιγκερ:
«Απόψε είναι βαριά 
η δόλια μου η καρδιά 
σκοτείνιασαν τα πέρατα 
και ερήμωσαν οι δρόμοι 
κι εμένα το κορίτσι μου 
δε φάνηκε ακόμη» 


                           Ιστίου Τόπος,Δημιουργική Γραφή με τη Σοφία Νινιού


Ο διαδικτυακός αυτός τόπος δημιουργήθηκε για να φιλοξενεί τα κείμενα, που μέσω του μαθήματος της δημιουργικής γραφής, που διδάσκω, εμπνεύστηκαν και έγραψαν οι εκπαιδευόμενοι.
Αφορμή στάθηκε η συνεργασία μου την Άνοιξη του 2015 με τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης των Δήμων
Μοσχάτου-Ταύρου
Καλλιθέας
Αλίμου
Στο χώρο όμως αυτό φιλοξενούνται και τα κείμενα φίλων, που εξ αποστάσεως συμβουλεύω και διδάσκω.
Επέλεξα το μάθημα αυτό, γιατί πιστεύω στην απελευθερωτική του επίδραση στην ψυχή του ανθρώπου, γιατί τον εισάγει στην Τέχνη και του ανοίγει δρόμους στην έκφραση των συναισθημάτων του και στη διατύπωση της σκέψης του.
Σοφία Νινιού

https://sites.google.com/site/istioutopos/home





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου