Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Αττίλα Γιόζεφ ( Attila József ) Ούγγρος ποιητής

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ  - ΜΑΡΙΑ ΣΥΡΟΠΟΥΛΟΥ 



   Ενας όμορφος δρόμος στη Βουδαπέστη που βλέπει το Δούναβη έχει το όνομα ενός από τους πιο σπουδαίους ανθρώπους αυτής της πόλης.Από μερικούς στίχους στα αγγλικά δε φαινόταν καθαρά ποιος ήταν ο Αττίλα Γιόζεφ.Η μουσική Μαγιάρικη γλώσσα έδωσε στον ψυχισμό του τα έργαλεία να φτιάξει μια δουλειά που πολλοί λένε ότι είναι αδύνατο να μεταφραστεί. Όμως ο Ρίτσος κατάφερε να τη ζωντανέψει στα ελληνικά. Είναι διαφορετικό να αγγίζει ένας ποιητής τους στίχους ενός αλλού ποιητή. Είναι διαφορετικό να γράφει ο ίδιος ο ποιητής την αυτοβιογραφία του αντί να γράφει κάποιος άλλος για τη ζωή του ...

Βουδαπέστη
ΑΠΟ http://www.tripadvisor.com.gr/

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ 

Ο μοιραίος ήρωας της Ουγγρικής ποίησης, που γενικώς θεωρείται ως ο μεγαλύτερος μοντέρνος Ούγγρος ποιητής, και για μερικούς σπουδαιότερος από τον ΄Εντρε Όντυ (Endre Ady, 1877-1919), τον πραγματικό πατέρα του Ουγγρικού λογοτεχνικού μοντερνισμού, είναι ο Αττίλα Γιόζεφ (Attila József, 1905-37). Γεννήθηκε στη Βουδαπέστη στις 11 Απριλίου, 1905, βαπτίσθηκε ΄Ελλην Ορθόδοξος, την θρησκεία του πατέρα του, και μεγάλωσε μέσα σε αξιοθρήνητη φτώχεια. Δίκαια τον αποκαλούν προλετάριο ποιητή αλλά, έχοντας επηρεασθεί από τον Όντυ, ξεπέρασε τον πρεσβύτερο ποιητή με το να συνειδητοποιεί τις ξένες επιρροές και να τις αφομοιώνει σ’ ένα εκπληκτικά πρωτότυπο, αν και άκρως Ουγγαρέζικο, στυλ. Οι δοκιμασίες της ζωής, και η χρόνια φτώχεια, εν τέλει τον εξάντλησαν. Αρρώστησε ψυχικά (κατάντησε μανιοκαταθλιπτικός) και αυτοκτόνησε πέφτοντας κάτω από τους τροχούς ενός φορτηγού τρένου. Με το να αφομοιώσει την λαϊκή ποιητική παράδοση και να την μετατρέψει σε κάτι πρωτότυπο και προσωπικό, δίκαια τον σύγκριναν μ’ αυτό που ο Μπέλα Μπαρτόκ (Bela Bartok, 1881-1945) έκανε με την λαϊκή μουσική. [..]

Πάντως η ποίηση που έγραφε είχει ξεχωριστή οντότητα. Με υπερρεαλιστικές επιδράσεις μεν, αλλά όσο υπερρεαλιστική ήταν κι η ποίηση του Λόρκα, ο άνθρωπος που κατά καιρούς τον έχουν συγκρίνει, όχι για τις μουσικές του ιδιότητες, αλλά για την ιδιότυπη φύση του ποιητικού του κόσμου. Η δύναμή του είναι ότι κατάφερε να δημιουργήσει έναν άκρως αυτάρκη ποιητικό κόσμο: μια τέλεια έκφραση της εσωτερικής του κατάστασης, που η ίδια αντανακλά την αθλιότητα της χώρας του την περίοδο 1920-25. Η ποίησή του συγγενεύει με την Μαγιάρικη λαϊκή ποίηση από πλευράς μορφής και ρυθμού, αλλά το περιεχόμενό της συχνά φανερώνει το διάβασμα του Μαρξ και του Φρόιντ (το ενδιαφέρον του για τον τελευταίο είχε επισύρει την αποδοκιμασία πολλών συντρόφων του). Οι μεταφράσεις των ποιημάτων του Γιόζεφ, τουλάχιστον στα αγγλικά, είναι ανεπαρκείς, διότι δεν δίνουν την πραγματική εικόνα του λεκτικού μεγαλείου της δουλειάς του. Έχει λεχθεί ότι δεν μεταφράζεται. Εν κατακλείδι, ο συναρπαστικός, μοντέρνος ποιητικός λόγος του Αττίλα Γιόζεφ ανατέμνει την κρίση του ανθρώπινου μυαλού και της ανθρώπινης κοινωνίας. Η ποίησή του είναι η εκπλήρωση μιας βασανισμένης ζωής που άρχισε με τόση αισιοδοξία και ζωντάνια, μόνο να καταλήξει σε καταστροφική φτώχεια και ψυχοπάθεια. Ο Γιόζεφ απεικονίζει μια αναδυόμενη κοινωνία, αν και σκοτεινά, με την παράξενη λεκτική του μουσικότητα. Ο σοσιαλιστικός ουμανισμός που υιοθέτησε και ο οίστρος της ποιητικής φωνής του είχαν ανυπολόγιστη επίδραση στα Ουγγρικά γράμματα.



Αττίλα Γιόζεφ: "Δεν είχα κανέναν που θα μπορούσε να με βοηθήσει με μια φιλική συμβουλή"

Γεννήθηκα στα 1905 στη Βουδαπέστη, είμαι ορθόδοξος. Ο πατέρας μου, ο μακαρίτης Ααρών Γιόζεφ, μετανάστεψε στην Αμερική όταν εγώ είμουν τριών χρονών. Το «Ίδρυμα Προστασίας των Παίδων» μ' έστειλε στο Έτσεντ, σε μια χωριάτικη οικογένεια να με κηδεμονεύει. Εκεί έζησα ως τα εφτά μου χρόνια. Από τότε άρχισα να δουλεύω - όπως κάνουν συνήθως τα φτωχά αγροτόπαιδα' - φύλαγα γουρούνια. Όταν είχα γίνει εφτά χρονών η μητέρα μου, η μακαρίτισσα Μπορμπάλα Πέτσε, μ' έφερε ξανά στη Βουδαπέστη και μ' έγραψε στη δεύτερη τάξη του δημοτικού. Η μάνα μου ξενοδούλευε - είταν πλύστρα και παραδουλεύτρα - κ' έτσι μας ζούσε εμάς, τις δύο μεγαλύτερες αδερφές μου και μένα. Η μάνα πήγαινε σε σπίτια και δούλευε απ' το πρωί ως το βράδι, ενώ εγώ, χωρίς την επίβλεψη των δικών μου, το 'σκαζα απ' το σχολειό και τριγυρνούσα στους δρόμους σα χαμίνι. Μα μια μέρα, μέσα στο Αναγνωστικό της Γ' τάξης βρήκα μια ενδιαφέρουσα ιστορία για το βασιλιά Αττίλα και από τότε ρίχτηκα με τα μούτρα στο διάβασμα.

Οι ιστορίες για το βασιλιά των Ούννων δε μ' ενδιέφεραν μονάχα επειδή και μένα με λέγανε Αττίλα, μα προ παντός μ' ενδιέφεραν επειδή οι «κηδεμόνες» μου στο Έτσεντ μ' έλεγαν Πίστα. Ύστερα από μια... σύσκεψη μαζί με τους γείτονες είχαν διαπιστώσει - είμουνα και γω μπροστά - ότι τ' όνομα «Αττίλα» είναι ανύπαρκτο. Αυτό με είχε εκπλήξει τόσο πολύ, σα να είχε αμφισβητήσει κάποιος την ίδια την ύπαρξή μου.

Η αποκάλυψη των παραδόσεων για το βασιλιά Αττίλα επηρέασε, νομίζω, αποφασιστικά κάθε προσπάθειά μου από κει και πέρα και, σε τελευταία ανάλυση, ίσως αυτό το βίωμα να με οδήγησε στη λογοτεχνία. Αυτό το βίωμα μ' έκανε άνθρωπο που σκέφτεται, που ακούει και τη γνώμη των άλλων, άλλα με κριτικό πνεύμα, - μ' έκανε άνθρωπο που ακούει και απαντάει βέβαια όταν τον φωνάζουν «Πίστα», ώσπου ν' αποδειχτεί σωστή η δική του πεποίθηση, ότι δηλαδή πρέπει να λέγεται «Αττίλα». Όταν ήμουν εννιά χρονών, ξέσπασε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και η ζωή μας χειροτέρευε όλο και περισσότερο. Στεκόμουν ουρά μπροστά στα μαγαζιά από τις 9 το βραδύ ως τις 8 το πρωί και συχνά τύχαινα, όταν θα 'ρχόταν επί τέλους η δική μου σειρά, να 'χει σωθεί το χοιρινό λίπος. Βοηθούσα τη μάνα μου όσο μπορούσα. Πουλούσα νερό στον κινηματογράφο «Βιλάγκ». Έκλεβα ξύλα και κάρβουνο από το σιδηροδρομικό σταθμό του Φερεντσβάρος, για να ζεσταθούμε. Έφτιαχνα παιχνίδια από χρωματιστά χαρτιά και τα πουλούσα σε παιδιά που είχαν καλύτερη μοίρα απ' τη δική μου. Κουβαλούσα καλάθια, πακέτα κλπ. στις αγορές......

Tο αυτοβιογραφικό κείμενο, σε μετάφραση Εύας Κοππ,
είναι από το βιβλίο Αττίλα Γιόζεφ, Ποιήματα
εκδ. Κέδρος, 1975

ΠΟΙΗΜΑΤΑ 




ΩΔΗ (Αποσπάσματα)

Να με, εδώ πέρα στους σπιθόβολους βράχους.
Ανάλαφρη πνοή
Του νέου καλοκαιριού απ’ τη γη ανεβαίνει
Σαν το ζεστόν αχνόν ωραίου δείπνου.
Στη σιγή συνηθίζω την καρδιά μου.
Δεν είναι, αλήθεια, δύσκολο πολύ –
Εδώ συνάζονται ξανά τα όσα διασκορπίστηκαν,
Γερμένο το κεφάλι, και τα χέρια
Αφήνονται ευπειθή.
Δεν είναι των οροσειρών η χαίτη –
Είναι το φέγγος του μετώπου σου
Που αντανακλούν όλα τα φύλλα.
Τον άνεμο βλέπω ν’ ανεμίζει
Το φόρεμά σου.
Και κάτω απ’ τα εύθραυστα φυλλώματα
Βλέπω την κόμη σου να γέρνει
Και ν’ αναβρύζουν τα γλυκά σου στήθη,
Κι όπως ο Ζίνβα ο ποταμός κυλά
Βλέπω ν’ αναπηδά
Πάνω σε βότσαλα λευκά και στρογγυλά
Στ’ άσπρα σου δόντια το φαντασμαγορικό χαμόγελό σου.

******
Ω, πόσο σ’ αγαπάω εσένα,
Εσένα πούχεις κάνει να μιλήσουνε
Μες στης καρδιάς τα πιο βαθιά κοιλώματα
Η δολοπλόκα μοναξιά, η πανούργα,
Μαζί-μαζί μ’ ολόκληρο το σύμπαν.
Εσύ, που ως καταρράκτης απ’ τον ίδιο του το θόρυβο,
Αποσπάσαι από μένα, συνεχίζοντας τη σιωπηλή ροή σου,
Όταν εγώ, στις κορυφές της ζωής μου ανάμεσα,
Κατάντικρυ στο απόμακρο, κραυγάζω
Παλεύοντας πάνω στη γη και στους ουράνιους θόλους
Πως σ’ αγαπώ, γλυκιά μητριά μου, εσένα.

******
Ω, σ’ αγαπώ, καθώς ένα παιδί τη μάνα του,
Καθώς οι σιωπηλές σπηλιές το ίδιο το βάθος τους.
Ω, σ’ αγαπώ, καθώς τα φώτα οι αίθουσες,
Καθώς το σώμα την ανάπαυση και τη φωτιά η ψυχή.
Ω, σ’ αγαπώ, καθώς επιθυμούν να ζήσουν οι θνητοί.
Ώς του θανάτου τους την ύστατη στιγμή.
Όπως η γη, ό,τι πέφτει πάνω της, έτσι κι εγώ φυλάω
Όλα σου τα χαμόγελα, τα λόγια, τις χειρονομίες.
Στο πνεύμα μου, καθώς τα οξέα στο μέταλλο,
Σ’ έχω χαράξει μ’ όλα τα ένστικτά μου,
Εσένα, θελκτική μορφή, πανέμορφη
Εκεί, που η ύπαρξή σου καθετί ουσιώδες συμπληρώνει.
Σε αέναο τριζοβόλημα οι στιγμές περνάνε
Όμως εσύ μέσα στην ακοή μου σιωπηλή απομένεις.
Τ’ αστέρια ανάβουνε και πέφτουν
Όμως εσύ μέσα στα μάτια μου σταματημένη λάμπεις.
Η γεύση σου, όπως η σιωπή μέσα σε σπήλαιο,
Δροσερή κυματίζει μες στο στόμα μου
Και πάνω στου νερού το κρύσταλλο
Αόριστα μου παρουσιάζεται το χέρι σου
Με των φλεβών του το λεπτότατο δίχτυ.

******
Ω, από ποιάν ύλη λοιπόν είμαι πλασμένος
Που όλο με διαπερνά το βλέμμα σου και με μεταμορφώνει;
Ποιό πνεύμα και ποιό φέγγος,
Ποιό θαύμα
Μες από του μηδενός την πάχνη μού επιτρέπουν
Τις πράες πλαγιές του γόνιμού σου σώματος να περιτρέχω;
Κι όπως ο Λόγος σ’ ένα πνεύμα ολάνοιχτο
Δύναμαι στο μυστήριό σου να καταβυθίζομαι!
Το αίμα σου σα ροδόθαμνος
Πάλλεται ατέλειωτα
Το αιώνιο ρεύμα μεταφέροντας
Στα μάγουλά σου για ν’ ανθίζει ο έρωτας
Και να ωριμάζει, άγιος καρπός, η μήτρα σου.

******
Εντός σου λόφων κύματα ανυψώνονται,
Αστερισμοί δονούνται,
Λίμνες μετακινούνται, φάμπρικες εργάζονται,
Έντομα – φύκια
Μερμηγκιάζουν
Η καλοσύνη κι η σκληρότητα·
Ο ήλιος λάμπει, ένα χλωμό βόρειο σέλας θαμποφέγγει –
Μέσα στην ύπαρξή σου
Περιπλανάται η αιωνιότητα ανεπίγνωστη.

******
Καθώς αίματος θρόμβοι
Αυτά τα λόγια
Πέφτουν μπροστά σου.
Τραυλίζει η ύπαρξη,
Μιλούν καθάρια οι νόμοι μόνον
Όμως τα βιομηχανικά όργανά μου
Που από τη μια στην άλλη μέρα με ξαναγεννάνε,
Ετοιμάζονται τώρα να σιγήσουν.
Όμως τα πάντα, ώς τη στιγμήν εκείνη, θα καλούν εσένα,
Εσέ τη διαλεγμένη
Μες απ’ τα πλήθη δύο δισεκατομμυρίων –
Ω, εσύ μοναδική, ω εσύ
Λίκνο γλυκύ, τάφε πανίσχυρε, ζωντανή κλίνη,
Δέξου με εντός σου !

******
Μετάφραση: Γιάννης Ρίτσος. Από το βιβλίο: Αττίλα Γιόζεφ, «Ποιήματα», Απόδοση Γιάννη Ρίτσου, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1975 (2η έκδοση), σελ. 22-25.


Έναν αναγνώστη μόνο

Ο στίχος μου έναν αναγνώστη μόνο θέλει,
Μονάχα αυτόν που μ' αγαπάει και με γνωρίζει,
Αυτόν που ενώ μέσα στο τίποτε αρμενίζει
Σα μάντης ξέρει ό,τι μες στ' αύριο ανατέλλει.

Γιατί η σιωπή παρουσιάστη στα όνειρά του
Συχνά μ' ανθρώπινη μορφή, κ' εκεί στα βάθη,
Πλάι-πλάι η τίγρις και το τρυφερούλι ελάφι
Αργοπορούνε πότε-πότε στην καρδιά του.
1937
απόδοση: Γιάννης Ρίτσος




Σύντομα πια θ' αφανιστώ

Σύντομα πια θ' αφανιστώ μ' όλο μου τ' άχτι
Όπως των ζώων τα χνάρια σ' ένα δάσος μακρινό.
Απ' τα δικά μου έχει απομείνει μόνο στάχτη
Μα κάποια μέρα θα 'πρεπε να κάνω το λογαριασμό.

Σα νέο βλαστάρι το παιδιάστικο κορμί μου
Από καυτές καπνιές έχει για πάντα ξεραθεί,
Η θλίψη έχει τσακίσει την όρθια ψυχή μου
Καθώς γυρνώ ξανακοιτάζοντας τη ζωή.

Κάποτε, ταξιδεύοντας σε παράξενα μέρη,
Ηεπιθυμία μού έμπηξε τα δόντια στο κορμί
Και τώρα η θλίψη, να, που μ' έχει φέρει.
Α, να μην είμαι ακόμη ένα δεκάχρονο παιδί.

Μου τάλεγε η μητέρα μου και τότε εγώ γελούσα,
Τα λόγια της δεν τα 'παιρνα στα σοβαρά,
Μετά, ορφανός, χωρίς αγάπη τριγυρνούσα
Κι ο αφέντης με κορόιδευε στη μύτη μου μπροστά.

Α, νιότη, πώς μου φάνταξες, πράσινη λάμψη, θε μου,
Δάσος αιώνια πράσινο μ' αστείρευτη ευωδιά
Και τώρα ακούω περίλυπος στο πέρασμα του ανέμου
Να βόγγουν, να τριζοβολούν τα ολόγυμνα κλαδιά.

1937
απόδοση: Γιάννης Ρίτσος


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου