Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

ΓΙΟΛΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ " "Ερατώ"

Francois Boucher - Erato, the Muse of Love Poetry



"Ερατώ μου, Έρωτά μου".
Έτσι την προσφωνούσε.
Κι εκείνη βυθιζόταν
στ' απύθμενα βάθη
μιας ευτυχίας πρωτόγνωρης.
"Ερατώ μου, Έρωτά μου"
της έγραφε.
Κι εκείνη,
μέσ' απ' όλα αυτά τα γράμματα,
το Έψιλον, το ρω, το άλφα, το ταυ, το ωμέγα...,
έβλεπε νερά τρεχούμενα,
έβλεπε εικόνες του Παραδείσου,
έβλεπε ήλιους, φεγγάρια κι αστέρια,
έβλεπε το φως του αβασίλευτου Φωτός,
έβλεπε την Ερατώ,
τη Μούσα τη Ερωτικής Ποίησης,
να της χαμογελά,
έβλεπε τον Έρωτα,
τον γιο της Αφροδίτης,
να τη σημαδεύει στο κέντρο της καρδιάς.
"Ερατώ μου, Έρωτά μου, Σε Λατρεύω"
της ψιθύρισε.
Κι εκείνη
έγινε ένα με τον Ήλιο.
Ανέβηκε
στην ψηλότερη κορφή του Ολύμπου.
Εκεί,
στις εσχατιές του χώρου και του χρόνου.
Εκεί,
ανάμεσα στους Αθανάτους.
Αθάνατη κι αυτή. 

Γ. Α. - Π. "Ερατώ"





Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

ΝΙΝΙΟΥ ΣΟΦΙΑ «Φέτος δε θα στολίσω»



«Λοιπόν! Φέτος δε θα στολίσω!»
Βαρυσήμαντη δήλωση! Έστησα αυτί… ―εννοείται…
Αρχές Δεκεμβρίου κι εγώ να λιάζομαι σ’ ένα απ’ τα τραπεζάκια του Μουσείου. Γάτος στην αιώνια άνοιξη της Αθήνας. Με το καφεδάκι μου― κι αυτό εννοείται. Παγωμένο φραπέ για να μην ξεχνάω ότι τι καλοκαίρι θα ’ρθει.
Κοίτα θέμα να συζητάνε οι άνθρωποι! Φέρνοντας γύρες το καλαμάκι μου, το μόνο γκλιν-γκλον που ευφραίνει την καρδία μου παράγουν τα μπόλικα παγάκια σιγολιώνοντας. Σε καμία των περιπτώσεων δε δέθηκα συνειρμικά με το λαοφιλές Jingle Bells. Τι λένε οι άνθρωποι!
«Είσαι με τα καλά σου; Τι σ’ έπιασε;». Ανήσυχη η φράση που ακολούθησε τη βαρυσήμαντη δήλωση περί αρνήσεως του χριστουγεννιάτικου στολισμού.
Άφησα το κορμί μου να γλιστρήσει στην πολυθρόνα εξοχής σε μια πιο άνετη στάση, έδεσα τις παλάμες μου μπροστά στο σώμα μου με τεντωμένους τους δείχτες προς τα πάνω ―συνηθισμένη χειρονομία μου περισυλλογής― και κρυμμένος πίσω απ’ τα μαύρα μου γυαλιά έδωσα βάση στην κουβέντα των ηλιόφιλων του γειτονικού τραπεζιού.
Μμμ! Τι έχουμε εδώ; Μια παρέα από εικοσιπεντάρηδες έως πριν τα τριάντα.
Έτσι εξηγείται. Κοντά στης μαμάς τις συνήθειες με το πρώτο δικό τους εργένικο σπιτικό. Χαρούμενες μούρες. Φωτεινές. Με τη ζωηράδα στη φωνή να φανερώνει τη δυναμική της πρώτης νεότητας.
Εγώ, κοντά στα σαράντα, στο παραπέντε των σαράντα, δηλαδή, αδέσμευτος, ανύπαντρος, μόνος. Επιεικέστερες λέξεις να περιγράφουν το «ξέμεινα σχετικά» δεν μπορώ να βρω τώρα. Και δεν είναι το θέμα αυτό άλλωστε. Εξηγώ πάντως, γιατί η λαμπρή γιορτή της Χριστιανοσύνης δεν έχει για μένα στολίδια.
Χωρίς μαμά στο σπίτι να σιροπιάζει μελομακάρονα και παιδάκια ν’ ασπρίζουν τον τόπο με τις ζάχαρες τρώγοντας άτσαλα τα κουραμπιεδάκια, για ποια Χριστούγεννα μιλάμε;
Δε μ’ αφορά το ζήτημα. Το ’χω αποφασίσει τα τελευταία δέκα χρόνια. Κι αν είμαι με καμιά που με λέει αγάπη της, φροντίζω να σνομπάρω τις περί των ημερών ασχολίες, με ύφος που δε σηκώνει αντίρρηση, γιατί η γιορτή ― το ’χω ξεκαθαρισμένο μέσα μου― είναι οικογενειακή.
Κι εγώ οικογένεια δεν έχω. Κι αν προσκληθώ για ρεβεγιόν σε κάποιο σπίτι παντρεμένων φίλων ―γιατί, ως γνωστόν, όλοι έχουν την έννοια τους στους μπάκουρους τέτοιες μέρες― φοράω το χαμόγελό μου μαζί με τα καλά μου και προσποιούμαι ότι απολαμβάνω την οικογενειακή θαλπωρή. Αφήνω τα παιδάκια, όταν υπάρχουν, να σκαρφαλώνουν πάνω μου, τους πάω δώρα που λαχταράνε και κάνω σαν να είμαι εκεί.
Κι όσο η ώρα περνάει, τόσο ζορίζομαι για να μη μου πέσει το χαμόγελο στο πάτωμα. Μην το πατήσει κανείς και γλιστρήσει! Όχι, τίποτ’ άλλο…
Και προσεύχομαι μέσα μου ν’ αρχίσουν να νυστάζουν τα παιδάκια για ν’ αφήσω διακριτικά την οικογένεια να ησυχάσει. Κι αν οι φίλοι μου είναι χωρίς παιδάκια… δεν είναι δύσκολο. Κάνω το παιδάκι εγώ. Εξηγώ πόσο κουρασμένος είμαι, πόσο κουραστικές είναι οι μέρες αυτές με τις αυξημένες υποχρεώσεις και τα τοιαύτα και… την κάνω.
Όταν πια το ρεβεγιόν έχει τελειώσει για μένα, ησυχάζω. Μέχρι την επόμενη χρονιά.
Άμα μ’ ακούσει κάποιος ―το καταλαβαίνω― θα πει, «και τι ζόρι τραβάς, ρε μεγάλε· κάτσε σπίτι σου!».
Το ’χω κάνει κι αυτό. Λες να μην το ’χω κάνει; Αλλά… δεν το ξανακάνω. Είπαμε… μπάκουρος είμαι. Να πεθάνω δε θέλω.
Ναι! Χωρίς πλάκα. Κόντεψα να πεθάνω εκείνη τη φορά, που είχα την έμπνευση να σνομπάρω ολοκληρωτικά την ημέρα. Είπα, όχι, ρε παιδί μου. Τι ρεβεγιόν και αηδίες! Θα παραγγείλω μια πίτσα. Θα ανοίξω την τηλεόραση και μετά θα κοιμηθώ. Σαν να είναι μια οποιαδήποτε μέρα.
Όλοι κι όλα είχαν συνωμοτήσει εναντίον μου. Ας αρχίσω με τα τηλέφωνα. Άρχισαν να βαράνε σταθερό και κινητό για ευχές. Εγώ να κάνω το βιαστικό, που είναι να φύγει, καθότι καλεσμένος, για να ξεπετάω τη χαρούμενη φωνή του ευχόμενου. Το πανηγύρι κράτησε καμιά ώρα. Το ’κλεισα. Αλλά δεν ησύχασα. Τότε συνειδητοποίησα πόσες πολλές ευχές αντάλλασσαν στην τηλεόραση. Την έκλεισα. Άνοιξα το ράδιο. Χειρότερα! Το παρεΐστικο ύφος λόγω της ημέρας ήταν επιλογή ατυχής. Μου θύμισε και την εποχή του σχολείου με τους «πειρατές» και τις αφιερώσεις και μου ’ρθε ο θάνατος.
Δε μας έφτανε τότε το τζέρτζελο μ’ όλο το συγγενολόι, που ’χε ο καθένας μας σπίτι του, χωνόμασταν κρυφά στα παρατημένα δωμάτια ―το σαλόνι, η τραπεζαρία, η κουζίνα είχαν την τιμητική τους― κι αρχίζαμε τα τηλεφωνήματα μεταξύ μας και με το γενναίο «πειρατή» συμμαθητή μας και γινόταν χαμός.
Περιττό να το πω, έκλεισα και το ράδιο. Και την έβαψα. Τότε ήταν που άκουσα πόσα διαμερίσματα είχαν κόσμο. «Τι έγινε, αγόρι μου», λέω στον εαυτό μου. «Τι ρόλο παίζεις εσύ εδώ;»
Μ’ είχε πιάσει απελπισία. Μου ’ρχόταν να τα σπάσω όλα. Να βάλω τα κλάματα. Να πάω στο κρεβάτι; Ούτε λόγος.
Και μου ’ρθε η φαεινή ιδέα· να παραγγείλω πίτσα. Τι το ’θελα; Δεν απαντούσε το ένα μαγαζί, δεν απαντούσε το άλλο και μετά τρία-τέσσερα η φωνή με ρώτησε πόσες θέλω. Φυσικά! Τι να ρώταγε; Σου λέει, ρεβεγιόν άρπα-κόλλα. Της τελευταίας στιγμής. Ντράπηκα. Παράγγειλα δύο. Οικογενειακές. «Όχι, δε χρειάζομαι τίποτ’ άλλο», είπα. Μου φάνηκε ότι έσωσα τα προσχήματα. Αμ, δε!
Μόλις χτύπησε το κουδούνι κι άνοιξα την πόρτα, συναντήθηκα με το όλο απορία βλέμμα του delivery-boy «καλέ, πού είναι ο κόσμος;» και βιαστικά-βιαστικά και με λίγο τσαμπουκά στο μάτι, πλήρωσα αδρά και … έμεινα μόνος με δύο τεράστια κουτιά πίτσες στο χέρι.
Πήρα στροφή. Πήγα κλασικά στον καναπέ ―εκεί τρώγεται το γεύμα αυτού του τύπου― κι άρχισα με όρεξη δήθεν να τρώω. Πόσο να φάω; Πολλές οι μερίδες, ένας εγώ. Και στα χάλια μου.
Δίνω μια στο μισοφαγωμένο κομμάτι, που κρατούσα, το πετάω στο γεμάτο κουτί, βουτάω το μπουφάν μου, τα κλειδιά του αυτοκινήτου κι όξω απ’ την πόρτα, που ’λεγε κι η γιαγιά μου. «Άει στα κομμάτια!», είπα. «Δε θα κάτσω να σκάσω. Θα βγω μια βόλτα».
Άλλο λάθος αυτό. Αριστερά μου, δεξιά μου, μπροστά μου, πίσω μου αυτοκίνητα με παρέες. Όπου ήταν ένας, ήταν στολισμένος και βιαστικός, γιατί προφανώς κάπου τον περίμεναν. Το ράδιο στη χαρά του. Τα φώτα από πάνω μου και γύρω μου χιλιάδες, χρωματιστά και μη, κι εγώ στη μοναξιά τη μαύρη.
Στο άσχετο οδηγώντας και στην κοσμάρα μου, αφού διέσχισα την καταστόλιστη Αθήνα, ανέβηκα στο Λυκαβηττό.
Είναι κάτι που κάνω συχνά, όταν νιώθω μόνος. Εκεί πάνω, δεν ξέρω πώς να το πω, αισθάνομαι υπεράνω. Παίρνω μια βαθείαν ανάσα και ησυχάζω. Σα να μικραίνουν όλα. Σα να ’χω στα πόδια μου μια συναρμολογούμενη πολιτεία, με σπιτάκια, μαγαζιά, αυτοκινητάκια, δρόμους του χεριού μου. Κι εγώ δεν κάνω τίποτ’ άλλο παρά να την βάλω στην πρίζα κι όλα εκείνα τα παιχνιδοκομματάκια να λάμψουν.
Είμαι ένα παιδί που παίζει και τα ’χει όλα δικά του. Και χαίρεται γι’ αυτό. Καμιά φορά μου φαίνεται ότι μπορώ να πιάσω τον Παρθενώνα, τη Βουλή, το Μουσείο, όλα εκείνα τα μεγάλα χτίσματα σαν να είναι κερδισμένα στη Monopoly.
Αν το καλοσκεφτείς, το μονοπώλιο έχω εκείνη την ώρα, τη χαρά που έχει το μοναχοπαίδι. Δεν έχω κανέναν για να μοιραστώ ο,τιδήποτε.
Αλλά όταν μου μπει αυτή η ιδέα, δε μελαγχολώ. Εκεί πάνω δε με πιάνει τίποτα. Αν έχω ανέβει και στον Άη-Γιώργη, ακόμα καλύτερα. Τεντώνω στην ευθεία το χέρι μου, ο δείχτης μου σημαδεύει τον Προφήτη Ηλία στον Πειραιά και λέω μέσα μου: εκεί, εκεί κάτω είναι το σπίτι μου. Άδειο. Αλλά δεν πειράζει. Πού θα πάει; Δεν είναι μακριά η ώρα που θα   ’ναι μια οικογένεια εκεί μέσα. Η δικιά μου.
Και παίζω τότε τον μπαμπάκα, όπως τα μικρά κοριτσάκια παίζουν τις μαμάδες. Το κάνω τώρα, γιατί, όταν ήμουν μικρός, δεν ήταν αγορίστικο παιχνίδι αυτό.
Τώρα μόνος μου είμαι. Κανένας δε με βλέπει. Ό,τι θέλω παίζω. Κι από ’κει πάνω όλους τους βλέπω. Όποιον θέλω, βλέπω. Ό,τι θέλω, βλέπω στο λυκαυγές της ζωής μου.
 Από την ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων «Απουσίες και Πορτραίτα»





ΘΕΟΦΑΝΙΔΟΥ ΑΡΓΥΡΩ ''ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΡΕΙΑΣ''



Από το χθες έρχονται οι λέξεις μας

καμπάνες μακρινές ηχούν στο τώρα
Αντηχούν.....στης καρδιάς μας τα σπήλαια
Δειλινά εωθινά...Συνομιλούμε χαμηλόφωνα....
Άσε με να σε δω.Κοίταξέ με....
Ως εν εσόπτρω....αίνιγμα.
Στη σιγή των ερήμων σε δίψασα
Να πιω.....να σε πιω
-τ'άδηλα και τα κρύφια-
να σ'αγαπήσω πείνασα σε μιαν άλλη διάσταση
Καθώς στάζουν τα λόγια μας
πολυτρίχια και βρύα σε βαθύσκιωτα δαση ανθίζουν
Σ'ακούω.......Εισακούω τους ήχους σου.
Με τ'ακροδάχτυλα του νου
τρυφερά ψηλαφώ τα σπαράγματα της δικής σου πορείας.
Το χέρι μου κράτησε.....
να μπούμε μαζί στων ψυχών μας τα τούνελ....
Εισχωρούμε...Κρυβόμαστε...Φανερωνόμαστε.­...
Πάλι και πάλι....Φεγγάρια στα σύννεφα...
Μίλησέ μου,καθώς ταξιδεύουμε.
Τις μνήμες σου απιθωσε-φρούτα-
στης καρδιάς τις παλάμες
Να σε γνωρίσω τρώγοντας.....
σε δείπνο μυστικό.....
Κι ύστερα...Ααααα.....Κι ύστερα φύγε αν θες
Σ'αγάπησα.....σε γνώρισα για πάντα....

αθ








ΦΡΑΓΚΙΑ ΙΩΑΝΝΑ "ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ, ΤΑ ΑΝΟΙΧΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΛΕΙΣΤΑ"



Κάποιοι είναι "Ανοιχτά Βιβλία". Εκφράζονται στα ίσα, χωρίς περιστροφές και μισόλογα. Αγαπούν την ευθύτητα σε βαθμό υπερβολικό. Φωνάζουν εύκολα και διαλαλούν την ειλικρίνειά τους, που φτάνει σε ωμότητα κάποιες φορές, αφού δε διστάζουν να κατακεραυνώνουν ακόμα και τους αγαπημένους τους στο όνομα μιας ντομπροσύνης ανεξέλεγκτης, χύμα σας λέω. Κι αν τους καλέσεις να φρενάρουν, θυμώνουν, αν και γνωρίζουν πόσο αυτό το χαρακτηριστικό τους, έχει φέρει πολλές φορές την καταστροφή. Να κάνουν λίγο πίσω, αδύνατον. Συγχέουν συνήθως την διακριτικότητα με την υποκρισία, σου λένε με πάθος "όλα κι όλα, εγώ δεν θα γίνω υποκριτής, ότι έχω να πω το λέω κατάμουτρα, κι ούτε ξέρω να κρύβομαι, είμαι Ανοιχτό βιβλίο".
Κάποιοι είναι "Κλειστά Βιβλία". Αναλύουν μυστικά έναν τόνο αμφιβολίες πριν ανοίξουν το στόμα τους, αν το ανοίξουν. Τους λες να τολμήσουν περισσότερο, να έχουν το θάρρος της γνώμης τους, τίποτε αυτοί, νιώθουν έτοιμοι να καταδικαστούν για λάθη ασυγχώρητα αν μιλήσουν, να τους καταβροχθήσει ο περίγυρος αν διανοηθούν να υπερασπιστούν με σθένος τη θέση τους. Μυρηκάζουν ασταμάτητα το δίκιο τους, που κανείς δεν αναγνωρίζει, κι άμα τους πεις πως οι άλλοι δεν ειδικεύονται οπωσδήποτε στην μαντική τέχνη αλλά θέλουν στοιχεία για να καταλάβουν, τότε κλείνονται ακόμη περισσότερο στο καβούκι τους ενώ γύρω ένας κόσμος φαντάζει απειλητικός και μόνο στην ιδέα "να ανοίξουν".
Μια μέρα λοιπόν με δυο καλούς φίλους - αντιπροσώπους των πιο πάνω κατηγοριών, είπα να τους φέρω σε λογαριασμό, να γεφυρώσω το χάσμα τους, ξέρετε, ο "ανοιχτός" έλεγε τον άλλο υποκριτή και φοβιτσιάρη, ο "κλειστός" έλεγε τον πρώτο γαϊδούρι κι άξεστο. Κι ενώ εγώ πάλευα στο ρινγκ κι έτρωγα τις περισσότερες, κουράστηκα μη βλέποντας φως, αφού κάθε προσπάθειά μου, τους έκανε ακόμα πιο πεισματάρηδες κι ακραίους στις πεποιθήσεις τους - διότι εννοείται, το πείσμα και των δύο περιπτώσεων στο να μην αλλάξουν, σπάει κόκκαλα.
Μέχρι, ιδέα φαεινή, τους έφερα το παράδειγμα του βιβλίου. "Βρε παιδιά" είπα, "τι ανοιχτό βιβλίο, τι κλειστό βιβλίο! Ένα βιβλίο είναι από τη φύση του και για τα δύο, μένει κλειστό μέχρι να έρθει η στιγμή να ανοίξει και να προσφέρει τον εσωτερικό του κόσμο. Ασφαλώς, δεν χρειάζεται να περιφερόμαστε όποτε να 'ναι και με όποιον να 'ναι ως ανοιχτά βιβλία, διότι έτσι δεν γευόμαστε τη διαφορά ανάμεσα στις ρηχές και στς βαθιές σχέσεις, θέλει ετοιμότητα να διακρίνεις πότε να ανοιχτείς και πότε όχι, πότε θα σε κατασπαράξουν, πότε θα σε λατρέψουν και πότε θα είναι σαν να μιλάς στον τοίχο. Κι ούτε βέβαια ωφελεί να ζούμε σαν στρείδια, απομονωμένοι και ταραγμένοι, μήπως μας ξεφύγουν πολύτιμοι θησαυροί και χαθούν στα χέρια του καθενός ασυνείδητου άρπαγα. Άλλωστε, οι άνθρωποι, δεν είμαστε μονοσήμαντοι, έχουμε άπειρες πλευρές, χαρίσματα και κουσούρια, κι όποιος σκεφτεί πως είναι ανοιχτό βιβλίο επειδή δε βάζει γλώσσα μέσα, ή κλειστό βιβλίο επειδή κουκουλώνεται και νομίζει πως περνάει απαρατήρητος, μάλλον λάθος κάνει, οι άλλοι άνθρωποι καταλαβαίνουν πολλά".
Και να δείτε, έγινε το θαύμα, κοντοστάθηκαν κι οι δύο κοιτάζοντάς με για πρώτη φορά με αληθινή περίσκεψη. Τόσο τους απασχόλησαν τα λεγόμενά μου περί βιβλίων, που κανείς τους δεν σκέφτηκε να ρωτήσει αν εγώ τα καταφέρνω στην πράξη, όπως τους τα εκθέτω στη θεωρία. Γιατί βέβαια, στην πράξη κάνω όπως ακριβώς τα λέω, άλλοτε ανοίγομαι κι άλλοτε κλείνομαι, δεν είμαι εγώ άκαμπτος χαρακτήρας. Μόνο που συνήθως ανοίγομαι όταν χρειάζεται να κλειστώ και κλείνομαι όταν είναι η ώρα να ανοιχτώ... 


Χρόνια πολλά σε όλα τα "βιβλία", στα ανοιχτά και στα κλειστά!




ΧΑΤΖΗΘΩΜΑ ΖΩΗ " ''ΤΙ ΣΤΗΝ ΕΥΧΗ, ΘΑ ΤΕΛΕΙΩΣΟΥΝ ΤΑ ΛΑΘΗ!...'"




''ΤΙ ΣΤΗΝ ΕΥΧΗ, ΘΑ ΤΕΛΕΙΩΣΟΥΝ ΤΑ ΛΑΘΗ!...'' 
Αθωότητα είναι να φυτεύεις έναν ηλιόσπορο και να πιστεύεις ότι θα φυτρώσει ένας ήλιος! Ότι μέσα στην απέραντη έρημο υπάρχουν πάντα μικρές οάσεις. Ότι κάτω από το κρεβάτι σου υπάρχουν τρεις νάνοι πειρατές, που ξέρουν όλα σου τα μυστικά, όπως ότι έχασες το τριγωνάκι σου για τα κάλαντα,αλλά θα σου φέρουν εκείνοι ένα τετραγωνάκι! Να φοβάσαι ότι ο Άϊ-Βασίλης φέτος θα σου φέρει κάρβουνο, γιατί δεν ήσουν καλό παιδί, ενώ εσύ ήθελες την ''αγαπησιέρα'', μια συσκευή που μέσα της θα κρύβει την αγάπη όλου του κόσμου.
Χρειάζεται επειγόντως σωσίβιο στη θλίψη και την απελπισία. Χρειάζεται χαρά και φρεσκάδα στη ματιά μας, έτσι ώστε να είναι κανείς ικανός, όταν έρχονται δύσκολες στιγμές, να καταφέρνει να ανέβει στο αερόστατό του, που έχει έξω από το σπίτι του, και να πάει στη Χωχαρούπα, τη χώρα της αιώνιας χαράς! Να μπορεί να κλαίει με τον χιονάνθρωπο που λιώνει από τα καυτά δάκρυά του.
Η παιδικότητά μας πεθαίνει, η αθωότητά μας χάνεται και το πτώμα της το ονομάζουμε ''ενηλικίωση'' ή ''ωριμότητα''. Ας μην τρομάζουμε όμως, δεν έχει χαθεί τίποτα επί της ουσίας, εμείς τα κρύβουμε, τα καλύπτουμε από φόβο και ντροπή για τις αναμνήσεις, τα σκιρτήματα, τα πρωτόγνωρα συναισθήματα των παιδικών μας χρόνων. Ο θησαυρός υπάρχει μέσα μας, περιμένει να ξαναβγεί στο φως.
Είναι το πολύτιμο ''δαχτυλίδι'' του αναψυκτικού, με εκείνο που ''παντρεύτηκες'' τον αγαπημένο/η σου στο νηπιαγωγείο! Ο ρεαλισμός μπορεί να υπάρξει μέσα από τη φαντασία, από το παιδικό αστείο. Είναι σπουδαία εφόδια και στη γνώση, την πρόοδο και τη διαδικασία της μάθησης. Δυστυχώς και στο σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα η ενίσχυση και η καλλιέργεια της φαντασίας είναι από τις πιο παραμελημένες πλευρές του σχολείου.
Αν δεν θέλουμε να δημιουργήσουμε γενιά θλιμμένων παιδιών και αργότερα ενηλίκων, ας αλλάξουμε θεώρηση της πραγματικότητας. Η χαρά μέσα από τη φαντασία και την παιδική μας αθωότητα ας ξαναπάρει πρωταχική θέση στην καθημερινή ζωή...Και να πιστέψουμε ότι κάποια στιγμή- τι στην ευχή!-θα τελειώσουν τα λάθη στον κόσμο και αναγκαστικά θα κάνουμε τα σωστά!
Κοίτα ψηλά στον ουρανό!!! Το έλκηθρο του Άϊ- Βασίλη πηγαίνει κατευθείαν πάνω σε ένα αστέρι! Ωχ....λες να χαθούν τα δώρα μας; Ας αποχαιρετίσουμε τον παλιό χρόνο με παιδική γλύκα στην καρδιά. Καλή χρονιά, υγεία, δύναμη και ό,τι ποθεί ο καθένας μας!



ΠΟΔΑΡΑΣ ΣΠΥΡΟΣ "Ε ναι "



Η επιλογή

Ε ναι 
δεν έχω επιλογές
ζωή δεν είναι να ανοίγεις τα μάτια
ζωή δεν είναι να αναπνέεις 
ζωή δεν είναι να τρως
ζωή δεν είναι να περνάνε τα χρόνια

Ε ναι
ζωή είναι αν ανοίγοντας τα μάτια βλέπεις αυτό που πρέπει
ζωή είναι αν αναπνέει η ψυχή σου
ζωή είναι αν έχει τροφή το πνεύμα σου
ζωή είναι αν οι μέρες σου αφήνουν κάτι πίσω

Ε ναι 
δεν έχω επιλογές
όταν παλεύω το σήμερα μου
όταν σκοτώνω το αύριο μου
όταν οι ρυτίδες είναι στην ψυχή μου
όταν το σ' αγαπώ μου απευθύνεται στην σάρκα
όταν το χθες μου το ποδοπάτησα

Ε ναι
μακάρι να πάλευα για το αύριο μου
μακάρι να είχα μέλλον
μακάρι να γερνούσα όμορφα
μακάρι η ηδονή να ήταν στο μυαλό μου
μακάρι να άφηνα ότι με άφησαν

Ε ναι
έχω επιλογές 
οικογένεια
αυτή είναι η ζωή
δεν υπάρχει 
το όταν
το μακάρι
υπάρχει το θέλω και το μπορώ


 23/07/2013Σ.Π



ΣΕΛΑΝΑ ΓΡΑΙΚΑ "Οίνος κι Οινοχόος,ουσία Μια! "



Μέτρησα στην φούχτα
Μου ρώγα-ρώγα-μια,δυο!-
απ το σταφύλι Σου.
Ευλαβικά,τις κρατώ 
στην παλάμη Μου
μην,τις καταστρέψω. 
Μεγάλη η Τιμή Μου 
κι η καρδιά θέριεψε.

Λέω,πρέπει κρασί να κάνω,
κρίμα ειν να τις γευθώ μονάχη, 
ολάκερος ο κόσμος!
-πριν κι επόμενος-
να δοκιμάζει,να μεθύσει, 
ας τρεκλίσει λίγο-θεμιτό!

Με ατέρμονη προσήλωση,χρόνια 
τις κουβαλούσα στην ίδια αυτή παλάμη 
-χέρι δεν άλλαξα!
Φτάνοντας στο λίκνο Σου,
στης Αρμονίας την ζήση 
κατάκοπη,με την Ιδια Ανάσα 
που ξεκίνησα,
τις παρέδωσα στον Λόγο Σου
-το ζέο το κρατά πάντα,στο χέρι 
το δεξί Του- 
με οινολόγο Του τον Ήλιο.
Για εννιά μέρες περίμενα,κάτω απ' την Ελιά!
Εννιά μέρες...

Μελίρρυτο κρασί,μου το παρέδωσαν
σ ένα φλασκί από Δέρμα 
να το κοιμίσω σ όποιον θέλει να γευθεί.
-Ποιος ίσως,ν' αρνηθεί μπορεί;-

Κεινον,τον Παιάνα που τραγουδούσε 
ο Λόγος Σου, 
σαν τον έμαθε απ την Μέλπω,τον Διόνυσο!δεν ξέρω 
η καρδιά Μου τον χάραξε, 
στα χάλκινα της φύλλα, 
μαζί με τον Οναγρο,μοναδικά μου όπλα.
Φεύγω... 
Οίνος κι Οινοχόος,ουσία Μια!



ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Β."Μάθε με να πετώ "






Πέρασαν αρκετά χρόνια από τότε που είχε ζήσει κάτι που να αξίζει να θυμάται.
Είχε κλειδώσει τις αναμνήσεις του καλά.
Όσα αγαπούσε, ήταν εκεί.
Όσα άξιζε να θυμάται ήταν εκεί.
Σε αυτή την παλιά κορνίζα.
Ίσως να ήταν το ασπρόμαυρο που πάντα τον συγκινούσε.
Καθισμένος στην παλιά του σοφίτα, άρχισε να γράφει ένα γράμμα.
Δεν είχε σκοπό να το δώσει σε κάποιον.
Ύστερα σκέφτηκε να το κρύψει.
Θα το άνοιγε με ανυπομονησία, μετά από πολλά χρόνια, έκπληκτος θα στεκόταν.
Μπροστά σε αυτό που είχε βρει, ποιος τον θυμήθηκε, θα αναρωτιόταν.
Εκείνη την ημέρα, την τόσο μακρινή, ήξερε πως θα έδινε στον εαυτό του, μία μεγάλη χαρά.
Εκείνη την ημέρα, την τόσο μακρινή...
Κοίταξε για ώρα την παλιά φωτογραφία, σα να ήθελε να την αιχμαλωτίσει.
Ύστερα από αρκετά λεπτά, έκλεισε με δύναμη τα μάτια του.
Η εικόνα γύριζε στο μυαλό του.
Τα μάτια του γαλήνια, στο μοναδικό μέρος που ένιωθε όμορφα.
"Αυτή η φωτογραφία, ότι και να γίνει, θα μείνει για πάντα στην καρδιά μου.
Είναι ότι έχω, ότι αξίζει να θυμάμαι.
Όσα με αγάπησαν και όσα αγάπησα, βρίσκονται εδώ.
Στα μάτια μου, στην καρδιά και το μυαλό".
Πήρε μία μεγάλη γαλάζια κιμωλία.
Άρχισε να ζωγραφίζει με μανία στο ξύλινο πάτωμα.
Κάτι που έμοιαζε με θάλασσα.
Έφτιαξε πολλά σπίτια.
“Έτσι θα μοιάζει καλύτερα με ακτή.
Θα φτιάξω δύο καράβια, το ένα θα φαίνεται ολόκληρο,
και το άλλο θα φαίνεται λιγότερο από το μισό”.
Όταν τέλειωσε, πέταξε τη γαλάζια κιμωλία από τα χέρια του.
"Τώρα θα φτιάξω το βουνό ή είναι καλύτερα πρώτα τον ουρανό;
Θα κάνω πρώτα τον ουρανό, το αποφάσισα”.
Αφού πρώτα άφησε τη σωστή απόσταση για να φτιάξει το βουνό, πήρε δύο μεγάλες ροζ κιμωλίες,
τις ξάπλωσε με το πλατύ τους μέρος στο δάπεδο και άρχισε να ζωγραφίζει με μανία,
όσο έφτανε η έκταση των χεριών του.
“Έτοιμος και ο ουρανός”.
Σταμάτησε για μία στιγμή, τα ρούχα του είχαν γεμίσει χρώματα,
η μυρωδιά της κιμωλίας υπήρχε παντού στο δωμάτιο.
Μετά από πολύ ώρα έντονης προσπάθειας, ολοκλήρωσε το βουνό.
Γέμισε με το ίδιο χρώμα τα κενά του ουρανού.
“Πρέπει να είναι ακριβώς το ίδιο, επιτέλους το ολοκλήρωσα”.
Κατευθύνθηκε προς το ραδιόφωνο και δυνάμωσε την ένταση.
Με τη μουσική υπόκρουση του ραδιοφώνου, άρχισε να τραγουδάει.
Με λόγια βγαλμένα περισσότερο απ' την καρδιά του παρά από το μυαλό του.
“Δώσε μου δύναμη.
Ότι έψαχνα τόσα χρόνια, ήρθε η ώρα να τα γνωρίσω.
Να νιώσω την ψυχή μου, στις φλέβες μου τώρα, άλλος άνθρωπος κυλά.
Θέλω να ξέρω πως είναι ο πόνος, την ώρα που τα δάκρυα ενώνονται με τη γη.
Θέλω να γνωρίσω πως είναι απ' την καρδιά τους να μου πουν.
Είμαι εδώ για εσένα, ο ένας ή η μία, που σε αγαπά...
Δώσε πνοή στα φτερά μου, ποτέ σου μη με αφήσεις.
Θέλω να ξέρω πως είναι τον εαυτό σου να αγαπήσεις.
Δώσε μου δύναμη.
Την ώρα που ο αέρας χτυπάει το πρόσωπό μου.
Κάνε γνώση τις ρυτίδες μου.
Όσο γκριζάρω, να φωνάζεις πως με θες.
Αν γνωρίσω την πτώση, θα έχω μάθει πως είναι να πετάς.
Πέφτοντας, για μία αγάπη θα σου λέω, τη δική μας ή κάποιων άλλων.
Για ένα όνειρο που θέλει ελεύθερο να τρέξει.
Δώσε μου δύναμη. Δώσε μου πνοή.
Στην αγάπη μας στηρίζεται, όλη η γη”.
...Φώναξε με όλη του την ορμή.
“Σε πόσες λύπες να εξαργυρώσω τη χαρά;
Δούλος παντοτινός ή σε νίκη βασιλιάς;
Ότι και να γίνει, πρέπει να φύγω.
Ένα με τον άνεμο να γίνω.
Όχι τραγούδι, ούτε βροχή.
Όχι λουλούδι σε άνοιξης πνοή”.
Με φωνή που είχε κλείσει πλέον, συνέχισε να τραγουδάει.
“Άνθρωπο κάνε με, μάθε με να πετώ.
Δείξε μου τον τρόπο. Τις ήττες μου να αγαπώ.
Σε ότι με πτοεί, σε ότι με φοβίζει. Κάνε με γη. Κάνε με φως.
Τα αστέρια να αγκαλιάσω, κι ας είμαι μικρός.
Αν με δεις να κλαίω,
πες μου έτσι είναι οι άνθρωποι και η μοίρα τους αυτή.
Όσο μάχονται, άλλο τόσο, αγκαλιές θα ζητούν.
Άφησέ με να γευθώ μία ακόμη νίκη.
ΔΙΔΑΞΕ ΜΕ...
πως και στις ήττες τους ακόμη.
Οι άνθρωποι δε σταματάνε να αγαπούν...”.
Ξεσπώντας σε λυγμούς ξάπλωσε στη ζωγραφιά του.
Επάνω του είχε όλα τα χρώματα απ' όσα αγαπούσε και από όσα τον είχαν αγαπήσει.




(Κείμενα, φωτογραφία και επεξεργασία) Αλέξανδρος Β.
Η επεξεργασία έγινε με picasa 3


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ 
http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=Blog&file=page&op=viewPost&pid=34874






ΓΙΑΝΝΟΥΣΑ ΠΗΝΕΛΟΠΗ {Η πόλις γιορτάζει..}



Η πόλις γιορτάζει, κάτι θυμάται
η πόλις ανάβει τα φώτα, κάτι βλέπει
η πόλις ξεχνάει, και ανάβει τα φώτα
μην να φοβάται;
Σβήσε το φως και άπλωσε το βλέμμα
τι να θυμάμαι;
Η πόλις θα γιορτάσει
θα σβήσει τα φώτα
τι να ξεχνάει;
άναψε το τζάκι
τι στη μνήμη δώρο να αγοράσω;
η πόλις, εσύ, εγώ
το πρέπον, η πεθυμιά, ο αγώνας
Γιορτάζει η λήθη

π.γ. 22.12.2013






ΓΚΥΣΤΑΒ ΚΟΥΡΜΠΕ - ΖΩΓΡΑΦΟΣ

Αυτοπροσωπογραφία με μαύρο σκύλο, 1842
    Ο Γκυστάβ Κουρμπέ (γαλ. Jean Désiré Gustave Courbet, 10 Ιουνίου 1819 -31 Δεκεμβρίου 1877) ήταν Γάλλος ζωγράφος, μια από τις επιβλητικότερες μορφές της Γαλλικής τέχνης του 19ου αιώνα. Θεωρείται από τους πρωτεργάτες του Ρεαλισμού. Συνέβαλε επίσης στη μετέπειτα εξάπλωση τουΙμπρεσιονισμού, καθώς υποστήριξε την δημιουργική ελευθερία του καλλιτέχνη, τάχθηκε υπέρ της αυτονομίας του και προώθησε τις εκθέσεις τους. Στους πίνακές του φιλοτέχνησε μια σειρά από εντυπωσιακά έργα, με εικόνες και από την αγροτική ζωή, πράγμα που τον χαρακτήρισε κι ως επαναστατική μορφή, ειδικά όταν πήρε μέρος στη Γαλλική Κομμούνα του1871. Με το τέλος της Κομμούνας συνελήφθη, δημεύτηκαν οι πίνακές του κι έπειτα εξορίστηκε και πέθανε στην Ελβετία.
Ο άνθρωπος με την πίπα, Αυτοπροσωπογραφία σε ηλικία των 30 ετών, 1848-49
     Γεννήθηκε στο μικρό αγροτικό χωριό Ορνάν (Ornans), κοντά στηνΜπεζανσόν του Νομού Φρανς-Κοντέ (Franche-Compté) το 1819, από εύπορους αγρότες και πήρε τη βασική του εκπαίδευση εκεί. Το 1837 ξεκινά νομικές σπουδές στο Βασιλικό Κολέγιο της Μπεζανσόν και δύο χρόνια μετά πηγαίνει στο Παρίσι να σπουδάσει ζωγραφική. Βελτιώνει την τεχνική του φιλοτεχνώντας αντίγραφα γνωστών έργων. Το 1847 αποκτά γιο με τη Βιρζινί Μπινέ. Δύο χρόνια μετά εκθέτει τρεις μεγάλους πίνακες στο Σαλόν. Το έργοΕνταφιασμός Στο Ορνάν ήταν αυτό που τον ανέδειξε. Το 1855 διοργανώνει τη δική του έκθεση με τίτλο Ρεαλισμός και χωρίζει με τη Βιρζινί.

Zélie Courbet, 1847
   Το 1865 εκδίδεται το βιβλίο Η Προέλευση Της Τέχνης και Ο Κοινωνικός Προορισμός Αυτής που συνέγραψε με τον Πιέρ-Ζοζέφ Προυντόν. Τέσσερα χρόνια αργότερα κερδίζει δυο διακρίσεις από τον Βασιλικό Οίκο της Βαυαρίας. Το 1871, μετά τη Γαλλική Κομμούνα, κατηγορείται πως κατέστρεψε την Στήλη της Πλας Βαντόμ και καταδικάζεται σε εξάμηνη φυλάκιση. Τον επόμενο χρόνο πεθαίνει ο γιος του και το 1873 του ζητούν να πληρώσει για την ανακατασκευή της Στήλης, αλλά, φοβούμενος τη χρεωκοπία, εγκαταλείπει τη Γαλλία και καταφεύγει στην Ελβετία. Πεθαίνει εκεί εξόριστος το 1877, σε ηλικία 58 ετών.

ΠΙΝΑΚΕΣ 

Λουόμενη σε ρυάκι, 1845, 

Η αιώρα, 1844

Πορτρέτο του Σαρλ Μπωντλαίρ, 1848-1849

Ταφή στο Ορνάν, 1849,

Εργάτες που σπάζουν πέτρες, 1849

Απόδειπνο στην Ορνάν, 1849,

Αγρότες που επιστρέφουν από την αγορά, 1850

 Oι κοσκινίστρες του σιταριού 

Η συνάντηση "Καλημέρα σας κύριε Κουρμπέ",1854

  • Το εργαστήρι του καλλιτέχνη, 1855

Η πέργκολα, 1862

Πορτρέτο της κοντέσσας Karoly, 1865

Ο Προυντόν με τα παιδιά του, 1865

Ο ύπνος, 1866,

Θαλάσσια ακτή στη Νορμανδία, 1867

Λουομένη, 1868

Η πηγή, 1868,

Το κύμα, 1870

Λόφοι στο Ετρετά, μετά την καταιγίδα, 1870

Καταιγίδα στα Jura Mountains, 1873, 

Πολ Βερλαίν περ. 1871

Η λίμνη Neuchâtel, 1875

Πηγή σε βουνό, 1876

Τοπίο, 1876


ΠΗΓΗ - ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ 















Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ "O Έρωτας στα χιόνια"


Kαρδιά του χειμώνος. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα.
Kαι αυτός εσηκώνετο το πρωί, έρριπτεν εις τους ώμους την παλιάν πατατούκαν του, το μόνον ρούχον οπού εσώζετο ακόμη από τους προ της ευτυχίας του χρόνους, και κατήρχετο εις την παραθαλάσσιον αγοράν, μορμυρίζων, ενώ κατέβαινεν από το παλαιόν μισογκρεμισμένον σπίτι, με τρόπον ώστε να τον ακούη η γειτόνισσα:
― Σεβτάς είν’ αυτός, δεν είναι τσορβάς...· έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας.
Tο έλεγε τόσον συχνά, ώστε όλες οι γειτονοπούλες οπού τον ήκουαν του το εκόλλησαν τέλος ως παρατσούκλι: «O μπαρμπα-Γιαννιός ο Έρωντας».
Διότι δεν ήτο πλέον νέος, ούτε εύμορφος, ούτε άσπρα είχεν. Όλα αυτά τα είχε φθείρει προ χρόνων πολλών, μαζί με το καράβι, εις την θάλασσαν, εις την Mασσαλίαν.
Eίχεν αρχίσει το στάδιόν του με αυτήν την πατατούκαν, όταν επρωτομπαρκάρησε ναύτης εις την βομβάρδαν του εξαδέλφου του. Eίχεν αποκτήσει, από τα μερδικά του όσα ελάμβανεν από τα ταξίδια, μετοχήν επί του πλοίου, είτα είχεν αποκτήσει πλοίον ιδικόν του, και είχε κάμει καλά ταξίδια. Eίχε φορέσει αγγλικές τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλά καπέλα, είχε κρεμάσει καδένες χρυσές με ωρολόγια, είχεν αποκτήσει χρήματα· αλλά τα έφαγεν όλα εγκαίρως με τας Φρύνας εις την Mασσαλίαν, και άλλο δεν του έμεινεν ειμή η παλιά πατατούκα, την οποίαν εφόρει πεταχτήν επ’ ώμων, ενώ κατέβαινε το πρωί εις την παραλίαν, διά να μπαρκάρη σύντροφος με καμμίαν βρατσέραν εις μικρόν ναύλον, ή διά να πάγη με ξένην βάρκαν να βγάλη κανένα χταπόδι εντός του λιμένος.
Kανένα δεν είχεν εις τον κόσμον, ήτον έρημος. Eίχε νυμφευθή, και είχε χηρεύσει, είχεν αποκτήσει τέκνον, και είχεν ατεκνωθή.
Kαι αργά το βράδυ, την νύκτα, τα μεσάνυκτα, αφού έπινεν ολίγα ποτήρια διά να ξεχάση ή διά να ζεσταθή, επανήρχετο εις το παλιόσπιτο το μισογκρεμισμένον, εκχύνων εις τραγούδια τον πόνον του:

Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.

Άλλοτε παραπονούμενος ευθύμως:

Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα,
δεν είπες μια φορά κ’ εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα.


Xειμών βαρύς, επί ημέρας ο ουρανός κλειστός. Eπάνω εις τα βουνά χιόνες, κάτω εις τον κάμπον χιονόνερον. H πρωία ενθύμιζε το δημώδες:

Bρέχει, βρέχει και χιονίζει,
κι ο παπάς χειρομυλίζει.

Δεν εχειρομύλιζεν ο παπάς, εχειρομύλιζεν η γειτόνισσα, η πολυλογού και ψεύτρα, του άσματος του μπαρμπα-Γιαννιού. Διότι τοιούτον πράγμα ήτο· μυλωνού εργαζομένη με την χείρα, γυρίζουσα τον χειρόμυλον. Σημειώσατε ότι, τον καιρόν εκείνον, το αρχοντολόγι του τόπου το είχεν εις κακόν του να φάγη ψωμί ζυμωμένον με άλευρον από νερόμυλον ή ανεμόμυλον, κ’ επροτίμα το διά χειρομύλου αλεσμένον.
Kαι είχεν πελατείαν μεγάλην, η Πολυλογού. Eγυάλιζεν, είχε μάτια μεγάλα, είχε βερνίκι εις τα μάγουλά της. Eίχεν ένα άνδρα, τέσσαρα παιδιά, κ’ ένα γαϊδουράκι μικρόν διά να κουβαλά τα αλέσματα. Όλα τα αγαπούσε, τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της. Mόνον τον μπαρμπα-Γιαννιόν δεν αγαπούσε.
Ποίος να τον αγαπήση αυτόν; Ήτο έρημος εις τον κόσμον.

Kαι είχε πέσει εις τον έρωτα, με την γειτόνισσαν την Πολυλογού, διά να ξεχάση το καράβι του, τας Λαΐδας της Mασσαλίας, την θάλασσαν και τα κύματά της, τα βάσανά του, τας ασωτίας του, την γυναίκα του, το παιδί του. Kαι είχε πέσει εις το κρασί διά να ξεχάση την γειτόνισσαν.
Συχνά όταν επανήρχετο το βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, και η σκιά του, μακρά, υψηλή, λιγνή, με την πατατούκαν φεύγουσαν και γλιστρούσαν από τους ώμους του, προέκυπτεν εις τον μακρόν, στενόν δρομίσκον, και αι νιφάδες, μυίαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, εφέροντο στροβιληδόν εις τον αέρα, και έπιπτον εις την γην, και έβλεπε το βουνόν ν’ ασπρίζη εις το σκότος, έβλεπε το παράθυρον της γειτόνισσας κλειστόν, βωβόν, και τον φεγγίτην να λάμπη θαμβά, θολά, και ήκουε τον χειρόμυλον να τρίζη ακόμη, και ο χειρόμυλος έπαυε, και ήκουε την γλώσσαν της ν’ αλέθη, κ’ ενθυμείτο τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της, οπού αυτή όλα τα αγαπούσε, ενώ αυτόν δεν εγύριζε μάτι να τον ιδή, εκαπνίζετο, όπως το μελίσσι, εσφλομώνετο, όπως το χταπόδι, και παρεδίδετο εις σκέψεις φιλοσοφικάς και εις ποιητικάς εικόνας.
― Nα είχεν ο έρωτας σαΐτες!... να είχε βρόχια... να είχε φωτιές... Nα τρυπούσε με τις σαΐτες του τα παραθύρια... να ζέσταινε τις καρδιές... να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια... Ένας γερο-Φερετζέλης πιάνει με τις θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια.
Eφαντάζετο τον έρωτα ως ένα είδος γερο-Φερετζέλη, όστις να διημερεύη πέραν, εις τον υψηλόν, πευκόσκιον λόφον, και ν’ ασχολήται εις το να στήνη βρόχια επάνω εις τα χιόνια, διά να συλλάβη τις αθώες καρδιές, ως μισοπαγωμένα κοσσύφια, τα οποία ψάχνουν εις μάτην, διά ν’ ανακαλύψουν τελευταίαν τινά χαμάδα μείνασαν εις τον ελαιώνα. Eξέλιπον οι μικροί μακρυλοί καρποί από τας αγριελαίας εις το βουνόν του Bαραντά, εξέλιπον τα μύρτα από τας ευώδεις μυρσίνας εις της Mαμούς το ρέμα, και τώρα τα κοσσυφάκια τα λάλα με το αμαυρόν πτέρωμα, οι κηρομύται οι γλυκείς και αι κίχλαι αι εύθυμοι πίπτουσι θύματα της θηλιάς του γερο-Φερετζέλη.

Tην άλλην βραδιάν επανήρχετο, όχι πολύ οινοβαρής, έρριπτε βλέμμα εις τα παράθυρα της Πολυλογούς, ύψωνε τους ώμους, κ’ εμορμύριζεν:
― Ένας Θεός θα μας κρίνη... κ’ ένας θάνατος θα μας ξεχωρίση.
Kαι είτα μετά στεναγμού προσέθετε:
― K’ ένα κοιμητήρι θα μας σμίξη.
Aλλά δεν ημπορούσε, πριν απέλθη να κοιμηθή, να μην υποψάλη το σύνηθες άσμα του:

Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,
κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.

Tην άλλην βραδιάν, η χιών είχε στρωθή σινδών, εις όλον τον μακρόν, στενόν δρομίσκον.
― Άσπρο σινδόνι... να μας ασπρίση όλους στο μάτι του Θεού... ν’ ασπρίσουν τα σωθικά μας... να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας.
Eφαντάζετο αμυδρώς μίαν εικόνα, μίαν οπτασίαν, έν ξυπνητόν όνειρον. Ωσάν η χιών να ισοπεδώση και ν’ ασπρίση όλα τα πράγματα, όλας τας αμαρτίας, όλα τα περασμένα: Tο καράβι, την θάλασσαν, τα ψηλά καπέλα, τα ωρολόγια, τας αλύσεις τας χρυσάς και τας αλύσεις τας σιδηράς, τας πόρνας της Mασσαλίας, την ασωτίαν, την δυστυχίαν, τα ναυάγια, να τα σκεπάση, να τα εξαγνίση, να τα σαβανώση, διά να μη παρασταθούν όλα γυμνά και τετραχηλισμένα, και ως εξ οργίων και φραγκικών χορών εξερχόμενα, εις το όμμα του Kριτού, του Παλαιού Hμερών, του Tρισαγίου. N’ ασπρίση και να σαβανώση τον δρομίσκον τον μακρόν και τον στενόν με την κατεβασιάν του και με την δυσωδίαν του, και τον οικίσκον τον παλαιόν και καταρρέοντα, και την πατατούκαν την λερήν και κουρελιασμένην: Nα σαβανώση και να σκεπάση την γειτόνισσαν την πολυλογού και ψεύτραν, και τον χειρόμυλόν της, και την φιλοφροσύνην της, την ψευτοπολιτικήν της, την φλυαρίαν της, και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της, και το χαμόγελόν της, και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της: Όλα, όλα να τα καλύψη, να τα ασπρίση, να τα αγνίση!

Tην άλλην βραδιάν, την τελευταίαν, νύκτα, μεσάνυκτα, επανήλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε.
Δεν έστεκε πλέον εις τα πόδια του, δεν εκινείτο ουδ’ ανέπνεε πλέον.
Xειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Mοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Yγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικά λυωμένα. Δεν ημπορούσε πλέον να ζήση, να αισθανθή, να χαρή. Δεν ημπορούσε να εύρη παρηγορίαν, να ζεσταθή. Έπιε διά να σταθή, έπιε διά να πατήση, έπιε διά να γλιστρήση. Δεν επάτει πλέον ασφαλώς το έδαφος.
Hύρε τον δρόμον, τον ανεγνώρισεν. Eπιάσθη από το αγκωνάρι. Eκλονήθη. Aκούμβησε τις πλάτες, εστύλωσε τα πόδια. Eμορμύρισε:
― Nα είχαν οι φωτιές έρωτα!... Nα είχαν οι θηλιές χιόνια...
Δεν ημπορούσε πλέον να σχηματίση λογικήν πρότασιν. Συνέχεε λέξεις και εννοίας.
Πάλιν εκλονήθη. Eπιάσθη από τον παραστάτην μιας θύρας. Kατά λάθος ήγγισε το ρόπτρον. Tο ρόπτρον ήχησε δυνατά.
― Ποιος είναι;
Ήτο η θύρα της Πολυλογούς, της γειτόνισσας. Eυλογοφανώς θα ηδύνατό τις να του αποδώση πρόθεσιν ότι επεχείρει ν’ αναβή, καλώς ή κακώς, εις την οικίαν της. Πώς όχι;
Eπάνω εκινούντο φώτα και άνθρωποι. Ίσως εγίνοντο ετοιμασίαι. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα, παραμοναί. Kαρδιά του χειμώνος.
― Ποιος είναι; είπε πάλιν η φωνή.
Tο παράθυρον έτριξεν. O μπαρμπα-Γιαννιός ήτο ακριβώς υπό τον εξώστην, αόρατος άνωθεν. Δεν είναι τίποτε. Tο παράθυρον εκλείσθη σπασμωδικώς. Mίαν στιγμήν ας αργοπορούσε!
O μπαρμπα-Γιαννιός εστηρίζετο όρθιος εις τον παραστάτην. Eδοκίμασε να είπη το τραγούδι του, αλλ’ εις το πνεύμα του το υποβρύχιον, του ήρχοντο ως ναυάγια αι λέξεις:
«Γειτόνισσα πολυλογού, μακρύ-στενό σοκάκι!...»
Mόλις ήρθρωσε τας λέξεις, και σχεδόν δεν ηκούσθησαν. Eχάθησαν εις τον βόμβον του ανέμου και εις τον στρόβιλον της χιόνος.
― Kαι εγώ σοκάκι είμαι, εμορμύρισε... ζωντανό σοκάκι.
Eξεπιάσθη από την λαβήν του. Eκλονήθη, εσαρρίσθη, έκλινε και έπεσεν. Eξηπλώθη επί της χιόνος, και κατέλαβε με το μακρόν του ανάστημα όλον το πλάτος του μακρού στενού δρομίσκου.
Άπαξ εδοκίμασε να σηκωθή, και είτα εναρκώθη. Eύρισκε φρικώδη ζέστην εις την χιόνα.
«Eίχαν οι φωτιές έρωτα!... Eίχαν οι θηλιές χιόνια!»
Kαι το παράθυρον προ μιας στιγμής είχε κλεισθή. Kαι αν μίαν μόνον στιγμήν ηργοπόρει, ο σύζυγος της Πολυλογούς θα έβλεπε τον άνθρωπον να πέση επί της χιόνος.
Πλην δεν τον είδεν ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος. K’ επάνω εις την χιόνα έπεσε χιών. Kαι η χιών εστοιβάχθη, εσωρεύθη δύο πιθαμάς, εκορυφώθη. Kαι η χιών έγινε σινδών, σάβανον.
Kαι ο μπαρμπα-Γιαννιός άσπρισεν όλος, κ’ εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μη παρασταθή γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Kριτού, του Παλαιού Hμερών, του Tρισαγίου.