Σάββατο, 7 Ιουνίου 2014

ΣΤΑΥΡΑΤΗΣ ΑΛΕΞΗΣ "ΣΧΕΔΙΑΣΜΑΤΑ ΠΑΝΩ Σ’ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ. [ 30 διαφορετικοί τρόποι περιγραφής μιας χορευτικής κίνησης γυναίκας]. "

Fabian Perez - flamenco dancer 

                1.
Σε είδα να χορεύεις. Τα μάτια σου ήταν κρυμμένα πίσω από γυαλιά, κι ένα αδιόρατο χαμόγελο φώτιζε το πρόσωπό σου. Τα μακριά, ξανθά μαλλιά γινόταν σύννεφο που πότε -πότε έκρυβε τον κόσμο. Με μια σου κίνηση σήκωνες το χέρι κι ανέμιζες την ομορφιά σου προς τα πίσω. Κανένας δεν πρόσεχε τα βήματα που ρυθμικά έκαναν κύκλο στα λαίμαργα βλέμματά μας. Περιμέναμε την επόμενη κίνηση των χεριών σου, που θ’ άφηνες το στίγμα μοναδικό κι ευδιάκριτο στην αίθουσα που πλημμυρίζονταν από ανθρώπους.

                2.
Ήξερες ότι σε έβλεπαν. Η κόκκινη φωτιά που έζωνε το κορμί σου, άφηνε ακάλυπτους τους ώμους, και τα ξανθά μαλλιά ξεχώριζαν σαν φλόγα καλοκαιρινή. Πότε- πότε σήκωνες το ένα σου χέρι κι έπαιζες με τις πυρωμένες αισθήσεις μας. Μάζευες μια τούφα μαλλιών και την έριχνες προς τα πίσω,  ανάβοντας  περισσότερο τη φωτιά που έκαιγε πάνω στην πίστα. Η ορχήστρα δυνάμωνε το παιχνίδι, ελπίζοντας να επαναλάβεις τις κινήσεις, που σε έκαναν να ξεχωρίζεις και να μαγνητίζεις τα βλέφαρά μας.

                3.
 Βρισκόμασταν σε γάμο, και η νύφη, ντυμένη στ’ άσπρα, απολάμβανε σεμνά την ευτυχία της. Εσύ, όμως, φορούσες κόκκινα, ξεχωριστή παρουσία στο κατάμεστο πλήθος. Όταν μπήκες στο χορό, το ανάστημά σου ψήλωσε περισσότερο, και καθώς τα μαλλιά σου ακολουθούσαν τις κινήσεις, έμοιαζαν φωτοστέφανο που ευλογούσε το σώμα σου. Και όπως το φως έγερνε στο πρόσωπό σου, εσύ το μάζευες στα πέντε δάχτυλα και απαλά το επέστρεφες στον γλυπτό σου λαιμό. Εγώ σε έβλεπα άφωνος, έτοιμος να λατρέψω τη φλόγα των αγγέλων.

                4.
 Κοιτούσα αδιάφορα προς το χορό που έσερνε τα βήματά του. Ξαφνικά άστραψε φως και νόμισα πως κάποιος αποθανάτιζε το παρόν, πριν σβήσει άχρωμα στη μνήμη του. Όμως ήσουν εσύ. Τα ξανθά σου μαλλιά υψώθηκαν και φώτισε ολόκληρη η πίστα. Ένα αστέρι κόκκινο στροβιλίζονταν ανάμεσα στους χορευτές, και κάθε φορά που βλέπαμε μια αστραπή στον ορίζοντα, ήταν από τα χέρια σου που μάζευαν προς τα πίσω τα μαλλιά. Γινόσουν επίτηδες κομήτης, κι αιχμαλώτιζες για πάντα τα έκπληκτα βλέμματά μας.

                5.
 Επέμενες να τρέφεις τα όνειρά μας. Κουνούσες ρυθμικά το σώμα και η κόκκινη σημαία του αναστάτωνε τις ναρκωμένες αισθήσεις μας. Τα λυμένα μαλλιά σου γίνονταν κύματα που ταξίδευαν στον αέρα, και με μια κίνηση του χεριού βύθιζες σε απόγνωση τους ναυαγούς. Έφτιαχνες, δήθεν, το χτένισμά σου, ενώ εσύ ήθελες να βλέπουμε ολόκληρη την ομορφιά, όπως την είχες θαυμάσει στον καθρέφτη, όπως ήξερες τι ονειρεύεται ένας άντρας για μια θάλασσα που μοιάζει με γυναίκα.

                6.
 Κοίταξες προς τα κάτω και χαμογέλασες αδιόρατα. Ήξερες πως δεκάδες μάτια ακολουθούσαν τις κινήσεις σου. Σήκωσες ελαφρά το χέρι, σα να ’θελες να μαζέψεις τα μαλλιά που έπεφταν στο πρόσωπό σου. Τ’ άφησες προς τα πίσω με ένα απαλό άγγιγμα, ένα απαλό χάδι που ζήλευαν τα χέρια μας. Τα μάτια μας συνόδευαν το χέρι σου και νοερά χάιδευαν το ξανθό στρώμα της ευτυχίας. Λίγο πιο πάνω από τις γυμνές υποσχέσεις των ώμων σου, λίγο πιο κοντά στο όνειρο που είχε φυτρώσει δίπλα μας.

                7.
 Η ορχήστρα είχε μεθύσει από το όραμα και το γύρισε στο ζεϊμπέκικο. Οι άλλοι υποχώρησαν κι έμεινες μόνη στην πίστα να διονυσιάζεσαι. Γλώσσα φωτιάς στροβιλίζονταν το σώμα σου και τα ξανθά σου μαλλιά  χόρευαν στο δικό τους ρυθμό. Γονατιστοί οι άντρες σε συνόδευαν χειροκροτώντας, κι εσύ, αέρινη οπτασία, σήκωνες τα χέρια σου για να γλιστρήσεις φίδι ανάμεσά τους. Καμιά φορά τα ακουμπούσες στο κεφάλι, δήθεν πως ίσιωνες τα μαλλιά.

                 8.
 Δεν άντεξα στον πειρασμό σου και είπα να σε πλησιάσω. Έκανα κύκλο το χορό για να βρεθώ κοντά σου, σαν πεταλούδα που την κερδίζει η φωτιά. Άφησες το χέρι ελεύθερο και νόμισα ότι άνοιξε η πόρτα της παράδεισος για να σε συναντήσω. Όμως εσύ το σήκωσες ψηλότερα, να ξαναβάλεις το χρυσάφι στο κεφάλι σου. Ύστερα ξανάπιασες την άγνωστη που σε κρατούσε, χαρίζοντάς μου μονάχα μια στιγμή αισθησιασμού, μια κίνηση απελπισίας με τα πολύτιμα δάχτυλά σου.

                9.
 Το σώμα μου βάραινε στην καρέκλα από την αδιαφορία. Λίγο πιο πέρα βάδιζες μόνη, έτοιμη να μπεις στο χορό που ματαιοπονούσε για λίγο κέφι. Και σαν να μην ήταν αρκετό αυτό, σήκωσες το χέρι σου να χαιρετήσεις την κουρασμένη ύπαρξή μας. Μάζεψες μια ιδέα τα μαλλιά σου κι αφήνοντάς τα αργά να γέρνουν προς τα πίσω, γύρισες προς εμάς το βλέμμα σου: Να, έτσι ασχημαίνει η ζωή σας, όταν τα χέρια σας κάνουν νεκρές κινήσεις, ρουτίνας ή απελπισίας.

                10.
 Περασμένη η ώρα και η ηλικία, δεν είχα λόγους να χαίρομαι το θόρυβο του κόσμου. Ούτε τη μουσική που έπαιζε τα πληρωμένα τραγούδια της. Ήθελα να φύγω, μα με σταμάτησες εσύ. Λίγο κόκκινο ύφασμα τυλιγμένο σε τέλειο σχήμα, ένα αργό βάδισμα, πρόκληση στα νυσταλέα μου βλέφαρα. Λίγο πριν σε κλέψει ο μύθος του χορού, σήκωσες το αριστερό σου χέρι στο ύψος του κροτάφου. Μια κίνηση για να μαζέψεις τα μαλλιά και τη λαχτάρα μας.

                11.
 Σε κάθε στιγμή ήσουν γυναίκα. Ξεχώρισες με το στητό κορμί και το χρώμα του πάθους στο φουστάνι. Στο κάθε σου βήμα λικνίζονταν κύκνοι στα μάτια μας, στην κάθε κίνηση των χεριών σου άφηνες να πετάξουν λευτερωμένα περιστέρια. Κι όταν μια τούφα μαλλιών σου ήθελε να σε χαϊδέψει στο πρόσωπο, εσύ επέστρεφες το χρυσάφι στην κορυφή του ηφαίστειου. Με μια κίνηση των χεριών ζωγράφιζες το σχήμα της γυναίκας για να ’βρει έτσι ο άντρας ομόνοια στο σώμα του.

                12.
 Έψαχνα στίχους για τον έρωτα. Ονειρευόμουν λέξεις ντυμένες με πάθος, μήπως και πλάσω το τέλειο ποίημα της φαντασίας μου. Μέχρι που μέσα στο πλήθος άναψε φωτιά. Πήραν φωτιά τα όνειρα και καίγονταν μπροστά στη δική σου παρουσία. Έμεινα άναυδος εγώ, καθώς σε είδα να χαϊδεύεις το ξανθό σου κεφάλι, να ξαναβάζεις στη θέση τους μια τούφα απ’ τα μαλλιά, σαν να ’θελες να γράψεις η ίδια τον τίτλο του ποιήματος: Η κίνηση που οδηγεί στους ουρανούς.


                13.
Λένε πως υπάρχουν λέξεις για όλα τα πράγματα. Πως όλα τα όνειρα μπορείς να τα περιγράψεις. Όμως δεν είδαν εσένα. Δεν σε είδαν να σέρνεις το χορό και αντί να κοιτάζουν τα αέρινα βήματά σου, να παρακολουθούν με αγωνία τα χέρια σου. Πότε θα ελευτερωθείς από τον δεύτερο, ν’ αγγίξεις θηλυκά για μια στιγμή την κεφαλή σου. Την ώρα που τα χέρια σου ξανθαίνουν στα μαλλιά σου, που μια σου κίνηση σκορπάει άρωμα στα μάτια μας. Πώς να ’βρεις λόγια για ένα όνειρο που ζωντανεύει;

                14.
Πράγματι, άστραψαν τα φλας των φωτογράφων. Όπλισαν πάλι τις μηχανές, γιατί ένα φως εμπόδιζε το έργο τους. Μάταιος κόπος. Τα ξανθά μαλλιά σου έβγαζαν φως και τύφλωνε τα μάτια μας. Σήκωσες το χέρι σου με κίνηση προκλητική και το ακουμπούσες στο κεφάλι. Αντί να βγουν σκιές στο φως, πολλαπλασίαζες τις ανταύγειες που θάμπωναν τη μεθυσμένη όρασή μας. Αμήχανα φέρναμε στο στόμα το κρασί, για να σ’ ακολουθήσουμε στην έκστασή σου. Νομίζαμε πως ήταν το πιοτό, μα ήσουν εσύ που κέρναγες την ανεξήγητη χαρά μας.

                15.
«Το φως το αποτελούν τρία στοιχεία: η ελευθερία, ο έρωτας και η ποίηση». (Ο. Παζ). Στο φως που ακτινοβολούσαν τα μαλλιά σου, με κάθε κίνηση που όριζαν τα χέρια σου, ελευθέρωνες τον έρωτα κι έδινες ποίηση στη ζωή. Μες στο χορό ξεχώριζες και έκανες αλήθεια αυτή την πραγματικότητα. Χαμηλωμένες οι φωνές, για να φωτίζεις μόνο εσύ, να διαφεντεύεις με τα χέρια σου όχι μονάχα τα μαλλιά, αλλά και την ελευθερία μας. Με τις κινήσεις σου χαρακτηριστικές, έδειχνες το δρόμο προς την ποίηση, το φως του έρωτά μας. 

                16.
Σαν καπνό αποθρώσκοντα. Ξεπήδαγε ο πόθος από τα χρυσαφένια σου μαλλιά κι ανέμιζε σαν μακρινό σημάδι στο ταξίδι μου. Με το ένα σου χέρι υψωμένο γύριζες προς τα πίσω την πορεία τους για να τυλίξεις το λαιμό σου. Κι εγώ ήθελα να γυρίσω μέσα μου, να συναντήσω την καρδιά που σε αναζητούσε. Κοιτούσα σαν φάρο τα μαλλιά σου και ακολουθούσα τις κινήσεις των χεριών που με καθοδηγούσαν. Εκεί που κατοικούσε ο έρωτας. Εκεί που με περίμενες με τη φωτιά σου αναμμένη. Σε κοίταζα και με ταξίδευες με τις αισθήσεις όλες φωτισμένες.

                17.
Ρεφραίν. Ζωντανό τραγούδι η ύπαρξή σου. Σε ψιθύριζαν αδιάκοπα τα χείλη μου με νότες μεθυσμένες από έρωτα. Με κάθε κίνηση του κορμιού σου βύθιζες τη φαντασία μου στα πιο γλυκά όνειρα, την ταξίδευες σε παράδεισους ανείπωτους. Κάθε φορά που άγγιζες τα χρυσαφένια σου μαλλιά, ζωγράφιζες στα μάτια το ρεφραίν, και τότε σιωπούσαν όλοι. Μονάχα λίγα βήματα, ένα κομμάτι στο τραγούδι μας κι ύστερα πάλι το ρεφραίν, τα χέρια σου που παίζαν στα μαλλιά σου.

                18.
Δέσμη φωτός που αναβόσβηνες. Τα είχες φτιαγμένα έτσι  τα μαλλιά, ώστε συχνά μια τούφα να υψώνεται και να φωτίζει αστραποβόλα. Κι επειδή άλλο φως έβγαινε ασταμάτητα από τα μάτια σου, γύριζες προς τα πίσω τα μαλλιά ρυθμίζοντας τις δέσμες των προβολέων. Το χέρι που αναβόσβηνε, έφτανε σταθερά στον ουρανό όπου κυριαρχούσε το αστέρι σου. Από εκεί κανόνιζες τις αστραπές, πόσο θα μείνουνε μπροστά και πότε θα γυρίσουν να στεφανώσουν το λαιμό σου.

                19.
Άρωμα γυναίκας πλημμύριζε την αίθουσα και ’μείς μεθυστικά αναζητούσαμε το πρόσωπο. Όταν σηκώθηκες ορθή, ξεχύθηκε το χρώμα της αυγής από το κόκκινο φουστάνι σου. Κι όταν τα χέρια σου χάιδευαν τα μαλλιά, το άρωμα είχε πάρει τη μορφή σου. Πώς περπατάει ο άνεμος, πώς ανάβουν οι φωτιές στο πέρασμά της. Πώς με μια κίνηση χεριού, πως φτιάχνεις δήθεν τα μαλλιά, γεννιέται πάλι το όνειρο που λάτρεψαν αιώνια οι άντρες στη γυναίκα.

                20.
Καταρράχτης ξανθός τα χυμένα προς τα πίσω μαλλιά σου. Αναρίθμητα μάτια χόρταιναν την ομορφιά και μια νεράιδα κρυμμένη στην ψυχή σου έπαιζε στα χέρια τα μαλλιά της. Πότε ένα σιντριβάνι έφτανε ψηλά και με μια κίνηση το ξαναγύριζες στη θέση του. Πότε λοξοδρομούσε ποταμός, κι εσύ τον μάζευες για να μη πνίξει την φωνή μας. Χιλιάδες άνθρωποι δροσίζονταν στα μεταξένια σου νερά, στην κάθε κίνηση που η νεράιδα φίλαγε τον καταρράχτη της.

                21.
Κλαδιά σημύδας πριν την ασπρίσει το πένθος της ωρίμανσης. Ζωσμένο το κορμί στα χρώματα του πάθους ύψωνε το ανάστημα όσο να ξεχωρίζει μόνο το φως. Κι όταν στο γύρο του χορού σχηματιζόσουνα ολόκληρη, άπλωνες τα χέρια για να μαζέψεις τα μαλλιά. Ένα μικρό σπουργίτι πέταξε τότε απ’ την καρδιά μου για να φωλιάσει στα ξανθά κλαριά. Να το αγγίξεις, ίσως, με τα δάχτυλά σου, ν’ αφήσεις λίγο όνειρο στη μνήμη, ένα σου χάδι για το μακρύ χειμώνα των βλεφάρων. Τα ανθισμένα βήματά σου στο περιβόλι των κουφών και της ανέραστης γιορτής μας.

                22.
Χιλιάδες σκέψεις γέννησε η μορφή σου. Πόσο βελούδο άφηνε ακάλυπτο το φόρεμα, ποιους μυστικούς ρυθμούς σημάδευες με τα τακούνια σου; Και ποια μηνύματα αστρικά κάτεχαν τα χέρια σου κάθε φορά που υψώνονταν για να χαϊδέψεις τα μαλλιά; Μαγνήτιζες σιγά-σιγά την όρασή μας κι έψαχνα λέξεις να περιγράψω το μυστήριο. Πώς κορυφώνονταν το πάθος σε μα μονάχα κίνηση. Πώς έμοιαζες γυναίκα εσύ πιο πολύ από τις άλλες. Χιλιάδες σκέψεις σε περίμεναν να γεννηθούν με αδημονία.

                23.
Αρπαχτικό που έπαιζες με τη λεία σου. Ανυποψίαστα τα θύματα σ’ ακολουθούσαν σε κάθε σου κίνηση, πεινασμένα για λίγη λάμψη θηλυκότητας. Παραδομένα στη δύναμή σου, ακουμπούσαν στα χέρια, μήπως και φτάσουνε μαζί στο χρυσαφένιο σου κεφάλι. Υπνωτισμένα από την ομορφιά, δεν ένιωθαν πως έσβηναν στην προσμονή, πως χάνονταν σε άδικες ελπίδες. Κι εσύ συνέχιζες να στρέφεις προς τα πίσω τα μαλλιά, παρασέρνοντας την κουρασμένη μας ψυχή σε θάνατο με φώτα στολισμένον.

                24.
Πάντα οι τυφώνες έχουν θηλυκά ονόματα. Οι δυνατοί ανοίγουν τις πόρτες των σπιτιών τους ώστε να μπει και να διαβεί ο ανεμοστρόβιλος. Και να μη χάσουν απ’ τα μάτια τους την άγρια ομορφιά τής φυσικής καταστροφής. Πρώτα άστραψε η φωτιά στο κόκκινο φουστάνι που φορούσες κι ύστερα με βήματα που χόρευαν ανέβαιναν προς τα πάνω τα μαλλιά σου. Κι όταν τα χέρια σου έφταναν στο ύψος τους, τότε βρισκόμασταν στο κέντρο του κυκλώνα. Με ανοιχτές τις πόρτες της καρδιάς, να ’ρθεις και να συναντηθούμε. Και όποιος ήταν δυνατός ας πέθαινε ευτυχισμένος.

                25.
Ζούσες μόνο για σένα. Άφησες στο τραπέζι τα παιδιά κι έφτασες στο χορό να υπάρξεις μόνο για σένα. Είχες προγραμματίσει τη δραπέτευση, γι’ αυτό και ντύθηκες τα ρούχα της φωτιάς και άφησες λυμένα τα μαλλιά σου. Να βγαίνουν απ ’κει οι φλόγες σου, να πυρπολούν τα μάτια μας, να γίνεσαι το κέντρο της ζωής μας. Τα άφησες ηδονικά να ανεμίζουν, κι όποτε τα έστρεφες οπίσω με τα χέρια, ένα αχνό χαμόγελο σημάδευε την ευτυχία σου, την κάθε κίνηση της ύπαρξής σου.

                26.
«Ύψωνες τον καημό πιο πάνω από τα χέρια σου». Ο τρόπος που έφταναν και χάιδευαν τα μαλλιά, ξεχείλιζε από πόνο κι από όνειρα. Πού πήγε τόσο σώμα περπατώντας το ίδιο  μονοπάτι· τόση ψυχή που ασφυκτιούσε στις κινήσεις σου. Ζωντάνευαν τα δάχτυλα για να βγει όλος ο καημός, ξάνθαινε το όνειρο που έκαιγε τα μάτια σου. Αντί για δάκρυα, σηκώνονταν φωτιές απ’ το κεφάλι σου, κι εσύ τις σκόρπιζες σε όλο το σώμα, κι εμείς διαβάζαμε τον πόνο που ταξίδευες τη ζωή σου.

             27.
Λατρέψαμε το θαύμα περισσότερο από σένα. Δεν προσέχαμε το σκήνωμα της ομορφιάς, την κόκκινη λάμψη του κορμιού σου. Πίσω απ’ τα γυαλιά δεν βλέπαμε τα μάτια σου, πώς έλαμπαν οι υποσχέσεις ευτυχίας. Κοιτούσαμε μόνο τα χέρια, πότε θα κάνουν την κίνηση του θαύματος, πότε θ’ αγγίξουν τα μαλλιά με χάιδεμα γυναίκας. Κι εμείς λατρέψαμε το θαύμα σου, σαν τίναζες λιγάκι το κεφάλι, κι ύστερα με τα χέρια μάς χάριζες τη λάμψη σου απλόχερα. Δεν σε κοιτούσαμε ολόκληρη, μόνο τα χέρια που μας χάιδευαν.

           28.
Χαμηλόφωνα φώτα στη μεγάλη αίθουσα. Λίγα κεριά καρφωμένα στους τοίχους άφηναν το σκοτάδι να κυλήσει ανάμεσά μας. Για να θαμπώνει τη βραδιά το άσπρο νυφικό που είχε τη χαρά του. Όμως σηκώθηκες εσύ, σαν απροσδόκητη πανσέληνος στη νύχτα. Είχες φορέσει το φεγγάρι στα μαλλιά και το ξανθό σου φως ανέμιζε στα δάχτυλα σαν παιδικό, ανέμελο παιχνίδι. Κάθε φορά που έφτανες τα χέρια στο κεφάλι, δυνάμωνε το φως στη νύχτα μας, γέμιζε η μνήμη μας με βράδια Αυγουστιάτικα.

                29.
Ξανθό χαλί να περπατήσουνε τα μάτια μας με σίγουρα βήματα ευτυχίας. Άφηνες τα μαλλιά να ανεμίζουν, να μεγαλώνει ο δρόμος της ζωής στο όνειρο. Με το ένα χέρι απλωμένο τα μάζευες προς τα πίσω, να ξεκινάνε πάντα απ’ το λαιμό. Δεν ήταν από εκεί που άρχιζε το φιλί μας, αλλά από τα μακριά σου δάχτυλα άναβε ο πόθος. Καθώς γίνονταν ένα με τα μάτια μας, με κάθε σου κίνηση έβγαζες φωτιά που έκαιγε τα χείλη μας. Πότε θα δροσιστούνε στο κεφάλι σου, πριν σβήσουν για πάντα στο πυρακτωμένο σώμα…

                30.
«Το σώμα λέει αυτό που δεν μπορούν να πουν τα λόγια». (Μάρθα Γκράχαμ). Ήξερες πως δε θα έβρισκες λόγια να περιγράψεις αυτό που ένιωθες στο σώμα σου. Να ζωγραφίσεις με λέξεις το μυστήριο του έρωτα, όταν τα μάτια σου συναντούσαν τα δικά μου. Σήκωνες το χέρι σου πάνω απ’ το ανώνυμο πλήθος και τ’ ακουμπούσες στα μαλλιά, να ομορφαίνει ο χαιρετισμός. Ένα ξανθό χάδι έφευγε από το μέτωπό σου κι αργά-αργά έφτανε ως το λαιμό. Με ένα λοξό βλέμμα συναντούσες τα δικά μου χέρια, κι εγώ αφηνόμουν στο όνειρο, χαμένος στα φιλιά και στα μαλλιά σου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου