Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

ΑΡΓΥΡΗΣ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗΣ (1849-1923)


Ο Αργύρης Εφταλιώτης (ψευδώνυμο του Κλεάνθη Μιχαηλίδη) γεννήθηκε στο Μόλυβο της Λέσβου, γιος του δασκάλου Κωνσταντίνου Μιχαηλίδη. Στη γενέτειρά του πέρασε τα παιδικά και μαθητικά χρόνια του και πραγματοποίησε τις εγκύκλιες σπουδές του στο ιδιωτικό σχολείο του πατέρα του. Το 1866 πέθανε ο πατέρας του και ο δεκαεφτάχρονος τότε Αργύρης ανέλαβε να συνεχίσει τη διδασκαλία των συμμαθητών του ως το τέλος της χρονιάς. Το 1866 ξενιτεύτηκε λόγω των οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζε η οικογένειά του. Εργάστηκε αρχικά στην Πόλη, κοντά στον τραπεζίτη αδερφό της μητέρας του και κατόπιν στο Μάντσεστερ της Αγγλίας, όπου συνδέθηκε φιλικά με τον Αλέξανδρο Πάλλη και τον Δ.Π.Πετροκόκκινο και εντάχτηκε στον πυρήνα του δημοτικιστικού κινήματος. παράλληλα υπήρξε ενεργό μέλος του ελληνικού φιλολογικού συλλόγου Λόγιος Ερμής του Μάντσεστερ, πραγματοποίησε ομιλίες, μελέτησε τους αρχαίους έλληνες κλασικούς, καθώς επίσης άγγλους και γάλλους λογοτέχνες και μπήκε σε λόγιους και λογοτεχνικούς κύκλους. Η εμπορική του σταδιοδρομία στην Αγγλία υπήρξε επιτυχημένη και σύντομα άνοιξε κατάστημα με τη δική του επωνυμία. Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 1870-1880 προσλήφθηκε στον εμπορικό οίκο των αδελφών Ράλλη και εγκαταστάθηκε στο Λίβερπουλ. Εκεί παντρεύτηκε την Ελισσάβετ Γκράχαμ. Στα πλαίσια της επαγγελματικής του δραστηριότητας ταξίδεψε σε διάφορες πόλεις της Αγγλίας και στη Βομβάη των Ινδιών με έξι ενδιάμεσες επισκέψεις στην Ελλάδα ως το τέλος της ζωής του. Το 1891 επισκέφτηκε το Παρίσι, όπου γνωρίστηκε με τον Ψυχάρη. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του κλονίστηκε η ψυχική υγεία του και αποσύρθηκε στο Cab d' Antibes της Γαλλίας, όπου πέθανε σε ηλικία 74 χρόνων. Η είσοδος του Εφταλιώτη στο χώρο της λογοτεχνίας τοποθετείται χρονικά γύρω στο 1869 με μεταφράσεις ποιημάτων και συγγραφή πρωτοτύπων ποιητικών έργων σε λογοτεχνικά περιοδικά όπως η Ελληνική Βιβλιοθήκη. Ακολούθησαν μεταφράσεις έργων των Μπάιρον και Μακώλεϋ. Το 1889 με προτροπή του Αλέξανδρου Πάλλη που στάθηκε στενός φίλος και πνευματικός οδηγός του πήρε μέρος στο Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό με τη συλλογή του Τραγούδια ξενιτευμένου, που τιμήθηκε με έπαινο. Τον επόμενο χρόνο πήρε ξανά μέρος στον ίδιο διαγωνισμό με τις συλλογές Ο καθρέφτης του πύργου μου και Αγάπης λόγια, δε βραβεύτηκε ωστόσο, κάτι που προκάλεσε την αντίδραση μεταξύ άλλων και του Παλαμά, ο οποίος επαίνεσε το έργο του Εφταλιώτη, απέδωσε την αδικία κατά του ποιητή στο ότι η γλώσσα του ήταν δημοτική και εναντιώθηκε στον τότε εισηγητή της κριτικής επιτροπής του Φιλαδέλφειου Άγγελο Βλάχο. 
Ο Εφταλιώτης συνέχισε να γράφει ποιήματα, όχι όμως συστηματικά. Από το 1891 στράφηκε συστηματικά προς την πεζογραφία, καλλιεργώντας τη δημοτική γλώσσα και εμμένοντας θεματικά στον πόνο της ξενιτιάς και τη λαχτάρα των ξενιτεμένων για την πατρίδα. Το πιο χαρακτηρηστικό πεζογράφημά του είναι οι Νησιώτικες ιστορίες, που εκδόθηκαν το 1894 και αποτελούν συλλογή ηθογραφικών διηγημάτων που δημοσίευε από το 1889 στην Εστία. Το 1900 εξέδωσε τη Μαζώχτρα και το Βουρκόλακα το μοναδικό θεατρικό έργο του (εμπνευσμένο από το τραγούδι Του νεκρού αδελφού και με στόχο την ανανέωση της νεοελληνικής δραματουργίας με θέματα από τη σύγχρονη ιστορία). Στη Μαζώχτρα ο Εφταλιώτης αποπειράται ένα πέρασμα από την απλή ηθογραφία στην ψυχογραφική διείσδυση. Έγραψε επίσης ένα μυθιστόρημα το Ο Μανόλης ο Ντελμπεντέρης. Παράλληλα από το 1892 ασχολήθηκε με τη διδακτική πεζογραφία και τις ιστορικές μελέτες, εκδίδοντας την Ιστορία της Ρωμιοσύνης (1901) και τα Ιστορικά ξεγυμνώματα (1908). Το 1914 ξεκίνησε να μεταφράζει την Οδύσσεια του Ομήρου, έργο που έμεινε ανολοκλήρωτο λόγω του θανάτου του. Τη συνέχισή του (ραψωδίες φ΄ - ω΄) ανέλαβε ο Νικόλαος Ποριώτης.http://www.ekebi.gr/

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ 
ΠΟΙΗΣΗ 
Η ποίηση καλύπτει χρονικά μάλλον την περίοδο της νιότης του Εφταλιώτη, αφού μετά το 1890 συνέθεσε ελάχιστα ποιήματα. Το ποιητικό έργο του βρίσκεται κυρίως συγκεντρωμένο στη συλλογή «Παλιοί σκοποί» (1909), όπου είναι ενσωματωμένα και τα «Τραγούδια του ξενητεμένου». Πέρα από αυτή, υπάρχει το «Τραγούδι της Ζωής», που πρωτοκυκλοφόρησε σε γαλλική μετάφραση μετά τον θάνατό του από τον Μ. Βάλσα (1929), και τα επίσης μεταθανατίως δημοσιευμένα σονέτα «Αγάπης λόγια», τα οποία τύπωσε ο Γ. Βαλέτας.
Από τα ποιήματα του Εφταλιώτη ξεχωρίζουν εκείνα όπου ο λαϊκός τόνος μαζί με ένα πηγαίο λυρισμό δίνει μια ιδιαίτερη γοητεία όμως είναι το «Ό Καθρέφτης του πύργου» το 1891. Γραμματολογικώς, το ενδιαφέρον όλων παραμένει, αφού συνδέονται άμεσα με την περίοδο της ανόδου του δημοτικισμού.
Πηγή φωτογραφίας 
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ 
Το πεζό έργο του λογοτέχνη είναι πολύπλευρο. Αρχίζει χρονολογικά με τη συλλογή διηγημάτων «Νησιώτικες ιστορίες»(1894), με την οποία και εξασφάλισε μια θέση στη νεοελληνική διηγηματογραφία αμέσως μετά από εκείνη του Καρκαβίτσα. Στις ιστορίες του αυτές με το άφθονο ηθογραφικό υλικό ενυπάρχει η πνοή μιας γνήσιας ελληνικότητας, που δεν ξεπέφτει ποτέ στην κοινοτοπία και δεν καταφεύγει σε εύκολες λύσεις για να τραβήξει την προσοχή του αναγνώστη. Αξεπέραστος ανάμεσα στους ήρωές τους θεωρείται ο Μαρίνος Κοντάρας, του ομώνυμου διηγήματος. Το διήγημα αυτό μεταφράσθηκε και στη γαλλική γλώσσα από τον ελληνιστή γλωσσολόγο Ιμπέρ Περνό το 1901, ενώ το 1948 γυρίστηκε και σε ελληνικήκινηματογραφική ταινία με πρωταγωνιστή τον Μάνο Κατράκη.
Αξιόλογο θεωρείται και το διήγημα «Μαζώχτρα» (1900), εμπνευσμένο από την Κρήτη και τις αλλεπάλληλες επαναστάσεις της τον 19ο αιώνα. Τα διηγήματα είναι η σημαντικότερη συνεισφορά του Εφταλιώτη στη νεοελληνική λογοτεχνία. Ωστόσο έγραψε και ένα μυθιστόρημα: το «Μανώλης ο Ντελμπεντέρης» το 1899, που δημοσιεύθηκε στον πρώτο τόμο των «Απάντων» του το 1952. Το μυθιστόρημα αυτό έχει τα χαρακτηριστικά ελαττώματα που δυσκολεύουν την ανάγνωση πολλών κειμένων της εποχής του: φόρτο περιγραφών, μακροπερίοδο λόγο, λεξιθηρία κάποτε. Σε αντιστάθμισμα, τα προσόντα του είναι η ειλικρίνεια των προθέσεων, τα πλούσια και ποικίλα στοιχεία από μια ανεκμετάλλευτη ως τότε από τη νεοελληνική πεζογραφία θεματική: τον απόδημο ελληνισμό, που τον γνώρισε και ο ίδιος με πολύχρονη προσωπική επαφή.
Για την ηθογραφική του δύναμη, ο Εφταλιώτης είχε συγκριθεί από τον Ψυχάρη με τον Ρώσο συγγραφέα Ιβάν Τουργκένιεφ. Πολλά από τα διηγήματα του Μυτιληνιού λογοτέχνη έχουν δημοσιευθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό «Εστία» και είχαν μεταφρασθεί στα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα ισπανικά ήδη στα μέσα του εικοστού αιώνα.

ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΕΡΓΟ
Πηγή φωτογραφίας 
Ο Εφταλιώτης συνέγραψε τις «Φυλλάδες του Γεροδήμου» (1897) ως ένα ιστορικό ανάγνωσμα καί ένα είδος φρονηματιστικής πρόζας με την μορφή διηγημάτων που οι ομοϊδεάτες του το ονόμασαν «Βαγγέλιο» για παιδιά, αλλά η διάρθρωση και το περιεχόμενό τους τις καθιστά πιο προσιτές στους μεγάλους. Οι «Φυλλάδες» αυτές προαναγγέλλουν κατά κάποιο τρόπο το επόμενο έργο του, την «Ιστορία της Ρωμιοσύνης» (1901), με ευρύτερους στόχους και προοπτικές, που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Ο Φώτος Πολίτης έγραψε για τον Εφταλιώτη: «Ποιητής δεν ήτο. Κατά βάθος ήτο πατριώτης αγνός. Ο αγών του υπήρξε κατ' εξοχήν κριτικός.». Ιστορικό του έργο, αλλά σε διαφορετικό κλίμα, είναι και το «Οι μεγάλοι μας Βυζαντινοί», που βρέθηκε στα ανέκδοτα γραπτά του. Σε αυτό παρουσιάζει με γλαφυρότητα τους μεγάλους σταθμούς της βυζαντινής ιστορίας τονίζοντας τις προσωπικότητες που την καταξίωσαν.Επίσης δημοσίευσε στον Νουμά λαικά παραμύθια
Ο Αργύρης Εφταλιώτης έγραψε και ένα θεατρικό έργο, τον «Βουρκόλακα» (1900), που πρωτοπαίχθηκε στη Βάρνα όταν υπήρχε εκεί ακμαίος ελληνισμός. Το έργο αντλεί από την πλούσια πηγή των δημοτικών τραγουδιών, ενώ αντανακλά με χαρακτηριστικό τρόπο και τις αισθητικές προτιμήσεις του συγγραφέα. Ο Εφταλιώτης ήταν θερμός υποστηρικτής της δημοτικής γλώσσας στην ποίηση,την οποία και χρησιμοποιούσε κατά κόρον, είχε έναν δυναμισμό και ταυτόχρονα διακρινόταν από ευγένεια και μετριοπάθεια στην χρήση ακραίων ιδιωματικών τύπων. Τα ποιήματά του τα χαρακτήριζε μια ποικιλία ρυθμών και λυγεράδα στον στίχο αφού θα ήταν καλύτερα έτσι αν δεν θεωρούσε χρέος του να τα γράψει έτσι ώστε να μην ξεχωρίζουν όπως ο ίδιος έλεγε από τα δημοτικά τραγούδια και τα έγραφε έτσι επειδή τα θεωρούσε πως ήταν το μοναδικό μέσο με το οποίο η Ελλάδα θα γνώριζε την εθνική της αναγέννηση θα ήταν ή δημοτική γλώσσα και ο φορέας της ή δημοτική παράδοση.
Επιλογή από τα έργα του Εφταλιώτη εκδόθηκε το 1921 υπό τον τίτλο «Εκλεχτές σελίδες».
ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ 
Σημαντικό είναι και το μεταφραστικό έργο του Εφταλιώτη. Εκτός από τις μεταφράσεις ποιημάτων των Πέρσι ΣέλλεϋΒύρωνα,Λονγκφέλοου κ.ά., απέδωσε στη νεοελληνική στίχους των Μυτιληνιών αρχαίων ποιητών Σαπφούς και Αλκαίου. Αλλά το απόγειο της μεταφραστικής του δουλειάς είναι η απόδοση της Οδύσσειας του Ομήρου κατά την περίοδο του Ά Παγκοσμίου πολέμου απογοητευμένος από τις ιστορικές εξελίξεις και εξαιτίας της κακής κατάστασης της υγείας του ως ένα είδος φυγής. Παρότι της αφιέρωσε πολλά χρόνια εντατικής εργασίας, δεν πρόφθασε να μεταφράσει τις τρεις τελευταίες ραψωδίεςφτάνοντας μέχρι την ραψωδία φ. Αποτόλμησε να τον συμπληρώσει σε αυτό ο Ν. Ποριώτης. Η μετάφραση της Οδύσσειας από τον Εφταλιώτη, παρά τις ατέλειές της, θεωρείται η καλύτερη ίσως απόδοση του ομηρικού έπους στη δημοτική νεοελληνική γλώσσα. Ό Ψυχάρης είπε για τον Εφταλιώτη:’’Τα ρωμέικα συ μόνο τα γράφεις.Εμείς πού καί πού αρπάζουμε ένα ψίχουλο’’

Πηγή φωτογραφίας 
ΠΟΙΗΜΑΤΑ 

Τραγούδι της Ζωής

Σε βλέπω ταξιδιώτισσα ξενιτεμένη
καθώς που σ' είδα μια φορά σ' ένα ακρογιάλι,
κοπέλλα βεργολυγερή και χαϊδεμένη,
με μια πλεξούδα καστανή, μ' αφράτα κάλλη.

Ρωτώ τα μαύρα μάτια σου και λέω πως ξέρεις
να κλεις της νιότης τον καημό στα σωθικά σου.
Ρωτώ τα χείλη σου και λες πως θε να φέρεις
χρόνια καλότυχα στο νιό της αρεσκειάς σου.

Λαμπρό φεγγάρι να το πω το πρόσωπό σου,
δε κατεβαίνει τέτοιο φως απ' το φεγγάρι.
Να σου το πω βασιλικό το στάσιμό σου,

δε στάθηκε βασίλισσα με τόση χάρη.
Η όψη σου μιά αγγελική χαρά σκορπάει,
που γίνετ' άγγελος κι αυτός που σε θωράει.
****
Τραγούδι της ταβέρνας

Πάρε μαχαίρι κόψε με καὶ ρίξε τὰ κομμάτια μου,
Μάτια μου!
Καὶ ρίξ' τα μέσα στὸ γιαλό.
Ἀπ' τὴ στιγμὴ ποῦ μἄφησες τὸν κόσμο αὐτὸ σιχάθηκα,
Χάθηκα
Καὶ δὲν ἐλπίζω πιὰ καλό.

Ἄ βάζῃς τώρα τἄσπρα σου καὶ τὰ μαλαματένια σου,
Ἔννοια σου,
Θἀρθῇ ὁ καιρὸς ποῦ θὰ θρηνῇς,
Ποῦ θὰ σταθῇς στὸ μνῆμα μου νὰ πῇς ἕνα παράπονο,
Κι ἄπονο
Θὰ μ' εὕρῃς ὅσο κι ἄν πονῇς.

Πάρε φωτιὰ καὶ κάψε με κι ἀντάμα μὲ τὴ στάχτη μου
Τἄχτι μου
Μὲς στὰ πελάγη νὰ σκορπᾶς,
Νὰ μὴ σὲ βρῇ τὸ κρῖμα μου, μαριόλα μου Ἠπειρώτισσα,
Ρώτησα
Καὶ μοὖπαν ἄλλον ἀγαπᾶς.
****
Όνειρο

Εἶδα πῶς γύρισα ἀπ' τὰ ξένα
Καὶ στ' ὥριο βρέθηκα σπιτάκι
Ποῦ μιὰ φορὰ μικρὸ παιδάκι
Περνοῦσα χρόνια βλογημένα.

Ἄχ, ζοῦσε τὸ σπιτάκι ἀκόμα!
Τὰ γιασουμιά του γύρω ἀνθοῦσαν,
Μὰ ἀδέρφια μέσα πιὰ δὲν ζοῦσαν,
Τἀδέρφια τἆχε φάει τὸ χῶμα!

Κ' εἶδα πῶς τἆχαν ἀσπρισμένα
Ὀγδόντα χρόνια τὰ μαλλιά μου,
Κ' εἶταν ἀδύνατη ἡ λαλιά μου,
Κ' εἶταν τὰ μάτια μου σβυσμένα.

Κ' εἶδα πῶς πλάγιασα στὸ μέρος
Ποῦ μιὰ φορὰ μικρὸς κοιμούμουν,
Κι ἄν εἶναι ἀλήθεια συλλογιούμουν
Πῶς τυραννιέμαι τώρα γέρος.

Κ' εἶδα πῶς ἔρριχτε μιὰ ἀχτίδα
Κι' ὁ ἥλιος πρὸς τὸ παραθύρι,
Σὰ νὰ ζητοῦσε πρὶ νὰ γύρῃ,
Στὸ θάνατο νὰ δώσῃ ἐλπίδα.

Καὶ σιγανὰ ψυχομαχοῦσα
Σὲ πρῶτο καὶ στερνὸ κρεββάτι,
Κι ἀπὸ τὸ φύσημα τοῦ μπάτη
Νὰ πάρω ἀναπνοὴ ζητοῦσα.

Καὶ λόγιαζα μὲ θλίψη γύρω,
Καὶ κοίταζα τὴ στέγη ἀπάνω,
Κ' εἶπα, καιρός μου νὰ πεθάνω,
Καιρὸς στ' ἀδέρφια μου νὰ σύρω.

Κ' εἶδα πῶς πέθανα μὲ εἰρήνη,
Καὶ πῶς μὲ πῆγαν δίχως θρῆνο
Στὸ ρημοκκλήσι, ποῦ κ' ἐκεῖνο
Πιὸ ἔρμο ὡς τώρα εἶχε γίνει.

Στ' ἀδέρφια μ' ἔφεραν κ' ἐμένα,
Νὰ μὲ χαροῦν τὰ κόκκαλά τους,
Ποῦ τοὺς ξεχνοῦσα στὰ καλά τους,
Καὶ γύριζα στὰ μαῦρα ξένα.
****
Αγάπης λόγια

Σα μου μηνάς πως σε λυπούν τα βάσανά μου
πως έρχετ’ ως τα σπλάχνα σου ετούτ’ η φλόγα,
τα μάτια μου δακρύζουνε και η καρδιά μου
πονεί σαν πρωτοβύζαχτης μανούλας ρώγα.
Όχι, δε θα σου λέγω πλιο πως απεθαίνω,
του όρνιου ο ίσκιος ο ψυχρός δε θα περνάει
πάνω από τέτοιο μέτωπο χαριτωμένο,
που ‘πλάστη ν’ ακτινοβολεί και να γελάει.
Δεν θα σου λέγω πως πονώ, θα λέγω «ελπίζω»,
απ’ το μικρό μου κι έρημο αυτό καντήλι
θα στέρνω λίγο φως χωρίς να σου θυμίζω
πως λάδι δε μου μένει πλιο μηδέ φιτίλι.
Αχ μη μου λες πως σε γελώ –γελώ τον πόνο
για να μην έρθει και διπλό μας φέρει φόνο.

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 

Πρώτη Αγάπη - Από τη συλλογή Νησιώτικες ιστορίες

Πρέπει να ήμουν ως δώδεκα χρονών και πρέπει να ήταν εκείνη ως έντεκα. Δε την έβλεπα μήτε στην εκκλησιά, μήτε στον κλήδωνα, μήτε στη βρύση, μήτε στο παράθυρι. Η μάνα της κι η μάνα μου δεν είχανε πολλές φιλίες.
Εκεί που την έβλεπα δεν είμαστε οι δυό μοναχοί. Είμαστε οχτώ-δέκα αγόρια της προκοπής, αποφασισμένα να μάθουμε τι θα πει παρέμφατο και να φέρουμε τον πολιτισμό στο χωριό. Και πέντ-έξι κορίτσια, που ερχόντανε δυό ώρες τη μέρα και κάθιζαν από το άλλο πλάγι του γέρου δάσκαλου και τεχνολογούσανε με μια χάρη, που σ' έκαναν, ήθελες δεν ήθελες, να την αγαπάς τη γραμματική.
Τη χάρη φυσικά την είχανε, γιατί ήταν όλες μικρούλες, όχι πως ήτανε κι όμορφες όλες. Για το δικό μου το γούστο, όμορφη ήτανε μια μοναχή κι αυτή ήταν η ...αγαπητικιά μου!
Τι λόγο ξεστόμισα! Από που κι ως που αγαπητικιά! Μήτε λέξη δεν της είπα ποτές. Μήτε με το δαχτυλάκι μου δεν τ' άγγιξα τ' αφράτο το χέρι της. Μήτ' η αναπνοή μου δεν μπορούσε να πάει κοντά της και να τη χαϊδέψει. Το μόνο που πηδούσε κάποτες από τα χείλη μου στα χειλάκια της ήτανε το ρήμα 'λείπω', σαν το κλίναμε ο καθένας απ' ένα χρόνο με τη σειρά και ταίριαζε να είμαι εγώ στερνός στη δική μας τη σειρά κι εκείνη πρώτη στων κοριτσιών. 'Ελελείμεθα, ελέλειφθε' πήγαινε να πει και σκόνταβε και χαμογελούσε και τότες πια εγώ, που περίμενα μέρες και μέρες αφορμή να της δώσω ένα, ας είναι και συμμαζεμένο, χαμόγελο, έλαμπα ολοπρόσωπος καθώς την κοίταζα, χωρίς φόβο να μη το νιώσει ο δάσκαλος το τρομερό μυστικό μας. Έπεφταν τότες τα μάτια της στο βιβλίο απάνω, κοκκινίζανε τα δυό μάγουλά της κι άρχιζε το πλαγινό κορίτσι τον άλλο χρόνο.
Μάτια και πάλι μάτια! Δίχως εσάς, μήτε πρώτη, μήτε στερνή αγάπη δε θα είχαμε! Οι ματιές μου σαν έμπαινε στην παράδοση, οι ματιές της σαν έβγαινε να πάει σπίτι, αυτές ήταν οι όρκοι μας, τα τραγούδια μας, τα φιλιά μας, αυτές ήτανε και τα ραβασάκια μας. Με το καιρό και χωρίς ν' αλλάξουμε αναμεταξύ μας μιά λέξη, την κάμαμ' επιστήμη τη τέχνη αυτή των ματιών. Ήτανε λογής-λογής οι ματιές της. Η ματιά της αδιαφορίας, που μου την έσκιζε τη καρδιά, του θυμού, που μ' έκαιγε σαν τ' άστροπελέκι. Η άπιστη η ματιά σε κανέναν άλλο, που μ' έλιωνε σαν το κερί και μ' αφάνιζε. Ύστερα πάλι η ήρεμη και γλυκιά ματιά της αγάπης, που ξανάβαζε τη ψυχή μου στο τόπο της και σύχαζα. Οι δικιές μου οι ματιές, όσο πολυσήμαντες κι αν ήτανε κι αυτές, δεν είχαν όμως τέτοιες τρομερές αλλαγές. Η ίδια η αφοσίωση, ο ίδιος ο καημός, το ίδιο βάσανο, πάντα.
Τρεις μήνες πρέπει να πέρασαν έτσι. Ξυπνούσ' από το πρώτο το λάλημα και την ώρα δεν έβλεπα να πάω σκολειό. Η μάνα μου με καμάρωνε και μ' έβλεπε από τώρα Δεσπότη.
Ήμουνε πρώτος-πρώτος στο σκολειό πάντα κι ωστόσο δε το κατάφερα να τη βρω μοναχή μια φορά, μήτε πηγαινάμενη, μήτε φτασμένη. Αυτό ήταν η λαχτάρα μου τώρα, αυτό ήτανε τ' όνειρό μου. Να τη δω μοναχή, ας είναι και μια στιγμή. Να της πω μιά και καλή πως πεθαίνω, πως έσβησα, άλλη σωτεριά δεν έχ' η ζωή μου παρά τη παντοτινή της αγάπη. Τα 'λεγα ολ' αυτά με τις φλογερές τις ματιές μου, μα η αχόρταγη η καρδιά γύρευε λόγια. Αυτή δεν ήξερε τι θα πει μέτρο και γνώση, αυτή όλο μου φώναζε: "Μπρος! Έχει κι άλλες απόλαψες η αγάπη!"
Μα πως να της δώσω να καταλάβει, πως θέλω να της μιλήσω! Εδώ οι ματιές δε σώνουν. Εδώ χρειάζεται ραβασάκι. Χίλιες φορές το 'γραψα και το ξανάγραψα. Το 'παιρνα μαζί μου αποφασισμένος να μη ντραπώ, να μη φοβηθώ μήτε δάσκαλο, μήτε πρωτόσκολο, μόνο να της δώσω κρυφά το χαρτάκι σ' ένα βιβλίο, καλαμάρι, ό,τι τύχει. Ήρχουνταν η ώρα και κόβουνταν η καρδιά μου! Δεν αποκοτούσα! Κι έπαιρνα μαζί μου το χαρτί βγαίνοντας και το 'κανα κομμάτια και καταριόμουνε την ώρα που γεννήθηκα τέτοιος ανωφέλητος φοβητσιάρης.
Ήταν ότι άρχιζε καλοκαίρι σα σηκώθηκα ένα πρωΐ και πήγα μπροστά στη Παναγιά και το 'καμα όρκο, πως θα της δώσω εκείνη τη μέρα το ραβασάκι κι α δε της το δώσω, να πέσει φωτιά να με κάψει.
Πήγα σκολειό πρώτος πάλι. Έρχουνται όλα τ' αγόρια, όλα τα κορίτσια. Μαυρίζουνε τα μάτια μου να κοιτάζω τη πόρτα, του κάκου! Η μικρή μου δε φαίνεται! Διαβάζει ο δάσκαλος τον κατάλογο, έρχεται στην Αργυρώ... σιωπή. -"Που είναι η Αργυρώ;" ρωτά ο δάσκαλος μια συντρόφισσά της.
Η μάνα της αρρώστησε κι έμεινε σπίτι. Βαριά καρδιά που την έπαιρνα μαζί μου γυρίζοντας σπίτι το μεσημέρι εκείνο! Τι να κάμω, που να πάω, να βραδιάσει γλήγορα και να ξημερώσει!
Ξημερώνει, ξαναπηγαίνω σκολειό... τα ίδια! Περνά μιά βδομάδα, δυό βδομάδες... ένας μήνας ήτανε περασμένος σαν είπε μια μέρα ένα κορίτσι του δασκάλου, πως πέθανε η μάνα της Αργυρώς και πως δε θα ξανάρθει πιά σκολειό η μικρή.
Πρέπει να 'μουν ως εικοσιπέντε χρονών τότε που πρωτογύρισα από τη ξενιτιά να δω τους δικούς μου. Ήρθαν όλοι οι παλιοί οι φίλοι κι όλες οι παλιές οι φιλενάδες να με δουν. Ήρθε από την άλλη άκρη του χωριού κι η Αργυρώ, παντρεμένη κοπέλα με δυό παιδιά. Της μίλησα και μου μίλησε πρώτη φορά. Της είπα και μου 'πε χίλια πράματα, για τα παιδιά της, την ομορφιά και ξυπνάδα τους, τη χαρά μου που βρίσκω τη γριά μου τόσο καλά. Για όλ' αυτά χύθηκ' ένας ποταμός λόγια και για τη πρώτη μας την αγάπη, την αξέχαστη εκείνη την αγάπη, καθώς τότες, έτσι και τώρα, δεν είπαμε μήτε λέξη!
****
Τ' όμορφο το χωριό - Από τη συλλογή Η μαζώχτρα και άλλες ιστορίες

Τ’ άκουγε ο μικρός ο Παυλής πως είχε ένα όμορφο χωριό ως μιάμιση ώρα από το δικό του πίσω από τ’ αντικρυνό το βουνό, και το λόγιαζε με βαθιά λαχτάρα και με κάμποση στενοχώρια το βουνό εκείνο, που του ’κρυβε το χωριό και δεν τον άφηνε να δει από μακριά μήτε σπίτια μήτε παράθυρα ν’ αντιφέγγουνε με το βασίλεμα του ήλιου, καθώς γυάλιζαν άλλα χωριά σε όρη πιο μακρινότερα. Και το είχε καημό στα δεκάξι του χρόνια που δεν τον αφήνανε να πεταχτεί και να πάει να το σεργιανίσει ή μονάχος του ή και με σύντροφο, τώρα που ήταν κι ο δρόμος αμαξωτός· παρά μόλις ύστερ’ από μήνες και μήνες παρακάλια έστερξαν οι γονιοί του να ξεκινήσει με το νονό του, που είχε φίλους εκεί και συχνοπήγαινε για να τους βλέπει.
Μέτρο δεν είχε τότες η χαρά του Παυλή. Μήτε στον Άγιο Τάφο να πήγαινε. Κι άξιζε στ’ αλήθεια να ονειρεύεται τ’ όμορφο το χωριό, γιατί, άφησε που τα σπίτια του στέκουνταν το καθένα και στο περιβόλι του μέσα μέσα, άφησε που τρεχάμενα νερά το δρόσιζαν κι ακούραστα αηδόνια το γλέντιζαν, ήταν κι οι κάτοικοι του πιο ανοιχτόκαρδοι από τους χωριανούς του Παυλή, γεννημένους σε τόπο πιο γυμνό και πιο βουνίσιο, που λεμονιά κι α φύτρωνε, μήτε να φουντώσει μήτε να λουλουδίσει δε δύνουνταν.
Ξεκίνησε Παυλής και νονός από το σπίτι πρωί πρωί, πρι να πλακώσει το κάμα. Περπατάμενοι κι οι δυο τους. Ένα ζεμπίλι σε ραβδί περασμένο, μια ο ένας στον ώμο του μια ο άλλος, και πηγαίνανε.
Στο μισό το δρόμο, κατά την Αγία Λεμονή, ρημοκλήσι ανάμεσα στα δυο τα βουνά (ήτανε δυο τα βουνά, και όχι ένα καθώς φαίνουνταν από μακριά) μέσα στις λυγαριές, τις ασπαρτιές και τα μύρα, άνοιξαν το ζεμπίλι και τσίμπησαν κάτι δίπλα σε κρύα βρυσούλα.
Δεν μπορούσε ως τότε ο Παυλής να καλοκαθίσει και πολλήν ώρα· κάθε λίγο και κοίταζε κατά τ’ όμορφο το χωριό, ρωτώντας το νονό του πόσους γύρους ακόμα κάμνει ο δρόμος κι από που θα πρωτοφανούνε τα σπίτια.
— Άλλη μισή ώρα και θα προβάλει το χωριό σαν κοπέλα μπροστά μας.
Ο δρόμος τώρα κι ομπρός άλλαζε κάθε τόσο. Μια λιόδεντρα, μια χωράφια, κι άξαφνα μήτε λιόδεντρα μήτε χωράφια, παρά θεόρατοι λαξεμένοι βράχοι από την κάθε πλευρά. Και καθώς διαβαίνανε, μήτε πενήντα βήματα μπροστά τους δε βλέπανε με το να γύριζε ο δρόμος πότε δεξά πότε ζερβά στα βουνίσια εκείνα τα μέρη.
— Άλλη μια θα γυρίσουμε και θα φανεί το χωριό, λέει ο νονός του Παυλή.
Βγήκανε δεν βγήκανε από το λαξευτό το δρόμο, και ξεφυτρώνει μπροστά τους πεντάμορφη θέα. Κάμπος βαθύς και δεντροσκέπαστος, βουνά παρακείθε αραδιασμένα σαν κύματα γιγαντένια, από τα δεξά γάλα η θάλασσα με δυο ρημονήσια παράπλευρα στη στεριά, δίπλα στ’ ακρογιάλι τ’ όμορφο το χωριό, που φέγγανε τα σπίτια του σα γλάστρες με τα λουλούδια, και τέλος καταμεσής στα σπίτια εκείνα—παράξενο θάμα!—βράχος που στεκότανε σαν κολοσσός δίχως ταίρι, ουρανόγγιχτος κολοσσός, μήτε τέχνη μήτε συμμετρία, κι ωστόσο μεγαλείο που σ’ έκαμνε και τόνε σεβούσουνα. Κι απάνω απάνω στου Κολοσσού την κορφή μεγάλη κατάλευκη Εκκλησιά, κι απάνω στην Εκκλησιά το Καμπαναριό, κάτασπρο κι αυτό, λαφρόστεκο και χαριτωμένο.
Τ’ άκουσε αυτά πολλές φορές ο Παυλής και τα πρόσμενε· μα τόση δα πάλι ομορφιά δεν την έλπιζε. Ο καταμεσινός μάλιστα ο βράχος, ο μονόπετρος εκείνος ο δράκος, που μέσα στην αντηλιά φαινότανε σα σύννεφο, σαν καπνός, με την εκκλησιά σαν κορώνα στημένη στην περήφανη του κορφή, τέτοιο πράμα δεν το χώρειε η φαντασία του.
Στάθηκε ο Παυλής και τήραγε την τόση τη χάρη, τήραγε το χωριό, τον κάμπο, το πέλαγο, και τα δυο τα ρημονήσια, τις βαρκούλες και τα περάματα στα βάθια του κόρφου, και του φάνηκαν όλα σαν κόσμος καινούργιος, και το καίγουνταν που δεν ήρθε πρωτύτερα να τον ανακαλύψει αυτόν τον καινούργιο τον κόσμο, και το παραξενεύουνταν, πώς γίνεται να πηγαινοέρχουνται τόσοι και τόσοι από τ’ όμορφο το χωριό, και να μην έρθει κανένας τρελαμένος από τα μάγια του και με το ζόρι να τους πάρει και να τους δείξει τ’ όμορφο το χωριό!
Ροβόλησαν τον κατήφορο βιαστικά βιαστικά, και χωρίς να το νοιώσουνε βρεθήκανε ολόμπροστα στο χωριό. Τα παρατηρούσε όλα ο Παυλής μ’ αχόρταγη δίψα. Έβλεπε τα καταπράσινα περιβόλια, τις πορτοκαλιές, τα νόστιμα τα σπιτάκια, τα χωριατόπουλα που παραιτούσανε τα παιχνίδια τους και στεκόντανε να σεργιανίσουν τους ξένους, τις χωριατοπούλες που κρυφόσκυβαν από τα παράθυρα να τους καλοκοιτάξουνε διάβηκε τέλος και πλάγι του βράχου, και το καλοξέτασε το πέτρινο το θεριό, τ’ αμέτρητα τα λιθάρια που κρεμιούνταν από τις ράχες του, άλλα σα χτισμένα απ’ ανθρώπινο χέρι, άλλα, σα να τα ’βαλε ξεπίτηδες ο Θεός για να φοβερίζει τους αμαρτωλούς από κάτω· είδε και τη λιθόχτιστη τη σκάλα με τα σιδερένια τα κάγκελα που ανέβαιναν οι Χριστιανοί στους Σπερνούς και στις Λειτουργίες—τα καμάρωσε όλα από κοντά και τα θάμασε, και θ’ ανέβαινε δίχως άλλο να προσκυνήσει κι αυτός, μόνο που ο ήλιος τους παράδερνε τώρα κι ήταν κι οι δυο τους αποσταμένοι. Τραβήξανε λοιπόν κατά το φόρο, και κει πέρα σε φιλικό μαγαζί καθίσανε να ξεκουραστούν και να δροσιστούνε με το κρυόνερο που ’τρεχε στη μέση του φόρου, πρι να ξεκινήσουν κατά το σπίτι του αρχόντου του Μαυρουδή που τους είχε προσκαλεσμένους.
Σαν αποξεκουράστηκαν και δηγήθηκε στους χωριανούς ο νονός τα νέα που διάβασε στην Αμάθεια (έτσι την έλεγε την «Αμάλθεια»), σηκώθηκαν και τράβηξαν κατά του κυρ-Μαυρουδή.
Ήταν το σπίτι αυτό από την άλλη την άκρη σε ξέχωρο μέρος, με πατώματα όχι πιότερα από δυο, μα αερικό, ολόδροσο, αυλή μαρμαρόστρωτη μέσα, παράθυρα και θύρες ορθάνοιχτες από κάθε μεριά, που οπόθε κι αν κοίταζες έβλεπες το λαχταριστό περιβόλι.
Κατάμπροστα στη μεγάλη τη θύρα κάτω από πηχτόφυλες κληματαριές αντίκρυ στις πιο φουντωμένες πορτοκαλιές, με το σεντριβάνι στη μέση που μέρα νύχτα ξετίναζε τ’ άργυρά του νερά, εκεί κάθουνταν ο κυρ-Μαυρουδής, και με το κομπολόγι στο χέρι έδινε προσταγές του Περιβολάρη. Εκεί τον ανταμώσανε, Παυλής και νονός. Προσηκώθηκε ο άρχοντας, τους καλωσόρισε, και τους κάθισε πλάγι του.
Ως πενήντα πέντε χρονών άνθρωπος ο κυρ-Μαυρουδής. Ανοιχτόκαρδος, πρόσχαρος. Τίποτις δεν τόνε χολόσκανε, όλα στο χωρατό συνήθιζε και τα γύριζε. Αγκαλά και τι έννοιες τις είχε! Άλλο τίποτις αμπελοχώραφα και περιβόλια στον κάμπο, όμορφο σπίτι, ένα κοριτσάκι ακόμα πιο όμορφο ό,τι πατούσε τα δεκατρία, και τη γυναίκα του. Η γυναίκα του θα πείτε σα δύστροπη· μα το κορίτσι είχε πάρει από τον πατέρα κι όχι από τη μάνα. Όλη του λοιπόν η αγάπη στη Σμαράγδα του καταστάλαξε. Όσο για τη μάνα της την Αμερισούδα, για λόγου της άλλο δεν είχε παρά μαριόλικο χαμογέλιο κάθε φορά που αρχινούσε λογομαχητά, πότε με παρακόρες, πότε με γειτόνισσες, και κάποτες και με τη μικρή. Με τον ίδιο τον γέρο πολλά λόγια δεν είχε η αρχόντισσα. Το χαμογέλιο του εκείνο τήνε σκότωνε.
Σαν καθίσανε στο πεζούλι και τα λέγανε, βγήκε κι η Μαυρουδού με την κόρη της και καλωσόρισαν τους μουσαφιρέους. Έγιναν τ’ ανερωτήματα, είπε ο Παυλής τα μηνύματα της μετέρας του, πήρε κι ο γέρος την κόρη στα γόνατά του, ρωτώντες την αν το γνώριζε τ’ όμορφο εκείνο τ’ αγόρι. Αυτού απάνω στραβομουριάζει η Μαυρουδού και τραβιέται μέσα, τάχα να φέρει το δίσκο. Ήρθε ωστόσο και ο δίσκος με το νεράντζι, ήρθε κι ο αναπόφευγος ο καφές. Κατόπι άνοιξαν απέραντες ομιλίες οι γέροι για τα δημοτικά τους, φόρους, κρίσες, διαθήκες, το ’να, τ’ άλλο, και σ’ αυτό το μεταξύ ξαναμπήκε η γριά να δώσει χέρι στις παρακόρες, να γίνει της ανθρωπιάς το φαΐ. Μείναντας έτσι μονάχος ο Παυλής άρχισε να κόβει γύρους στο περιβόλι. Βλέποντάς τον η μικρή αναπηδάει κι αυτή και τρέχει σιμά του. Κι αφορμή από τα χρυσοκόκκινα τα ψάρια που κολυμπούσανε στου σαντριβανιού την ολοστρόγγυλη γούρνα, άρχισαν κι αυτοί τα λόγια, πρώτα λίγα λίγα και κοντουλά, κατόπι σαν πιότερα, ώσπου ξεθάρρεψαν και γελούσαν κιόλας απάνω στην ομιλία.
Τους κοίταζε ο κυρ-Μαυρουδής από την πεζούλα κι έλεγε του νονού.
— Να ζευγάρι για προξενιά! Ένα λόγο από τη μάνα του, και με πιάνεις.
— Μα δε βλέπεις, κυρ-Μαυρουδή, τι μωρό που είναι ακόμ’ αυτός;
Κι ήτανε στ’ αλήθεια μωρό ακόμα ο Παυλής, κι ας ήτανε και δεκάξι.
Η μικρή σβέλτα, γελαστή, και μισωριμασμένη σαν την αγορίδα ό,τι φουσκώνει, του λαλούσε και του γλυκογελούσε με μάτια όσο μαύρα, τόσο και λαμπερά. Ο ξανθουλός όμως, ο ντροπαλός ο Παυλής, την κοίταζε σα να ήταν αυτός κορίτσι, κι άμα της ξανοίγουνταν κρυφόβλεπε και τους γέρους, μην τύχει και δεν το ’κριναν εύλογο να παρακουβεντιάζει με τη μικρή.
Από λόγο σε λόγο, από δέντρο σε δέντρο, βρέθηκαν ακόμα παραόξω, κρύφτηκαν από τους γέρους, κι άλλο πια δεν έβλεπαν του σπιτιού παρά τ’ απάνω τα παράθυρα. Κυνηγούσανε πεταλούδες, παραμόνευαν πουλιά, γυρεύανε να ξετρυπώσουν τον τζίτζικα που τους ξεκούφαινε από παράμερη συκαμινιά, κι απάνω σ’ αυτή τη λαχτάρα τους ήρθε να σκαλώσουν το δέντρο και να δούνε τον τζίτζικα. Τ’ αντροκόριτσο η Σμαράγδα άρχισε αυτή πρώτη. Ό,τι έκαμνε όμως να σκαρφαλώσει, πετάει η μάνα της από το παράθυρο μια φωνή.
— Να ’ρθεις μέσα και σε θέλω, Σμαράγδα!
Πηδάει κάτω η Σμαράγδα, σιάζει τα μαλλιά της, και δρόμο.
Μείναντας μονάχος του ο Παυλής και στενοχωρημένος που έγινε αφορμή να τη μαλώσουνε τη μικρή, τι να κάμει, τραβάει προς τους γέρους. Οι γέροι όμως ακόμα τα δικά τους. Σα να μην ένοιωσαν αυτοί τίποτις. Ξαναρχίζει λοιπόν τις βόλτες, παίρνει γύρω το σπίτι να δει και το πίσω το περιβόλι. Στάθηκε κει και τήραγε τον απέραντο κάμπο και τ’ ατέλειωτα τα βουνά. Και καθώς τα κοίταζε σαν ονειριασμένος, ακούγει από πάνω κλάματα και φωνές. Μισοπνιγμένες φωνές, μισοπνιγμένα κλάματα· κάθε τόσο και θυμωμένο ξεφωνητό γυναικίσιο, που ανεβοκατέβαινε μαζί με τις χτυπησιές· μαζί με το ξεφωνητό ανεβοκατέβαινε και το κλάμα.
Ήταν η μάνα, και την έδερνε τη Σμαράγδα που ξεθαρρεύτηκε τόσο.
Ταράχτηκε ο μικρός, δε βαστούσε να τ’ ακούγει το σπαραχτικό αυτό φωνοκόπι. Του τα ’σκιζε τα συκώτια του. Αποτραβιέται σε κάτι μυρτιές μέσα μονάχος, αθώρητος. Με κεφάλι σκυμμένο στέκουνταν εκεί και το ’κλαιγε το κορίτσι που βασανίζουνταν εξαιτίας του. Έμεινε εκεί κάμποσο. Κι όσο το συλλογιούνταν πως παιδεύτηκε η Σμαράγδα με το να γύρεψε να του δείξει φιλία, άλλο τόσο την πονούσε, άλλο τόσο την αγαπούσε τη δόλια τη μικρούλα.
Σαν πέρασαν τα κλάματα κι οι ραβδιές, άλλο πια δεν άκουγε ο Παυλής παρά τα γέρικα τα μουρμουρητά από μπρος, πουλιά και τζιτζίκους στα δέντρα, πετεινούς κι ορνίθια στη γειτονιά, και τα περονομάχαιρα που χτυπούσανε στρώνοντας το τραπέζι στη μεγάλη την κάμαρα.
Φωνάζει άξαφνα ο νονός του, πού γυρίζει μέσα στον ήλιο. Σφουγγίζει τα μάτια, του ο Παυλής, και ξεκινώντας ρίχτει ματιά κατά τ’ απάνω προς την πισινή τη μεριά του σπιτιού. Και τι να δει; Τη Σμαράγδα κλαμένη, ταπεινωμένη, απελπισμένη! Τραβιέται το κορίτσι αμέσως να μη φανεί. Εκείνος ωστόσο το είδε, το πόνεσε, και ζωγραφιούνταν ο πόνος του στην όψη του όλη. Την αγαπούσε πια ο Παυλής τη Σμαράγδα.
Έρχεται μεσημέρι, καθίζουνε στο φαΐ. Τραπέζι μουσαφίρικο. Έβγαλε ο κυρ-Μαυρουδής το πιο παλιό του κρασί, παράθεκε η κερα-Μαυρουδού τα πιο ορεχτικά φαγητά της. Η μικρή στο πλάγι της μάνας της, ο Παυλής κι ο νονός αντικρύ. Της Σμαράγδως τα δάκρυα στεγνωμένα πια τώρα. Αγκαλά συμμαζεμένη πάντα με της μάνας της την όψη τη σοβαρή. Δεν πολυβάσταξε ωστόσο ο συμμαζεμός αυτός της μικρής· ήξερε να την ξαναφέρνει στα νερά του ο γέρος, κι οι νοστιμιές του έπαιρναν κι έδιναν πάλι.
— Έλα τώρα να μας πιεις κι ένα κρασί στην υγειά του Παυλή, της κάνει δίνοντάς της ποτήρι.
Το παίρνει η μικρή το ποτήρι, κι ό,τι έκαμε ν’ ανοίξει το στόμα της αλλαξοθωρίζει. Κάτω το ποτήρι κι αναβλέπει τη μάνα. Σύννεφο η μάνα κι αστροπελέκι. Της είχε κρυφοπατήσει το πόδι της κόρης της μην τύχει και ξεστομίσει τίποτις άπρεπο, κι έτσι την τρόμαξε τη μικρή.
Ο νονός αντίκρυ, που την ήξερε τη νοικοκερά, άνοιξε αμέσως κουβέντα με τον Παυλή για το βράχο, ως πόσα σκαλοπάτια μαθές να ’χει. Πού να τα ξεκολλήσει όμως τώρα τα μάτια, του από τη Σμαράγδα ο σαστισμένος ο Παυλής! Τ’ απομάντεψε το τι έτρεξε, και ντρέπουνταν αυτός για την κόρη. Δεν τα ’χασε όμως κι ολότελα, παρά παίρνει ποτήρι και λέει να πιούνε πρώτα στην υγειά της Σμαράγδας! Δώσ’ του τότες κάχλανα ο κυρ-Μαυρουδής! Με πρόσωπο ολόπυρο από τα γκαρδιακά του τα γέλια αρπάζει ποτήρι ο γέρος, και φωνάζει πως άμποτες να τόνε δει τον Παυλή και γαμπρό της Σμαράγδας του·
Μύριες θωριές η Αμερισούδα! Όσο συνηθισμένα και να τα είχε τα γέλια του γέρου, τώρα πια της μπαίνανε στα στήθια σαν αλύπητες μαχαιριές. Αυτή μαθές να γυρεύει να κυβερνήσει την κόρη της, κι ο πατέρας της να την αρρεβωνιάζει κιόλας έτσι μωρό παιδί μ’ άλλο μωρό παιδί στο τραπέζι απάνω, αυτό να το καταπιεί δεν δενήθηκε. Το φυσούσ’ αυτό και δεν κρύωνε. Άλλαζε κι όλο άλλαζε χρώματα. Κόλλησαν τα χείλη της, κι ανοιγόκλειαν τα ρουθούνια της. Της κατεβαίνει άξαφνα σα ζαλάδα. Ακουμπάει κατά τα πίσω με χέρια σφιγμένα, πείσμα γεμάτα. θολώνουν τα μάτια της, κομπώνει ο λαιμός της, κι απομένει ασάλευτη.
Την κοίταξαν όλοι τρομαγμένοι.
— Λιγοθυμιά είναι, κάνει ο κυρ-Μαυρουδής, τίποτις δεν έχει. Συχνά το παθαίνει αυτό. Και παίρνει νερό και της χύνει μια ποτηριά.
Μικρό ξετίναμα και τίποτις άλλο. Έμειναν τα μάτια στηλωμένα, θαμπά.
Σηκώθησαν όλοι, έτρεξε ο νονός στου γιατρού, ήρθε ο γιατρός, την είπε συγκοπή της καρδιάς. Οι γειτόνισσες την είπανε χολόσκαση.
Την έκλαψε ο χρυσός ο Μαυρουδής κάμποσο τη γυναίκα του. Την έκλαψε κι η Σμαράγδα. Έμεινε ο Παυλής να τους κάμει συντροφιά τη νύχτα εκείνη, γύρισε ο νονός να πει τα μαντάτα της μάνας, και να μην τον προσμένει.


Την ανέβαινε τ’ αποταχύ ο Παυλής την Εκκλησιά του όμορφου του χωριού μαζί με τη θλιβερή τη συνοδιά, που ακλουθούσε το λείψανο. Πού να το φανταστεί τέτοιο πάθημα σαν ξεκινούσε κατά τ’ όμορφο το χωριό! Στάθηκε σε μιαν άκρη εκεί απάνω στο Νάρθηκα του Ναού, και τηρώντας γύρο την πεντάμορφη θέα, σαν όνειρο ακόμα το θάρρευε. Όνειρο, γιατί πονούσε η καρδιά του, αντίς να χαίρεται. Πονούσε για τόσα και τόσα, και το χερότερο, που α δεν ερχότανε στο χωριό, δε θα ’σκαγε η χολή της αρχόντισσας. Συλλογίστηκε ύστερα τ’ αρφανό το κορίτσι και τον έπιασε θλίψη βαριά και μεγάλη. Έτσι του ερχόντανε να γκρεμιστεί από τα σιδερένια τα κάγκελα.

Ζυγώνει ο γέρος ο Μαυρουδής και τον παίρνει από το χέρι.
— Να πάρεις τώρα την μικρή μαζί σου και να πάτε σπίτι εσείς, του λέει. Εμείς οι μεγάλοι θα πάμε στο Κοιμητήριο.
Πήρε ο Παυλής τη Σμαράγδα και κατέβηκαν. Πήγανε σπίτι, καθίσανε στο πεζούλι, και πρόσμεναν το χαροκαμένο το γέρο. Έκλαιγε η μικρή, και την παρηγορούσε ο Παυλής. Σε λίγο σηκώθηκαν, τράβηξαν κατά το σιντριβάνι, τις πορτοκαλιές—ως και στις συκαμινιές πήγαν. Παν τα δάκρυα αμέσως. Ουρανός απριλιάτικος. Έτρεχαν από δε κι από κει. Ως και τον τζίτζικα ζητήσανε να τον πιάσουνε πάλι! Και σαν ήρθε ο γέρος, τη βρήκε τη μικρή του στη συκαμινιά μισοσκαλωμένη.
Στάθηκε από μακριά και την κοίταζε την κόρη του με συλλογισμένο χαμόγελο.
— Αυτή θα τόνε γιατρέψει τον πόνο μου, είπε μονάχος του, και κείνο τ’ αγόρι θα γίνει ο νοικοκύρης μας.


Περάσανε χρόνια, ως εφτά ή οχτώ. Ο Παυλής είχε μισέψει στη ξενιτιά, μα ήταν από πρόπερσι μεταγυρισμένος.

Στο πεζούλι απάνω του Μαυρουδή κάθουνταν η τρυφερόκαρδη η Σμαράγδα και βύζαινε το πρωτογέννητό της. Ο γέρος ο Μαυρουδής κλάδευε τις πορτοκαλιές, και πότε πότε συντύχαινε και της κόρης του. Αμέ ο Παυλής, της Σμαράγδας ο άντρας; Έλειπε αυτός στο δικό του το χωριό, που πήγε να φέρει τη γριά του να ξανακαμαρώσει το χαδεμένο τ’ αγγόνι της.










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου