Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Χρηστάκη Μαρίνα "Σειρήνες"

Herbert James Draper - Ο Οδυσσέας και οι σειρήνες (1909)

Θα δεθώ με σχοινιά στο κατάρτι της θέλησης,
εγώ ο υποψιασμένος ταξιδιώτης Θελξινόη
ν’ ακούω το ωραίο τραγούδι σας
Σειρήνες τραγουδήστε!

Ότι ποτέ ονειρευτήκατε
ζητήστε το με το μελωδικό τραγούδι
και σύντομα θα το αποδώσω

Εκείνο που δεν αντέχω είναι η σιωπή σας
Σειρήνες τραγουδήστε!
Μια σιωπή που μετρά διαψεύσεις
για όσα επαγγέλονταν τα μάτια 
που τόσο καιρό εσείς μεθούσατε

Τι φοβερή…
αβάσταχτη η σιωπή 
Σειρήνες τραγουδήστε!

Μαρίνα Χρηστάκη ( Μάιος 2013)


Charles Edward Boutibonne - Σειρήνες (1883)









ΣΟΦΙΑ ΣΚΟΥΛΙΚΑ-ΒΕΛΛΟΥ "ΣΕΛΙΔΑ ΖΩΗΣ"


Υπογράμμισε την σελίδα της ζωής 
βάλε ερωτηματικά πολλά 
θαυμαστικά λίγα .
την λύπη στο περιθώριο 
βάλε της ζωής το στίγμα .
βάλε στο θάνατο τελεία 
έτσι θα έχεις της ζωής ιστορία .
ΣΟΦΙΑ ΣΚΟΥΛΙΚΑ-ΒΕΛΛΟΥ 30/5/2013








Μοσκιού Λίτσα "ΜΕ ΔΕΚΑ ΛΕΞΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ Κ. ΚΑΒΑΦΗ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ!"



Κράτα το νου σε ΑΠΡΑΞΙΑ
ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ ΠΟΙΗΤΗ …


ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΑ τη γαλήνια ΘΑΛΑΣΣΑ 
που ναρκώνει το βλέμμα κι αποκοιμίζει την ΑΛΗΘΕΙΑ σου

νιώσε την ΗΔΟΝΗ της γύμνιας της ψυχής σου
που σπαρταρά στο χέρι σου

κάθε λευκό χαρτί να γίνει Η ΠΟΛΙΣ σου
κάθε γραμμή η οδός σου…


Αμόλυντος πια από ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ 
ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ στο σώμα σου
ξανά το ξημέρωμα .








ΤΖΙΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ "Ποδόσφαιρο και Ποίηση "

Πίνακας - Anthony Barrow

Το αγαπήσαμε και το αγαπάμε το ποδόσφαιρο. Άθλημα δικό μας. Παιχνίδι των μαζών, των απανταχού φτωχών. Των καταφρονημένων. Μαζί με εμάς το αγάπησαν, το λάτρεψαν και το τραγούδησαν ποιητές και συγγραφείς. Άνθρωποι τρανοί, που με την πένα και το λόγο μίλησαν στο συναίσθημα, χάιδεψαν τα αυτιά μας, συντρόφευσαν τους καημούς και το μεράκι μας. Και έχει πολλούς τέτοιους η ράτσα μας. Ποιητάδες αλλοπαρμένους από το καθάριο φως της μέρας, ζαλισμένους από τις χιλιάδες μυρωδιές των λουλουδιών, εμπνευσμένους από την ντομπροσύνη της φυλής.


Το 1978 ο Νίκος Εγγονόπουλος στη συλλογή του ‘’Στην κοιλάδα με τους ροδώνες’’ μας κρατά σε εγρήγορση. 
‘’ ένα σας λέω / όλοι να τρέξουμε αμέσως / στα γκωλ – ποστ / παιδιά
στα γκωλ – ποστ / στα γκωλ ποστ / άγρυπνοι / ακοίμητοι φρουροί / πανέτοιμοι / το μάτι εδώ εκεί / να γρηγορούμε
μην αρχινίσουνε να πέφτουνε / τα τέρματα / βροχή / και / ηττηθούμε ‘’


Και ο Εμπειρίκος στο ποίημα του ‘’Ηχώ’’, από τη συλλογή ‘’Η σήμερον ως αύριον και ως χθες’’, μας λέει ανάμεσα στ’ άλλα.
 ‘’Goall – Goall στα δίχτυα των εχθρών / Όχι ποτέ στα δίχτυα του θανάτου’’


Ο Μάνος Χατζιδάκις υμνεί στο ‘’Αιώνιο πάθος – μπαλάντα για τον Τζωρτζ Μπεστ’’ το ταλέντο του μεγάλου Βρετανού μπαλαδόρου.
’Εκμηδενίστηκε η ορμή μου / Έγινε χιόνι το κορμί μου / Από μια εικόνα κρεμαστή / Χρωματιστή / Από ‘να ποδοσφαιριστή / Που σφυροκόπαε τη βροχή / Θεέ μου με τι ψυχή / Γίνοταν ο ίδιος πάθος/ Εικόνα και βροχή / Μες στην τηλεοπτική μου / Συσκευή.
‘’ Ο Μπεστ υπήρξεν ο .../ υπήρξεν ο .../ καλύτερος ,Ο Μπεστ υπήρξεν ο .../ υπήρξεν ο .../ καλύτερος’’
Κι όσο για μένα / έτσι καθώς θα μαι χωμένος / Στην πατρική μου Γη / Οι απόγονοι / Θα ρχονται κάθε Κυριακή / Να με ποτίζουν έρωτα / Ψωμάκι και βροχή / Κι όταν θα σουρουπώνει / Θα στέκουν μπρος μου Προσοχή / [ Οι απόγονοι ] / Γιορτάζοντας το πάθος μου / Για μια φωτογραφία χρωματιστή / Γι΄ αυτόν τον Γεώργιον Μπεστ / Τον ποδοσφαιριστή.’’ 
Πίνακας Miki de Goodaboom


Ο Κώστας Ταχτσής, ο αδικοχαμένος πεζογράφος μας, γράφει αυτοκριτικά το 1972.
‘’ Μια μπάλα υπήρξε η ζωή μου / κλώτσ’ από δω / κλωτσ΄ από κει / γκολ, γκολ / το χάσαμε το παιχνίδι.’’ 


Ο Γιάννης Ρίτσος, ο πολυτραγουδισμένος ποιητής της Ρωμιοσύνης, η βιβλική μορφή των νεανικών μας χρόνων, με περίσσιο συναίσθημα έγραφε το 1957 για τον αθλητή, τον ποδοσφαιριστή, τον πιτσιρικά με τα οράματα.
‘’………………………………………………………………….
Γιατί ο Παυλής αν και ξυπόλυτος έπαιζε, Τζον, σ’ όλες τις θέσεις και κυνηγός και μπακ και σέντερ – χαφ [ στη γλώσσα σου τα λέμε Τζον] – 
Ακόμα και τερματοφύλακας – τον καμάρωνε η μάνα του,
και μεις τον καμαρώναμε – έτσι ανάμεσα στα γκωλπόστ
μπροστά στο δίχτυ, με το κοντό μπαλωμένο παντελονάκι του,
με τα νευρώδη του ποδάρια – με κοίνα του τα θεαματικά μπλοζόν
και πάλι, ως μπακ, κάτι πιδέξιες, Τζον κλωτσιές – τον καμαρώναμε, Τζον, κι ονειρευόμασταν – 
κάτι γερές κλωτσιές, απ΄ το ‘να τέρμα στ’ άλλο,
φώναζε κι η μαρίδα της γειτονιάς – τόσο γερές κλωτσιές –
τόσο που παραξενευτήκαμε, Τζον, που δεν τα κατάφερε
στο τελευταίο παιχνίδι του να δώσει μια κλωτσιά από κείνες
τις γνωστές του
και να τινάξει, Τζον, το τανκ σου ως το Λονδίνο
ώσμε την κούτρα, Τζον, του κ. Τσώρτσιλ σας.
Μα είταν, βλέπεις, ξυπόλυτος. Τι να σου κάνει;
Σου μιλάω για τον Παυλή που ΄χε πουλήσει τα παπούτσια του – 
Δεν αξιώθηκε από τότε, Τζον, να ξαναβάλει παπούτσι στα ποδάρια του
Κι έτσι ξυπόλυτος σκοτώθηκε ο Παυλής το Δεκέμβρη
Κι έτσι ξυπόλητα μείναν τα ποδάρια του. Δεν τα λειώσε το
Τανκ σου, Τζον, τα πόδια του,
κι έτσι ξυπόλυτος, Τζον, κι έτσι ξυπόλυτος
ο Παυλής τώρα σεργιανάει στην αθανασία
…………………………………………………………………’’
Πίνακας - Gordon France
Θα μου πείτε τώρα γιατί αυτά τα ποιήματα δεν μας είναι και πολύ γνωστά. Το ίδιο αναρωτιέμαι κι εγώ. Και δεν είναι μόνο αυτά. Είναι και άλλα πολλά, καταξιωμένων ποιητών – λογοτεχνών. Στους Ζάνες, νοητούς ή πραγματικούς, αυτοί που σκόπιμα μας κρύβουν τέτοιο πλούτο, έχουν γραμμένο το όνομα και την ιδιότητα τους. Για όλους εμάς τους άλλους, τους εραστές του χλωροτάπητα, τους λάτρεις της ομορφιάς, τους ονειροπαρμένους, οι παρακάτω στίχοι του Μανώλη Αναγνωστάκη, είναι το βάλσαμο μας.

’… Εραστές της μπάλας όλου του κόσμου, παραμερίστε.
Περνά η Μεγάλη Κυρία των γηπέδων [ αυτή η πραγματική
Κυρία κι όχι οι ψιμυθιωμένες εταίρες των πολυεθνικών],
Περνά ο Μεγάλος ΑΓΙΑΞ.
……………………………………………………………..
Ότι υπήρξε πριν από τον Άγιαξ – το συνειδητοποιήσαμε ξαφνικά – υπήρξε η προϊστορία του ποδοσφαίρου.
Μετά τον Άγιαξ φάνηκε πως υποχρεωτικά πια άνοιγε η Ιστορία.
Δεν άνοιξε. Άνοιξε το αλισβερίσι των συστημάτων της
κυριαρχίας του κώουτς – σκηνοθέτη, των αγοραπωλησιών και των λεγεωνάριων.
…………………………………………………..........................
Θα μας ξαναθυμίσει άραγε κάποιος καμιά πάλι φορά πως το ποδόσφαιρο δεν είναι πια απλώς τεχνική, δεν είναι πια απλώς δύναμη, δεν είναι άθροισμα από εξωνημένες βεντέτες;
Θα μας θυμίσει πάλι κανείς την έμπνευση, τη γοητεία του απρόοπτου, τον αυθορμητισμό που γίνεται σοφία και τη σοφία που φαντάζει σαν αυθορμητισμός, το ότι το ποδόσφαιρο μπορεί να είναι το πιο μοντέρνο χορογραφικό έργο Τέχνης, όπως μας απέδειξαν και μας το δίδαξαν οι νέοι Νιζίσκυ της δεκαετίας του ΄70;
Βίβα, για πάντα, ΑΓΙΑΞ.’’

Από το βιβλίο του Γ Τζια "Προσκύνημα στους ξεχασμένους Ζάνες"

 Henri Rousseau "The Football Players 1908"




Κ ΠΑΛΑΜΑΣ "Ὁ γκρεμιστής"



Ἀκοῦστε. Ἐγὼ εἶμαι ὁ γκρεμιστής, γιατί εἶμ᾿ ἐγὼ κι ὁ κτίστης,
ὁ διαλεχτὸς τῆς ἄρνησης κι ὁ ἀκριβογιὸς τῆς πίστης.
Καὶ θέλει καὶ τὸ γκρέμισμα νοῦ καὶ καρδιὰ καὶ χέρι.
Στοῦ μίσους τὰ μεσάνυχτα τρέμει ἑνὸς πόθου ἀστέρι.
Κι ἂν εἶμαι τῆς νυχτιᾶς βλαστός, τοῦ χαλασμοῦ πατέρας,
πάντα κοιτάζω πρὸς τὸ φῶς τὸ ἀπόμακρο τῆς μέρας.
ἐγὼ ὁ σεισμὸς ὁ ἀλύπητος, ἐγὼ κι ὁ ἀνοιχτομάτης·
τοῦ μακρεμένου ἀγναντευτής, κι ὁ κλέφτης κι ὁ ἀπελάτης
καὶ μὲ τὸ καριοφίλι μου καὶ μὲ τ᾿ ἀπελατίκι
τὴν πολιτεία τὴν κάνω ἐρμιά, γῆ χέρσα τὸ χωράφι.
Κάλλιο φυτρῶστε, ἀγκριαγκαθιές, καὶ κάλλιο οὐρλιάστε, λύκοι,
κάλλιο φουσκῶστε, πόταμοι καὶ κάλλιο ἀνοῖχτε τάφοι,
καί, δυναμίτη, βρόντηξε καὶ σιγοστάλαξε αἷμα,
παρὰ σὲ πύργους ἄρχοντας καὶ σὲ ναοὺς τὸ Ψέμα.
Τῶν πρωτογέννητων καιρῶν ἡ πλάση μὲ τ᾿ ἀγρίμια
ξανάρχεται. Καλῶς νὰ ῾ρθῆ. Γκρεμίζω τὴν ἀσκήμια.
Εἶμ᾿ ἕνα ἀνήμπορο παιδὶ ποὺ σκλαβωμένο τό ῾χει
τὸ δείλιασμα κι ὅλο ρωτᾷ καὶ μήτε ναὶ μήτε ὄχι
δὲν τοῦ ἀποκρίνεται κανείς, καὶ πάει κι ὅλο προσμένει
τὸ λόγο ποὺ δὲν ἔρχεται, καὶ μία ντροπὴ τὸ δένει
Μὰ τὸ τσεκοῦρι μοναχὰ στὸ χέρι σὰν κρατήσω,
καὶ τὸ τσεκοῦρι μου ψυχὴ μ᾿ ἕνα θυμὸ περίσσο.
Τάχα ποιὸς μάγος, ποιὸ στοιχειὸ τοῦ δούλεψε τ᾿ ἀτσάλι
καὶ νιώθω φλόγα τὴν καρδιὰ καὶ βράχο τὸ κεφάλι,
καὶ θέλω νὰ τραβήξω ἐμπρὸς καὶ πλατωσιὲς ν᾿ ἀνοίξω,
καὶ μ᾿ ἕνα Ναὶ νὰ τιναχτῶ, μ᾿ ἕνα Ὄχι νὰ βροντήξω;
Καβάλα στὸ νοητάκι μου, δὲν τρέμω σας ὅποιοι εἶστε
γκρικάω, βγαίνει ἀπὸ μέσα του μιὰ προσταγή: Γκρεμίστε!







Σουλόγλου Γιώργος "ΕΧΕ ΤΟ ΝΟΥ ΣΟΥ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΕΙΝ Ο ΣΤΟΧΟΣ"


Εχε το νου σου … σούπα πριν ξεκινήσεις με το γνωστό φοβισμένο τόνο στα χείλη, αλλα και τη κρυφή ελπίδα στη καρδιά.Από πάνω τρέξε όταν δεν αντέχεις πια. Οταν το μακελειό θεριέψει κατά τα Εξάρχεια τράβα, εκεί θα βρεις πολλούς δικούς μας, και πόρτες ολάνοιχτες σε ψυχές εξεγερμένες.
Πούσαι..? το νου σου…το νου σου στα μαύρα σκαρπίνια, ρουφιάνοι μπάτσοι είναι, βαλτοί, μη σε μπερδέψουν και τους πάρεις για δικούς μας. κοίτα ίσα στα μάτια, από κει τους ξεχωρίζεις,από το άδειο βλέμμα. Αυτό δεν μπορούν να το κρύψουν ούτε και την καρδιά που δεν έχουν .  Κοίτα νάσαι καλά ντυμένος, φόρα το μπουφάν της μηχανής, πονάει το γαμημένο το γκλοπ. Ταυτότητα μη πάρεις, έτσι κιαλλιώς αν σε πιάσουν στη γαδα θα την βγάλεις το βράδυ.
Εχε το νου σου οι πρώτες πέτρες είναι προβοκατόρικες. για να ξεκινήσουν τα χημικά είναι, για να μας διαλύσουν. Φύλαγε το κεφάλι σου, να θυμάσαι τα λόγια της Κατερίνας …< στο μυαλό ειν ο στόχος>. Αν σε πιάσουν μην αντισταθείς, αυτό θέλουν για να βγάλουν τον λύκο από μέσα τους…. μοναχά κοίτα τους στα μάτια….τρέμουν στη λέφτερη ματιά… δεν την αντέχουν.
Να θυμάσαι… δεν είσαι μονάχος,είσαι εκατομμύρια, είσαι πάνοπλος, έχεις το δίκιο με το μέρος σου, έχεις τη ψυχή σου. Αυτοί δεν έχουν τίποτε, μοναχά το τομάρι τους, ούτε κιαυτό , γιατί κιαυτό το βγαλάν στο κλαρί για 3 και 60.
Αμαν δεις να βαράνε σύντροφο μη κιοτέψεις , φώναξε, κάτσε κει δα σιμά του, φοβούνται τους πολλούς, έναν έναν μας θέλουν. Αμαν δεις πεσμένο μπάτσο μην τον χτυπήσεις, μοναχά φτύστον στα μούτρα… μπορεί να γιάνει.
Εχε το νου σου στα συνθήματά σου, να ενώνουν,  νάναι καθάριος ο στόχος ο οχτρός. Πάρε ένα τηλέφωνο τη μάνα σου να μην ανησυχεί, πέστης μια μαλακία να ηρεμήσει… πες για γκόμενα.
Και πούσαι..? μη γυρίσεις πάλι χωρίς τρόπαιο… έστω μια σπιθαμή γης λέφτερης, έστω ένα φτερό απ’ένα περιστέρι.. κάτι που να λέει ότι το πάλεψες…. εμένα μη με γυρέψεις δεν θα με δεις ποτές γιε μου γιατί θάμαι πίσω σου και συ πίσω δεν κοιτάς.
 Αναδημοσίευση από http://anorthografies.net/archives/1589



Πέμπτη, 30 Μαΐου 2013

Αναστασιάδης Χρήστος "Ονειροπολίες"



ονειρεύομαι ένα ίσον

πιο δυνατό απ όλα τα μαθηματικά σύμβολα

να με αθροίζει



ονειρεύομαι ένα χρώμα με όλα μέσα

και μία νότα άπαιχτη ακόμα

να με κεντρίζει



ονειρεύομαι ένα χαμόγελο

που θα ξεκινάει από το στέρνο

να με σουβλίζει



ονειρεύομαι τις χαρακιές δρόμοι να γίνονται

και ένα δάκρυ πονερό

να μου θυμίζει



ονειρεύομαι ένα χορό καινούργιο μαγικό

και ένα λαό αλέκιαστο με θυμικό

να μη λυγίζει



ονειρεύομαι μια αγκαλιά πελώρια

γης άξονα σημαδιακό

να προσδιορίζει




πες με ονειροπόλο …. το δέχομαι

πες με παιδί …. το παραδέχομαι


Αναδημοσίευση από http://anorthografies.net/archives/1581




ΑΘΩΣ ΧΑΤΖΗΜΑΤΘΑΙΟΥ "12 ΧΑΪΚΟΥ"

Ο Αθως Χατζηματθαίου βραβεύτηκε πρόσφατα με το Α' Πανελλήνιο Βραβείο σε ποίηση Χαϊκού με τη Συλλογή του " Χωρίς μονταζ"



  1.Ματάκια γλυκά
ουράνιων χρωμάτων
χρυσές ανταύγιες






2. M'ενα σου βλέμμα
στης ψυχής το παρτέρι
άνθισαν κρίνα.








3. Σμίγουν τα κορμιά
στις κραυγές των πόθων
υποταγμένα. 











4. Στο γυμνό σώμα, 
το χάδι των χειλιών σου,
γλυκό βάλσαμο.






5. Τα όνειρά μου
Χαράζω στο βλέμμα σου.
Άγριο κύμα.











6. Στο άγγιγμά σου
βροχή συναισθημάτων 
με κατακλίζουν.






7.Το ταξίδι μου 
στις ράγες των ματιών σου 
γλυκό τραγούδι










 Τα χειλάκια σου
μυρωμένα γιασεμιά
που με μεθάνε.






9. Ζωγραφιά εξωτική
Στον καμβά της καρδιάς μου
Η μορφή σου-








1ο Τα δυο μάτια σου
Γλυκό χάδι τ’ ουρανού
Στο πρόσωπο σου 












11. Ξυπνά το κύμα
ξεψυχά ο έρωτας 
στην καυτή άμμο







12. Βρέχει ενοχές 
ο ουρανός της ψυχής
πάρε ομπρέλα.
















ΑΘΗΝΑ ΚΟΤΣΟΒΟΛΟΥ "ΑΝΤΙΟ"



Τέλειωσε...
Ο Ποιητής σώπασε
Ο καημός μεγάλωσε
Το δίκιο μοιράστηκε
Αντίστροφα πάντα
Φεύγει ο καιρός
Προδόθηκα
Φοβάμαι την ηχώ
Σκληρά μου φωνάζει
"Προδόθηκες"
.................
Ο Ποιητής σωπαίνει ακόμα
Και αυτός προδόθηκε...















Ν. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ "Ὅταν βραδιάζει"



Ὅταν βραδιάζει, μέσα μου, ξυπνοῦν τὰ περασμένα...
Ξυπνοῦν ἀργά, σὰ μουσικὲς νεκρὲς ἀπὸ καιρό,
- σὰ μουσικὲς ποὺ χάθηκαν, καὶ ποὺ τὶς λαχταρῶ,
κι ἔρχονται πάλι, μαγικὰ κι ἀνέλπιδα, σὲ μένα...

Πόθοι, παράπονα παλιά, νοσταλγικὲς φωνές,
λόγια βαθιὰ κι ἀξέχαστα, κι ὡστόσο ξεχασμένα,
παράξενα χειμαιρικὲς ἀγάπες μακρινές,
ὅπως ἡ φλόγα μιᾶς αὐγῆς, ὑψώνονται σὲ μένα

Μιὰ βρύση, τότε, μαγική, μοῦ λύνεται ξανά,
καὶ τὸ τραγούδι ρυθμικὸ στὰ χείλη μου ἀνεβαίνει,
- ἕνα τραγούδι καθαρό, καθὼς τὰ δειλινὰ
ποὺ μέσα του λυτρώνονται, καὶ ζοῦν οἱ πεθαμένοι...













ΚΑΡΑΜΠΑΤΟΣ ΠΑΝΟΣ "Μα εγώ εκεί"


Στα γήπεδα αθλήματα
Σικέ πρωταθλήματα
Φωνές βρισιές στοιχήματα
Ντοπαρίσματα
Μα εγώ εκεί

Στους δρόμους αυτοκίνητα
Κόντρες ατυχήματα
Κόρνες μποτιλιαρίσματα
Στις πλατείες διαδηλώσεις
Φωνές πανό Συνθήματα
Μα εγώ εκεί

Και εσύ δίπλα μου τρέχοντας περνάς
Δεν βλέπεις προσπερνάς και χάνεσαι
Μα εγώ εκεί φωνάζω φωνάζω
Άνθρωπε εδώ είμαι








ΣΟΦΙΑ ΣΚΟΥΛΙΚΑ -ΒΕΛΛΟΥ "Κρυσταλλική αγάπη "


Κρυσταλλική αγάπη
ό.τι θέλεις με κάνεις.
είσαι εξάρτηση που πληγώνει, 
που στο θάνατο με σπρώχνει. 
ψευδαισθήσεων αγαλλίαση ,
που σε θανάτου κλίνη με σέρνει 
από την πρώτη συνάντηση, 
από την πρώτη επαφή,
να με τελειώσει θέλει . 
ΣΟΦΙΑ ΣΚΟΥΛΙΚΑ -ΒΕΛΛΟΥ









KΥΡΟΠΟΥΛΟΥ MΑΡΙΑ " Εσύ γλυκέ εαυτέ μου"





Όταν ψάχνεις στο παντού και στο πουθενά τους άξονες των αντοχών σου να φτιάξεις παραμύθι
Όσα χρόνια και να περάσουν θα σε κουβαλάω!
μου πήρε καιρό να ξεχάσω όσα αγάπησα
είπα και πάλι να δώσω φωτιά
φεγγάρια ν' ανάψω με γεύση πορτοκάλι
να ξεχρεώσω τα παλιά
πήρα όλα τα λάθη ,όσα μου' χεις μάθει και ξεκίνησα να βρω τον εαυτό μου,
το καλό χαμόγελο μου
πέρασα πολλά μέχρι να καταλάβω
ποιά είμαι τελικά τι θέλω να προλάβω
θέλω να ζήσω ζητάω πολλά
θέλω να τραγουδήσω στα πουλιά
θέλω να ζήσω απ' την αρχή
να μ' αγαπήσω πιο πολύ
θέλω να ζήσω ,ζητάω πολλά
να ξανανιώσω την καρδιά μου να χτυπά
θέλω να μάθω πάλι καλά
το μυστικό που λέγεται χαρά
να σε εμπνεύσει κάποιος μέσα απ αυτόν να αγαπήσεις εσένα.
για τον έρωτα που ερωτεύτηκε τον έρωτα!
Αχ αυτά τα παντού και τα πουθενά που είναι άραγε;





ΣΤΑΥΡΑΤΗΣ ΑΛΕΞΗΣ "ΠΑΡΑΠΟΙΗΣΗ"


René Magritte " La Mémoire"
Μνήμη ακίνητη ο βρόγχος 
όταν ξαναγυρίζουν οι παλιές στιγμές 
εκεί που κάποιοι στοίχειωσαν μια άθλια ζωή 
και τώρα πνίγονται στο αίμα των πληγών τους. 

Όμως το δέντρο ατένισε ψηλά στον ουρανό
γιατί είναι ήλιος το φως που αναπνέει
και είναι πράσινο το χρώμα των ματιών σου
και είσαι εσύ που με ποτίζεις με φιλιά
και είσαι εσύ που ακόμα θέλω να υπάρχω.

Βαθιά στο χώμα ό,τι πέρασε
στη λάσπη μέσα όσοι ζηλεύουν
Σκουλήκια εσείς των υπονόμων
ο κέδρος ο αιώνιος
ζει για να δοξάζεται
ο Έρωτας κι Εκείνη. 

(Από τη συλλογή ΕΚΤΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ, η οποία δεν θα εκδοθεί…)







Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Στρατής Μυριβήλης, Η ζωή εν τάφω, μυστική παπαρούνα



 
Το πόδι απόψε το νιώθω πολύ καλύτερα.
Μου 'ρχεται να σηκωθώ σιγά σιγά, να προχωρέσω μέσα στο σιωπηλό χαράκωμα. Είναι πολύ παράξενο το χαράκωμα με τόσο φως. Φέγγει σαν μέρα και όμως δεν έχει φόβο. Το φεγγαρόφωτο από μακριά, σα δεν αντιλαμπίζει σε γυαλιστερό μέταλλο, δεν ξεσκεπάζει τίποτε. Μπορώ το λοιπόν να περπατώ λεύτερα κάτω από τον αχνό πέπλο του που προστατεύει σαν ασημί σκοτάδι.
Για μια στιγμή πάλι μου περνά η ιδέα πως ετούτη η μοναξιά είναι αληθινή. Πως τάχα σηκώθηκαν όλοι και φύγανε και μ' άφησαν μονάχον, ολομόναχον εδώ πάνω. Τότες μια κρυάδα περνά, λεπίδι, την καρδιά μου. Θα προτιμούσα να ξέρω πως ζούνε γύρω μου κρυμμένοι άνθρωποι, κι ας ήτανε μόνο οχτροί.
Προχώρεσα ως την άκρη του χαρακώματος του λόχου μας. Ως την έβγαση των συρματοπλεγμάτων. Εκεί είναι μια μυστική πόρτα που σφαλνά μ' ένα αδράχτι οπλισμένο με αγκαθωτά τέλια. Επειδή το μέρος είναι ένα νταμάρι όλο πέτρα και δε σκάβεται, σήκωσαν ένα προκάλυμμα με γεώσακους. Έτσι λένε κάτι σακιά γεμάτα με χώμα που μ' αυτά οχυρώνουν τα πετρώδικα χαρακώματα. Τα τσουβάλια αυτά κείτουντ' εδώ χρόνον - καιρό έτσι. Θα φάγαν υγρασίες, βροχάδες, χιόνια και ήλιους. Ήρθαν και σάπισαν από νερά, ο ήλιος τα τσουρούφλισε και τα 'καψε. Τραβώ το δάχτυλό μου πάνω τους. Λιώνει η λινάτσα. Σαν τα ξεθαμμένα ρούχα των πεθαμένων που ξεφτάνε, σταχτωμένα, με το πρώτο άγγιγμα. Είναι τσουβαλάκια φουσκωμένα κάργα, όπως τα πρωτογέμισαν. Αλλά πάλι κρεμάζουν σαχλά, μισοαδειανά. Κάτου από το δυνατό φεγγάρι μοιάζουν με ψοφίμια σκυλιών, άλλα πρισμένα κι άλλα ξαντεριασμένα, σωριασμένα τόνα πάνου στ' άλλο.
Από δω το θέαμα θα 'ναι πιο όμορφο. Τώρα το κρυμμένο ποτάμι ακούγεται καλύτερα όπως φωνάζει μακριά, μες από τη βαθιά κοίτη του. Θέλω να βγάλω το κεφάλι ψηλά από το προπέτασμα, να ιδώ πέρα. Αν μπορούσα μάλιστα θα καβαλίκευα το χαράκωμα. Ακουμπώ το μπαστούνι στο τοίχωμα, σηκώνουμαι στη μύτη της αρβύλας του γερού μου ποδιού και γαντζώνω τα δάχτυλα στους γεώσακους που 'ναι πάνω - πάνω. Ένας απ' αυτούς λιώνει με μιας κι αδειάζει τον άμμο του πάνω μου. Λοιπόν τότες έγινε μιαν αποκάλυψη! Μόλις ξεφούσκωσε αυτό το σακί, χαμήλωσε η καμπούρα του και ξεσκέπασε στα μάτια μου μια μικρήν ευτυχία. Αχ, μου 'καμε τόσο καλό στην ψυχή, λίγο ακόμα και θα πατούσα μια τσιριξιά χαρά.
Ήταν ένα λουλούδι εκεί! Συλλογίσου. Ένα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους γεώσακους. Και μου φανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα που 'ναι γιομάτη θάματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ' άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα. Μια τόση δα μεγάλη, καλοθρεμμένη παπαρούνα, ανοιγμένη σαν μικρή βελουδένια φούχτα.
Αν μπορούσε να τη χαρεί κανένας μέσα στο φως του ήλιου, θα 'βλεπε πως ήταν άλικη, μ' έναν μαύρο σταυρό στην καρδιά, με μια τούφα μαβιές βλεφαρίδες στη μέση. Είναι καλοθρεμμένο λουλούδι, γεμάτο χαρά, χρώματα και γεροσύνη. Το τσουνί του είναι ντούρο και χνουδάτο. Έχει κι ένα κόμπο που δεν άνοιξε ακόμα. Κάθεται κλεισμένος σφιχτά μέσα στην πράσινη φασκιά του και περιμένει την ώρα του. Μα δεν θ' αργήσει ν' ανοίξει κι αυτός. Και θα 'ναι δυο λουλούδια τότες! Δυο λουλούδια μέσα στο περιβόλι του Θανάτου. Αιστάνουμαι συγκινημένος ξαφνικά ως τα κατάβαθα της ψυχής.
Ακουμπώ πάνω στο προπέτασμα σαν να κουράστηκα ξαφνικά πολύ.
Από μέσα μου αναβρύζουν δάκρυα απολυτρωτικά. Στέκουμαι έτσι πολλήν ώρα, με το κεφάλι όλο χώματα, ακουμπισμένο στα σαπισμένα σακιά. Με δυο δάχτυλα λαφριά, προσεχτικά, αγγίζω την παπαρούνα. Ξαφνικά με γεμίζει μια έγνοια, μια ζωηρή ανησυχία πως κάτι μπορεί να πάθει τούτο το λουλούδι, που μ' αυτό μου αποκαλύφθηκε απόψε ο Θεός. Παίρνω τότες στη ράχη ένα γερό τσουβάλι (δαγκάνω τα χείλια από την ξαφνική σουβλιά του ποδιού), και τ' ακουμπώ με προφύλαξη μπροστά στο λουλούδι. Έτσι λέω θα 'ναι πάλι κρυμμένο για όλους τους άλλους. Χαμογελώ πονηρά. Κατόπι σηκώνουμαι ξανά στα νύχια κι απλώνω το μπράτσο έξω. Ναι. Το άγγισα λοιπόν πάλι! Τρεμουλιάζω από ευτυχία. Νιώθω τα τρυφερά πέταλα στις ρώγες των δαχτύλων. Είναι μια ανεπάντεχη χαρά της αφής. Μέσα στο χέρι μου μυρμιδίζει μια γλυκιά ανατριχίλα. Ανεβαίνει ως τη ράχη. Είναι σαν να πεταλουδίζουν πάνω στην επιδερμίδα τα ματόκλαδα μιας αγαπημένης γυναίκας. Φίλησα τις ρώγες των δαχτύλων μου. Είπα σιγά σιγά:
- Καληνύχτα… καληνύχτα και να 'σαι βλογημένη.
Γύρισα γρήγορα στ' αμπρί. Ας μπορούσα να κάμω μια μεγάλη φωταψία… Να κρεμάσω παντού σημαίες και στεφάνια! Άναψα στο λυχνάρι τέσσερα φιτίλια και τώρα πασχίζω να τη χωρέσω εδώ μέσα, μέσα σε μια τόσο μικρή γούβα, μια τόσο μεγάλη χαρά. Η ψυχή μου χορεύει σαν μεγάλη πεταλούδα. Χαμογελώ ξαπλωμένος ανάσκελα. Κάτι τραγουδάει μέσα μου. Τ' αφουγκράζομαι. Είναι ένα παιδιάτικο τραγούδι:
Φεγγαράκι μου λαμπρό….