Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Ντίνα Γεωργαντοπούλου "Τι φέρνει μια πασχαλιά;"


ίσως μυρίζει το τσουρέκι όμορφα και μας παρασύρει με τη μυρωδιά του σε σπίτια γεμάτα αγάπη και χαρά.Ίσως χρειαζόμαστε τόσο πολύ τις μυρωδιές και τα χρώματα...Η ανάγκη μας να βρεθούμε με συγγενείς και φίλους..Να κλείσουμε πάλι το στενό μας κύκλο...Μα ίσως και αυτή να είναι αληθινή χαρά..Η υπερβολή ,το τραγούδι,οι σκέψεις ,οι βόλτες...Εκεί και αλλού..Το άγγιγμα στο χερι του παιδιού,το χάδι στον ανήμπορο γονιό,η φιλική κουβέντα με το ξένο...Ένα διαφορετικό κατανυκτικό και σπάνιο συναίσθημα που μάλλον δεν ξέρουμε που μας οδηγεί...Σίγουρα όχι στην Ανάσταση...Κι ίσως να ανοίγει η ψυχή και να θέλει μια βόλτα στη φύση,τη χαρά της δροσερής ανάσας,το αεράκι που φυσά απαλά στο προσωπό μας,τον πρώτο καυτό ήλιο,το πρώτο μπάνιο στη θάλασσα...Η αρχή ενός καλοκαιριού που περιμένουμε ...Ακόμα πιο απλά να μαζέψουμε τις δικές μας παπαρούνες για τα βάζα μας,το κύλισμα στο χορτάρι η υποψία πως μπορεί να κόψει πασχαλιές για τα μαλλιά μας...Η εικόνα τους/της/ οι παρουσίες ή οι απουσίες της ζωής μας...Το κόκκινο αβγό ,το τσούγκρισμα όμοιο με το καυγαδάκι και κόκκινο σαν τον έρωτα,στα χρώματα της Λαμπρής όλα...Το φιλί της αγάπης...ένα κερί στο μανουάλι ,η προσευχή ,η φλόγα που φωτίζει τη νύχτα ,το προσωπό της/του...Που μας πάει η πασχαλιά;Είναι μια γιορτή που μας παέι στην αγάπη ,φέρνει την αγάπη κοντά μας ή είναι όπως οι άλλες μέρες;Κάπου στις πένθιμες μέρες μπορεί να μας ξεφύγει ένα δάκρυ λυτρωτικό...Ίσως να μη ξέρουμε το λόγο ,μπορεί να μη χρειάζεται να τον ξέρουμε... Ίσως η μοναδική γιορτή που κλείνει μέσα της όλα τα συναισθήματα. Από την αγωνία, τον πόνο τη θλίψη των Παθών και της Σταύρωσης, περνάμε στην αγαλλίαση και την ελπίδα που φέρνει η Ανάσταση...Ή έτσι θέλουμε να πιστεύουμε....





Η Μαρία Μαγδαληνή στην Ποίηση και στη Ζωγραφική"


 Δομήνικος Θεοτοκόπουλος

Η Μαρία Μαγδαληνή ήταν μια νέα γυναίκα που ανήκε στον κύκλο των γυναικών οι οποίες ακολουθούσαν τον Ιησού και τους αποστόλους και βοηθούσαν στο έργο τους με κάθε δυνατό τρόπο. Η καταγωγή της ήταν από τα Μάγδαλα, μια μικρή πόλη στα δυτικά της Λίμνης Γεννησαρέτ και νότια της πεδιάδας τηςΓαλιλαίας.
Θεωρείται αγία από την Ορθόδοξη, την Καθολική, την Λουθηρανική, την Αγγλικανική και μερικές ακόμα Προτεσταντικές εκκλησίες.


  Wojciech Gerson

Κώστας Βάρναλης  Η Μαγδαληνή


Μέσ' σε παλάτια, που σα σπήλια αντήχαν απ' τις μουσικές 
κι' αστράβαν απ' τα μέταλλα και τα δεμένα φώτα, 
στα μάγουλά μου, που κανείς δεν τα είδεν ήλιος, οι μοσκές 
γλίστρααν με λάγγεμα πολύ και τα δάγκωναν σαν οχιές 
στην κρουσταλλένια μου φωνή θαμπή εγλιστρούσε νότα.


Στην τεσσεροβασίλεφτη Γιουδαία εγώ μουν η Πηγή :

του κόρφου μου τ' αμάραντα και μοσκοβόλα κίτρα. 
Ωσάν τη φλόγα του κορμιού μου άλλη δε γνώρισεν η Γη, 
σαν της αγκάλης μου μεστή καμιά δεν ύπαρχε σιγή. 
Ο έρωτάς μου νίκαγε τη Ρώμη τη νικήτρα.


Σκοτάδια ήτανε μέσα μου, ξέρα μεγάλη κι' αμμουδιά

και στα γλυκά τα χείλια μου πικρά πολύ τα γέλια. 
Και μου τινάζαν άξαφνα τ' αγνώστου φόβοι την καρδιά 
και μου κοβόταν η αναπνιά μέσ' σε φορέματα φαρδιά- 
απ' του θριάμβου την κορφή μακριά ‘βλεπα συντέλεια.


Δεν ήταν άξαφνη αστραψιά. Τούτο συνέβη αργά, σιγά
Ωραίος δεν ήσουν, τίποτα δεν είχες πάνω σου άξο ! 
Κοίταγες χάμου τα χαλίκια, ως μίλαγες σιγά κι' αργά. 
Την τρίτη ή τέταρτη φοράν άρχισε ο νους μου να ριγά, 
κι' ως σήκωσες τα μάτια σου, δε βάσταα να κοιτάξω.


Κι' ένιωσα ορμή ασυγκράτητη στα πόδια σου να κυλιστώ. 
Είδα να σειέται μέσα μου ψυχή παρθένα ως τώρα. 
Την ευτυχία τη γνώρισα στο δόσιμο χωρίς μιστό, 
τη λευτεριά-στο σκλάβωμα σε κάποιο ιδανικό σωστό 
και την υπέρτατ' ηδονή στον πόνον,-άξια γνώρα.


Και στους φτωχούς μοιράζοντας τα υπάρχοντά μου 
(ασημικά, διαμαντικά, μεταξωτά, μπαξέδες και παλάτια) 
τα βήματά σου ακλούθησα, που κι' αν τα σβηούσε ταχτικά 
στον άμμ' ο αγέρας του βραδιού, σα φώτα μένανε γλυκά 
για πάντα σ' άμμο και ψυχή και σ' ακοές και μάτια.


Πράματα νέα δεν έλεγες κι' ούτε, με λόγια νέα, παλιά. 
Από πολλούς κι' από καιρούς όλα ήταν ειπωμένα. 
Μα 'χες τη δύναμη ν' ακούς των ουρανών τη σιγαλιά 
κι' όλα για σένα (κι' άψυχα κι' άνθρωποι) διάφανα γιαλιά 
και διάφαν' η καρδιά του Θεού για σένα - και για μένα !


Κανείς (και πλήθη και σοφοί και μαθητάδες και γονιοί) 
δεν ξάνοιγε το σπαραγμό στα θάματά σου πίσω. 
Κι' αν πρόσμενες το λυτρωμό σου από την άδικη θανή, 
εγώ μονάχα το 'νιωσα, που ήμουνα λάσπη και κοινή, 
πόσο, Χριστέ 'σουν άνθρωπος ! Κι' εγώ θα σ' αναστήσω !

 Piero di Cosimo

Ντίνος Χριστιανόπουλος  Μαγδαληνή

Τον ξεχώρισα μόλις τον είδα, ήμουνα τακτική στα κηρύγματά του,

πούλησα κι ένα κτηματάκι της θειας μου για να τον ακολουθήσω.
Όμως όταν πια όλα τα ξόδεψα, αποφάσισα να πουλήσω και το κορμί μου,
στην αρχή στους ανθρώπους των καραβανιών, κατόπι στους τελώνες∙
κοιμήθηκα με σκληροτράχηλους Ρωμαίους κι οι Φαρισαίοι δε μου είναι άγνωστοι.
Κι όμως μέσα σ' αυτά δεν ξεχνούσα τα μάτια του.
Μήνες για χάρη του έτρεχα απ' το Ναό στο λιμάνι
κι απ' την πόλη στο Όρος των Ελαιών.

Κύριε μυροπώλη, κάντε μου, σας παρακαλώ, μια μικρή έκπτωση.
Για ένα βάζο αλάβαστρου δε φτάνουν οι οικονομίες μου.
Κι όμως πρέπει να αποχτήσω αυτό το μύρο με τα σαράντα αρώματα.

Μ' αυτό το μύρο θ' αλείψω τα πόδια του,
μ' αυτά τα μαλλιά θα σφουγγίσω τα πόδια του,
μ' αυτά τα χείλη, τα πόδια του τα εξαίσια κι άχραντα θα φιλήσω.
Ξέρω, είναι πολύ αυτό το μύρο για τη μετάνοια,
ωστόσο για τον έρωτα είναι λίγο.
Κι αν μια μέρα ασπαστώ το χριστιανισμό, θα είναι για την αγάπη του∙
κι αν μαρτυρήσω γι' Αυτόν, θα 'ναι η αγάπη του που θα μ' εμπνέει.
Γιατί, κύριε, ο έρωτας μού ανάβει την πίστη κι η αγάπη τη μετάνοια
κι ίσως μείνει αιώνια τ' όνομά μου σα σύμβολο
εκείνων που σώθηκαν και λυτρώθηκαν «ότι ηγάπησαν πολύ».

Από τη συλλογή Εποχή των ισχνών αγελάδων (1950)

 
Michele Tosini


Νίκος Καζαντζάκης, “Μαγδαληνή”


Ω Κύριε, εγώ ‘μαι που έσπασα σα μυρογιάλι
στα ιερά σου πόδια την καρδιά μου, και τα ολόξανθα
μακριά μαλλιά μου εγώ τ’ ανέμισα στις τρέμουλες,
σκυφτές των Αποστόλων κεφαλές, σα φλάμπουρο!
Εγώ ‘μαι που όντας όλοι οι εδικοί μακριάθε
κοιτώντας το σταυρό σε κλαίγαν σκορπισμένοι,
στεκόμουν στο πλευρό σου παραστάτης, κι όρθια
στα χέρια μου εδεχόμουν, στην ποδιά, στο πρόσωπο,
πηχτό, ζεστό, σαν όμπρο θερινό, το γαίμα σου!
Κ’ έκραζα: Ανοίξου γης, ποτίσου γης, σκιρτήστε
σα σπόροι αθάνατοι στο χώμα, ώ πεθαμένοι!
Χριστέ, κι αν όλοι σ’ αρνηθούν, δε θα πεθάνεις!
Γιατί στον κόρφο μου το αθάνατο νερό
κρατώ και σε κερνώ, και κατεβαίνεις πάλι
στη γης, και περπατάς μαζί μου στα χωράφια,
βολές σωπαίνοντας γλυκά, βολές ταΐζοντας
το Λόγο τον καλό στα πεινασμένα πλήθη.

Τισιάνο

Κ Καρυωτάκης Μπροστά σε μια Μαγδαληνή

Την έβλεπα στα πόδια μου μπροστά γονατισμένη:μου γύρευε ένα φίλημα. 
Τ’ αφράτα της τα στήθιαη πιθυμιά τα τράνταζε. 
Δειλή, κομματιασμένηανέβαινε η φωνούλα της απ’ της ψυχής τα βύθια.
Πουκάμισο αραχνόφαντο της σκέπαζε τα κάλληκι η σάρκα της διακρίνονταν σφιχτή, σφιχτή, ροδάτη,να τρέμει μες στη θύμηση της ηδονής. 
Μια αγκάλη ολάνοιχτη με πρόσμενε μυρόβολη, χιονάτη.
Την άκουγα κι εγέλαγα, μ’ αντίκριζε θλιμμένα.
Μα ξάφνου ανασηκώνεται, στα μάτια με κοιτάει,και με γοργότη αφάνταστη —
που κάτι είχε παρμένα απ’ του σπαθιού το τράβηγμα— το ρούχο της πετάει.
Γυμνή, πανώρια, θεϊκή στεκότανε σιμά μου,τα μάτια μου θαμπώθηκαν, 
επιάστηκε η φωνή μου,15και μου ’πε ξαναπέφτοντας σα νεκρωμένη χάμου,
σε δυο λυγμούς ανάμεσα: «Σου δίνω το κορμί μου».
Και νιώθω τότε μέσα μου μια πάλη γιγαντένια:οι πόθοι μ’ έσερναν εκεί, 
ν’ αρμέξω το φιλί της,μα μια φωνή μού φώναζεν: «Αυτή ’ναι τιποτένια
κι έχει πουλήσει σε πολλούς τ’ αμαρτωλό κορμί της».
Έριξα κι άλλη μια φορά στην όμορφη ένα βλέμμα όλ’ όργητα,
 κάποια βρισιά μού ξέφυγε απ’ το στόμα,κι είπα 
(μα μέσα μου έβραζε από τον πόθο το αίμα):«Της σάρκας σου δε γίνηκα προσκυνητής ακόμα!»
 Carlo Crivelli
Κική Δημουλά "Η ΛΥΤΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗΣ"
Επιτέλους

έμπηξα το χαριστικό καρφί
στο πάθος μου για σένα
τετέλεσται όλα
στον μέσα και τον έξω μου σταυρό

κι έτσι, δίχως θρήνους
απαθής κατεβάζω
τυλιγμένο μες στο λευκό σεντόνι
των μαλλιών μου
το άψυχο διωγμένο φίλημά μου
από τα απαρνητικά σου πόδια
τα όξινά σου χείλη

μόνη μου το σηκώνω
δεν έχει καν
το ιδεολόγο εκείνο βάρος που
αποκτά μια στέρηση όταν
την κληρονομεί η ιστορία

αχ, πανάλαφρος απέμεινε
ο θάνατος του πόθου μου για σένα
φυσικό
έχει κλαπεί από μέσα του το σώμα
μέτρα πόσους αιώνες ήκμασε φρενήρες
σφαδάζοντας επάνω
στην παγερή απάρνησή σου γατζωμένο

και τώρα που αποχωρούν
αι μυροφόροι μοίραι μία μία
κι έμεινα μόνη μες στο άδειο γεγονός

ανασηκώνω το καπάκι που σκεπάζει
αυτά εδώ τα πτώματα που γράφω
και θλιμμένη γελώ παρατηρώντας

πώς ζάρωσε τι γερόντιο έθιμο απέμεινε
ο έρως μου για σένα
αλλά και τι γραΐδιο κωμικό τι μάταιο
η μη ανταπόκρισή σου

τετέλεσται όλα Χριστέ μου.

Τήρησα ωστόσο ευλαβώς
το έθιμο της οδύνης και φέτος.

Bernardino luini

 Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ - Μαγδαληνή το μεγάλο θηλαστικό 1974

Το σώμα είναι η νίκη και η ήττα των ονείρων
Το σώμα είναι η Νίκη των ονείρων
όταν ασύστολο σαν το νερό
σηκώνετ’ απ’ τον ύπνο
με κοιμισμέν’ ακόμη τις βούλες
τις ουλές, τα τόσα σημάδια
τους σκούρους ελαιώνες του
ερωτευμένους
δροσερούς μέσα στη χούφτα.

Το σώμα είναι η Ήττα των ονείρων
σαν κείται μακρύ κι αδειανό
- να φωνάξεις μέσα ακούς την ηχώ –
με τις αναιμικές τριχίτσες του
ανέραστο απ’ το χρόνο
βογκάει, πλήγεται
μισεί την κίνησή του
ξεθωριάζει σταθερά
το αρχικό του μαύρο
ξυπνώντας ζεύεται την τσάντα
από δαύτη κρέμεται μαρτυρικά
ώρες μέσα στη σκόνη.

Το σώμα είναι η Νίκη των ονείρων
όταν βάζει το ένα πόδι μπρος στο άλλο
και κερδίζει συγκεκριμένο χώρο.
Ένα τόπο.
Με τράνταγμα βαρύ.
Θάνατο.
Όταν το σώμα κερδίζει τον τόπο του
με θάνατο
στην πλατεία
σα λύκος με ρύγχος καυτό
ουρλιάζει το «θέλω»
«δεν αντέχω»
«φοβερίζω-ανατρέπω»
«πεινάει το μωρό μου».


Το σώμα γεννάει το δίκιο του
και το υπερασπίζεται.
Το σώμα φτιάχνει το λουλούδι
φτύνει το κουκούτσι – θάνατο
κατρακυλάει πετάει
ακίνητο στροβιλίζεται γύρω απ’ την καταβόθρα
-κίνηση του κόσμου-
στ’ όνειρο το σώμα θριαμβεύει
ή βρίσκεται γυμνό στους δρόμους
και υποφέρει
χάνει τα δόντια του
τρέμει από έρωτα
σκάει η γη του σαν καρπούζι
και τελειώνει. 
ΑΠΟ  http://logocafe.blogspot.gr/


Δομήνικος Θεοτοκόπουλος











Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Σ.ΠΟΔΑΡΑΣ "Φωτιά " 29/04/2013



Αμφιβολία

Ψάχνω δυο χέρια
να με σφίξουν
δυο χέρια που να με σηκώσουν και να αγγίξω τ' άστρα
θα σε κάνω να με αγαπήσεις
μη φοβάσαι έλα

Φάνηκες σαν την φωτιά
καλεσμένος από την καρδιά μου
Σε κοιτάζω και λιώνω
γιατί καις τόσο ;
με κοιτάς και φλόγες με τυλίγουν
γιατί να είσαι φωτιά ;
Προσπαθώ να σ' αγγίξω και χάνομαι
θα με ψάξεις ;
με αγγίζεις και καίγομαι
πεθαίνω βοήθησε με
θα με αναστήσεις ;

Θέλω να σε αγκαλιάσω
αλλά φοβάμαι το πάθος σου
θέλω να σε φιλήσω
για να νιώσεις την ψυχή μου
θέλω να σου χαρίσω το βλέμμα μου
για να δεις πως σε βλέπω
θέλω να σου χαρίσω την φωνή μου
για να ακούς τα σ'αγαπώ μου
θέλω να βγει η καρδιά στα στήθη μου για να δεις πως δακρύζει αίμα
Θα καώ αν με αγκαλιάσεις ;

Ανοίγεις τα χέρια σου και τρέχω
θέλω να γίνω δροσιά για να μην καώ
αλλά φοβάμαι μην σβήσεις
καλύτερα στάχτη στην αγκαλιά σου
παρά να ζώ χωρίς ζωή
κάψε με να σωθώ

μη φοβάσαι έλα θα σε κάνω να με αγαπήσεις




Νίκος Γκάτσος "Μέρες Επιταφίου"



Μεγάλη Δευτέρα

Ο ων και ο ην και ο ερχόμενος.
Το Άλφα και το Ωμέγα

Περίμενέ με μάνα μου περίμενέ με ακόμα
Ώσπου να φτάσει η άνοιξη στο παγωμένο χώμα.

Ο γεωμέτρης του αχανούς.
Ο ποιμήν των αστέρων.

Περίμενέ με μάνα μου σαν το πουλί του νότου
Που σμίγει μάτι και φτερό να βρει τον ουρανό του

Ο κυβερνήτης των Αριθμών.
Ο δαμαστής των Σημείων.

Περίμενέ με μάνα μου κάποια Παρασκευή σου
στην πύλη του παράδεισου, στο φρέαρ της αβύσσου.

Εγγύς. Εγγύτατος ο καιρός.
Ο ων και ο ην και ο ερχόμενος.



Μεγάλη Τρίτη

Επόρνευσον οι βασιλείς και εκ του οίνου της πορνείας
εμεθύσθησαν οι κατοικούντες την γην.

Κάτω απ' τα λάβαρα της Ρώμης
στην τέντα της Μαγδαληνής
εσύ πατέρας της συγγνώμης
κι εμείς παιδιά της ηδονής.

Ζοφώδης και ασέληνος ο έρως της αμαρτίας.

Βραχνή ακούστηκε η κραυγή
στα καπηλειά της πολιτείας
εσύ αμνίo για σφαγή
κι εμείς κριοί της αμαρτίας.

Το πολύτιμον μύρον η πόρνη έμιξε μετά δακρύων και εξέχεεν
είς τους άχράντους πόδας σου.

Δε σε πτοήσαν οι Πιλάτοι
ούτ’ ο καιρός πού είν’ εγγύς
εσύ στων ουρανών τα πλάτη
κι εμείς παρείσακτοι της γης.

Εγώ το φως εις τον κόσμον ελήλυθα, ίνα πας ο πιστεύων εις
εμέ εν τη σκοτία μη μείνη.




Μεγάλη Τετάρτη

Εκ των σπηλαίων του όρους εξήλθον οι δαίμονες

Τετάρτη των τεφρών και των παθών
ο θάνατος δεν έχει παρελθόν.
Τετάρτη των ψυχών και των αγγέλων
ο θάνατος δεν έχει ούτε μέλλον.

Ως θάλασσα υαλίνη ομοία κρυστάλλω.

Του σύμπαντος ηχεί το εκκρεμές
Ξυπνήστε ν’ αποδώσουμε τιμές.
Φανήκαν οι ουράνιοι στρατηλάτες
Σα σκοτεινού Ρουβίκωνα Γαλάτες.

Πίστις, ελπίς, αγάπη. Τα τρία ταύτα. Μείζων δε
τούτων η αγάπη

Της γης αναθαρρήσαν οι πληγές.
Πότε θ’ ανάψει ο ήλιος πυρκαγιές
Να κάψουν το παλάτι του Ηρώδη
Και τ’ άνθος του κακού να γίνει ρόδι;

Πάντα ποιείτε ίνα γένησθε άμεμπτοι και ακέραιοι
Μέσον γενεάς σκολιάς και διεστραμμένης.



Μεγάλη Πέμπτη

Τα έργα του αληθινά και αι οδοί του ευθείαι.

Αυτός που κρέμασε τον ήλιο
στο μεσοδόκι τ' ουρανού,
κρέμεται σήμερα σε ξύλο -
ίλεως Κύριε γενού!
Και στ' ασπαλάθια της ερήμου
Μια μάνα φώναξε "παιδί μου"!

Δια ξύλου τα τέκνα του Αδάμ Παραδείσου γεγόνασιν άποικοι.

Με τ’ Απριλιού τ' αρχαία μάγια
με των δαιμόνων το φιλί
μπήκε στο σπίτι κουκουβάγια
μπήκε κοράκι στην αυλή.
Κι όλα τ’ αγρίμια στο λαγκάδι
πήραν το δρόμο για τον Άδη.

Ελήλυθε εις την γην ίνα μαρτυρήσει τη αληθεία.

Θα ξανασπείρει καλοκαίρια
στην άγρια παγωνιά του νού
αυτός που κάρφωσε τ’ αστέρια
στην άγια σκέπη τ’ ουρανού.
Κι εγώ κι εσύ κι εμείς κι οι άλλοι
θα γεννηθούμε τότε πάλι.

Ούτος εστιν η ζωή και το φως και η ειρήνη του κόσμου




Μεγάλη Παρασκευή

Άξιος ο την γην κρεμάσας εν ύδασιν.

Βαριά τα βήματά μου σέρνω
στο φως της μέρας το θαμπό.
Κρίνα της άνοιξης σου φέρνω
και στο σταυρό σου τ' ακουμπώ -
φίλε δακρυπότιστε
των πρωτίστων πρώτιστε.
των πρωτίστων πρώτιστε.

Άξιος ο νεφέλαις κοσμήσας το στερέωμα.

Άρρωστος κύλησε ο αιώνας
κι ο ήλιος βγαίνει μισερός
σαν το φτερό της χελιδόνας
που το σακάτεψε ο καιρός –
φίλε τρισμακάριστε
των αρίστων άριστε
των αρίστων άριστε

Άξιος ο την γην ζωγραφήσας τοις άνθεσιν.

Σήμερα ο Άδης ηνεώχθη
γεφύρι εγίνη ο Γολγοθάς
και στου θανάτου εσύ την όχθη
άφατο δρόμο ακολουθάς –
έγγιστε κι ανέγγιστε
των μεγίστων μέγιστε
των μεγίστων μέγιστε.

Άξιον εστί το αρνίον το εσφαγμένον.






Μέγα Σάββατον

Μέμνησο!

Όλα στερέψαν σιγά σιγά.
Τα περιστέρια πετούν αργά
σε λίμνες άνυδρες βάλτους υγρούς
σε διψασμένους κήπους κι αγρούς.

Μέμνησο των παιδίων α σοι έδωκεν ο Θεός.

Πίσω απ' τους λόφους τους χαμηλούς
με τους προφήτες και τους τρελλούς
στέκουν παράμερα τρία παιδιά
σαν γλαροπούλια στην αμμουδιά.

Τα ρήματα α λελάληκας ημίν πνεύμα εστιν και ζωή εστιν.

Μες των καιρών την ανημποριά
Διώξε το γρέγο και το βοριά
Και ξαναγύρισε ήλιε στη γη
Με του θριάμβου σου την κραυγή.

Ότι συ ει η αλήθεια και η ζωή και η ανάστασις.
Ο ων και ο ην και ο ερχόμενος.






Χρήστος Αναστασιάδης "Παραδεισένια Πόρνη"



Νωρίς ο θηλασμός κομμένος
και κόκκινο κρασί τα χείλη τύλιξε
τα στήθια πότισε και άνθισαν γεράνια
ρίζες τραβήχτηκαν από τα πάνω
μαλλιά να μοιάζουν
και μια δροσιά τα χάιδεψε
μα τ ανακάτεψε
Ολόλευκα φιλιά δεν κεράστηκες
μόνο περαστικά, μελανιασμένα
γιατί εσύ άγριο λουλούδι από την έρημο εγίνηκες
και περισσέματα φιλιά τα μοίρασες
τι κι αν το κορμί σου πούλησες
ή στο πουλήσαν
με ηδονή τους μέθυσες
και έγκωσαν απ τα παραπανίσια σου
σκόρπια χάδια σε πληρωμένες αγάπες
δανικές ευτυχίες και κακοπληρωμένες ελπίδες
να σου ζαρώνουν χρόνους και πίκρες το παιδεμένο από την εργασία κορμί
ένα μυαλό σφουγγάρι να σημειώνει σαν τη μοίρα φάτσες, διαθέσεις και πορτοφόλια
και ένα μαλλί ξανθό που πελώριασε
να διώχνει με φως τη μιζέρια πάνω από τα παραμορφωμένα πρόσωπα
όλοι να παίρνουν δύναμη από τις στείρες σου αγκαλιές
μα συ να χάνεις
να μοιράζεις το μαγικό σου φίλτρο σε ανάξια στομάχια
βρόμα, ιδρώτας, λερωμένα σεντόνια, ενοχές, ντροπή και άδειασμα
κουφάριασμα, να δίνεις από το μέσα
να χορταίνεις τους άλλους από την πείνα σου
τη δύναμη κ αυτό
βράδια με φασαρία, οινοπνεύματα και βρώμικες ανάσες έτοιμες να πάρουν φωτιά
εσύ όμως εκεί, γέμιζες τα άδεια κορμιά κ πόναγες με τις ουλές τους
να μην πέφτεις με τίποτα, όρθια σαν τον ψηλό αέρα, τον δυνατό
και να γλιστράς και να σηκώνεσαι
να γιομίζεις με φως τις μουτζουριασμένες πλευρές τις καρδιάς
και να στέκεις
εσύ γυναίκα ολάκερη, λυγερή και αλύγιστη συνάμα
να κρατάς τα κλειδιά από τα σεντούκια της περηφάνιας σφιχτά στα στήθη σου
εκεί που λαίμαργες γλώσσες δεν φτάνουν από την βιασύνη
και ένας παράδεισος αγωνιά να ανοιχτεί

Πονεμένη γυναίκα, αδικημένη,  τα έχει τα κλειδιά
που όταν σωθεί αυτή, όταν καταλάβει ότι η πόρτες ανοίγουν με τα κλειδιά
και όχι με το χέρι που τα κρατάει, θα βγούμε και άλλοι από το ίδιο τούνελ

Αναδημοσίευση από http://anorthografies.net/



Οι Τηλεπικοινωνίες των Αρχαίων Ελλήνων..

Γράφει ο Γιάννης Δημάκης



   Σε μια εποχή σαν τη σημερινή, κατά την οποία οι τηλεπικοινωνίες είναι κάτι το αυτονόητο, το καθημερινό στη ζωή μας, η ενασχόληση με τις τηλεπικοινωνίες των αρχαίων Ελλήνων μοιάζει είτε με χάσιμο χρόνο είτε με παρωχημένο πεδίο έρευνας μια που δεν γνώριζαν τότε το τηλέφωνο. Ή μήπως το γνώριζαν; Μήπως είχαν αναπτύξει τις οπτικές τηλεπικοινωνίες και είχαν εφεύρει το πρωταρχικό σύστημα μορς; Χρησιμοποιούσαν μηχανισμούς και όργανα τηλεπικοινωνίας; Η απάντηση είναι καταφατική. Γνώριζαν και μάλιστα πολλούς τρόπους και μεθόδους τηλεπικοινωνιών, μερικοί των οποίων είναι πρόγονοι σημερινών τηλεπικοινωνιακών συστημάτων. Ο καθένας από εμάς απορεί μπροστά στην εφευρετικότητα, την αμεσότητα και την ικανότητα αυτών των συστημάτων. Οι τηλεπικοινωνίες των αρχαίων Ελλήνων αποτέλεσαν τις βάσεις της σημερινής εξέλιξης στον τομέα αυτό και προκαλούν τον θαυμαστό μας.
Κατανοώντας εξάλλου και μαθαίνοντας το παρελθόν μας σκιαγραφούμε το μέλλον και την πορεία μας σ αυτό.

Εκμαγείο του Μουσείου Τηλεπικοινωνιών. Παρουσιάζονται τα πιο γνωστά δίκτυα τηλεπικοινωνιών με φρυκτωρίες με σπουδαιότερο το δίκτυο Τροίας – Μυκηνών.


Από τα περιστέρια, ακολούθους της θεάς Αφροδίτης, που έστελναν μηνύματα στους ερωτευμένους, μέχρι τις φρυκτωρίες, που μετέδωσαν στις Μυκήνες το οπτικό μήνυμα για την πτώση της Τροίας, έως τους διαστημικούς δορυφόρους και το Ίντερνετ, η ιστορία των τηλεπικοινωνιών συνδέεται με την ανάγκη του ανθρώπου να επικοινωνήσει, να διαδώσει και να πληροφορηθεί. Ο Σοφοκλής, εξάλλου, αποκαλεί κόρη της Ελπίδας τη θεά Φήμη και η Ίριδα ήταν η πρώτη ουράνια μαντατοφόρισσα των θεών του Ολύμπου. Την Ίριδα, όπως γνωρίζουμε, διαδέχτηκε ο θεός Ερμής. Από αυτό καταλαβαίνουμε ότι οι Αρχαίοι Έλληνες έδιναν πολλή μεγάλη σημασία στην επικοινωνία και την πληροφόρηση.

ΑΙΓΕΑΣ - ΘΗΣΕΑΣ (Προϊστορικοί χρόνοι - Μυθολογία) 

Κλασικό παράδειγμα ευρηματικού τρόπου επικοινωνίας των Αρχαίων Ελλήνων σε μεγάλες αποστάσεις, βρίσκεται στην ιστορία του Θησέα, γιού του βασιλιά της Αθήνας Αιγέα, από τους προϊστορικούς-μυθολογικούς ακόμα χρόνους, που ανέλαβε τη δύσκολη αποστολή να καταργήσει την υποτέλεια των Αθηναίων στον Κρήτα βασιλιά Μίνωα.

Οι Αθηναίοι έπρεπε να στέλνουν κάθε χρόνο, επτά αγόρια και επτά κορίτσια για να γίνουν βορά του τερατώδους Μινώταυρου.
Ο Θησέας παίρνοντας τη θέση ενός από τα αγόρια, κατάφερε να σκοτώσει το Μινώταυρο μέσα στο δαιδαλώδη λαβύρινθο.
Στην επιστροφή του όμως, ξέχασε να τοποθετήσει όπως είχε προσυμφωνηθεί για την περίπτωση νίκης, άσπρο πανί στο καράβι του, (επικοινωνιακός κώδικας), με αποτέλεσμα ο Αιγέας αντικρύζοντας το μαύρο πανί, να πέσει απελπισμένος από το βράχο του Σουνίου και "Αιγαίο".


Ο πρώτος τύπος επικοινωνίας ήταν με πεζούς ή έφιππους δρομείς.
Με την προσαρμογή της γραφής στη φωνητική της μορφή, η καταγραφή μηνυμάτων έγινε εύκολη και έδωσε την δυνατότητα ανταλλαγής επιστολών, με φορείς συνήθως τους φέροντες την επιστολή. 

                              Ημεροδρόμοι

Το πρώτο σχέδιο των ελλήνων για τη μεταφορά πληροφοριών αποτελεί η χρήση των ημεροδρόμων. Ήταν άνθρωποι γνωστοί για τις ικανότητές τους στο τρέξιμο στουςοποίους εμπιστεύονταν τη μεταφορά μηνυμάτων σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ο πιο γνωστός ημεροδρόμος που έμεινε και στην ιστορία ήταν ο Φειδιππίδης, ο οποίος πήγε από την Αθήνα στο Μαραθώνα και μετά πάλι πίσω στην Αθήνα το μήνυμα της νίκης χωρίς καμία στάση και πέθανε από εξάντληση.
 Ενδέχεται κάποιοι από τους ημεροδρόμους να ήταν έφιπποι ειδικά όταν ήταν να διανύσουν μεγάλες αποστάσεις.
Μια τέτοια πρώτη περιγραφή αναφέρει ο Όμηρος στην Ιλιάδα (Ζ, 169), όταν ο Προίτος στέλνει το Βελλεροφόντη στη Λυκία φέροντας κλειστή επιστολή στον βασιλιά, όπου τον παρότρυνε να τον σκοτώσει. Η Ταναγραία κόρη φέρει στα γόνατα επιστολή, "δίπτυχο", από τον αγαπημένο της.

Οι κρυπτογραφικές επικοινωνίες των αρχαίων Ελλήνων....

Η τέχνη της κρυπτογράφησης χρησιμοποιήθηκε ιδιαίτερα για πολεμικούς σκοπούς. Ο όρος σκυτάλη, μέθοδος των Σπαρτιατών, είναι ευφυής – διάσημος. Γύρω από ξύλινο κύλινδρο (σκυτάλη) τυλίγεται ταινία περγαμηνής ή υφάσματος ή δέρματος. Κατά μήκος της περιέλιξης καταγράφονταν σειρές μηνύματος. Όταν ξετυλίγονταν η ταινία, τα γράμματα βρίσκονταν σε αταξία, η οποία δεν επέτρεπε να αποκωδικοποιηθεί το μήνυμα. Ο παραλήπτης έπρεπε να τυλίξει την ταινία σε κύλινδρο (σκυτάλη) ίδιου μήκους και διαμέτρου, με τρόπο που είχε προ-συμφωνηθεί με τον αποστολέα, προκειμένου να αποκαλύψει το μήνυμα.
Τα μηνύματα που μεταφέρονταν με τη μέθοδο αυτή, έπρεπε να είναι σύντομα, δηλαδή «λακωνικά». Ο Πλούταρχος περιγράφει τη μέθοδο στο έργο του «ο βίος του Λύσανδρου» και αναφορές γίνονται από τους Θουκυδίδη, Ξενοφώντα, Αριστοφάνη, Πίνδαρο, Πλάτωνα κ.ά..
Στη συγκεκριμένη σκυτάλη αναπαρίσταται το απελπισμένο μήνυμα που έστειλαν μετά την ήττα της ναυμαχίας των Αργινουσών οι Λάκωνες στη Σπάρτη: «Έρρει τα κάλα, Μίνδαρος απεσσούα, πεινώντι τώνδρες, απορείομες τι χρη δραν» δηλ. «Χάθηκαν τα πλοία, ο Μίνδαρος σκοτώθηκε, οι άνδρες πεινάνε, απορούμε τι πρέπει να κάνουμε».

                                                        κρυπτεία σκυτάλη



               Κρυπτογραφικός δίσκος του Αινεία

Δίσκος με 24 περιφερειακές οπές (αντίστοιχες των γραμμάτων του αλφαβήτου), μία κεντρική και μία επιπλέον που ορίζει το γράμμα Α. Ο αποστολέας κατέγραφε το μήνυμα περνώντας λεπτό νήμα από τις οπές των αντίστοιχων γραμμάτων και ο δέκτης το διάβαζε ξετυλίγοντας το νήμα και καταγράφοντας τα γράμματα από δεξιά προς τα αριστερά.
Κρυπτογραφικός δίσκος του Αινεία



                  Δίπτυχα κερωμένα πινακίδια

Ξύλινες πινακίδες με ελαφρώς σκαμμένη την εσωτερική τους επιφάνεια και καλυμμένη με μελανό κερί. Με ειδική γραφίδα (μυτερή από τη μία πλευρά για το γράψιμο και πεπλατυσμένη από την άλλη για το σβήσιμο), σκαλιζόταν το μήνυμα στην κέρινη επιφάνεια κανονικά ή κρυπτογραφικά (π.χ. με τη χρήση στιγμών αντί φωνηέντων, με αντικατοπτρική γραφή) ή σπάνια κάτω από αυτήν σε εξαιρετικές περιπτώσεις (π.χ. το μήνυμα του εξόριστου Δημάρατου από την περσική αυλή: «Ξέρξης στρατεύει Ελλάδι»
                                                 Δίπτυχα κερωμένα πινακίδια



                       Πυρσεία και φρυκτωρίες  


Ιδιοφυής μέθοδος οπτικής μετάδοσης μηνυμάτων (γράμμα - γράμμα) μεταξύ υψωμάτων που απείχαν αρκετά χιλιόμετρα με συνδυαστικό σύστημα πυρσών που επινόησαν οι Κλεόξενος και Δημόκλειτος τον 3ο π.Χ. αιώνα. Το σύστημα μπορεί να χαρακτηριστεί ψηφιακό (πενταδικό των δύο bits), προδρομικό της σημερινής τεχνολογίας και μοναδική στο είδος του καταγεγραμμένη πρόταση παγκοσμίως μέχρι τον 16ο μ. Χ. αιώνα. Με απλοϊκή χρήση «πυρσείας» (προσυμφωνημένου μηνύματος) και δικτύου φρυκτωριών που επινόησε ο Παλαμήδης έγινε γνωστή, από το βοηθό του Σίνωνα, σε μια νύκτα η άλωση της Τροίας στις Μυκήνες (Αισχύλος, «Αγαμέμνων»).

Σε κατάλληλα επιλεγμένα υψώματα κτίζονταν οι «φρυκτωρίες».
                    αρχαία φρυκτωρία, κοντά στην μονή Αστερίου στην Αττική


 Κάθε φρυκτωρία περιλάμβανε «δύο τοίχους με ύψος αναστήματος ανδρός» και τη δυνατότητα ανάρτησης πέντε πυρσών στον καθένα. Μεταξύ των τοίχων υπήρχε ειδική «διόπτρα» (σκοπευτική διάταξη δύο αυλίσκων) για τη διάκριση από το «φρυκτωρό» των δεξιών ή αριστερών πυρσών της απέναντι φρυκτωρίας.


 Επίσης οι φρυκτωροί διέθεταν από πέντε πινακίδες με αναγραμμένα τα γράμματα του αλφαβήτου χωρισμένα σε πεντάδες. Οι αριστεροί πυρσοί από το μέρος του «πομπού» φρυκτωρού αναφέρονταν στον αριθμό της πινακίδας, ενώ οι δεξιοί στη σειρά του γράμματος της συγκεκριμένης πινακίδας. Η έναρξη της διαδικασίας αποστολής γινόταν με την ανάρτηση δύο πυρσών από τον «πομπό», την επιβεβαίωση με την ανάρτηση δύο πυρσών από το «δέκτη» και το κατέβασμα των πυρσών και από τους δύο.

Για παράδειγμα, όταν υψώνονταν δύο πυρσοί στον αριστερό τοίχο και τέσσερεις στο δεξιό, γινόταν εκπομπή του γράμματος «Ι».

    Ο «υδραυλικός τηλέγραφος» του Αινεία

Ευφυέστατη μέθοδος αποστολής προσυμφωνημένων μηνυμάτων, που περιέγραψε ο Αινείας ο Τακτικός τον 4ο π.Χ. αιώνα (στο απολεσθέν τμήμα του έργου του «Πολιορκητικά») και διέσωσε ο Πολύβιος. Χρησιμοποιήθηκε κυρίως για την ταχεία μεταφορά μηνυμάτων στην αχανή αυτοκρατορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Ο Υδραυλικός Τηλέγραφος του Αινεία


Σε κατάλληλα επιλεγμένα υψώματα αγγελιοφόροι χρησιμοποιούν ισομεγέθη πήλινα ή μεταλλικά δοχεία με νερό (ύψους έως 3 πήχεων και πλάτους έως 1 πήχεως), όπου επιπλέουν πλωτήρες από φελλό λίγο στενότεροι των στομίων, στη μέση των οποίων είναι στερεωμένοι ράβδοι διαιρεμένοι σε ίσα μέρη (των τριών δακτύλων) με αναγραμμένα προσυμφωνημένα μηνύματα στο καθένα π.χ. «Ήρθαν ιππείς στη χώρα». Ο χειριστής «πομπός» ανεβάζοντας έναν αναμμένο πυρσό δίνει σήμα στο χειριστή «δέκτη» για την αποστολή μηνύματος, περιμένει την ανύψωση πυρσού και από το «δέκτη» για επιβεβαίωση και κατεβάζοντας τον πυρσό, ταυτόχρονα και οι δύο απελευθερώνουν τους δύο ισομεγέθεις αυλίσκους εκκένωσης των συσκευών τους. Όταν φανεί στη συσκευή του «πομπού» το επιθυμητό μήνυμα, ο χειριστής «πομπός» ανεβάζοντας τον πυρσό, δίνει σήμα στο «δέκτη» και ταυτόχρονα και οι δύο σταματούν την εκροή. Λόγω ομοιότητας των συσκευών, των στομίων εκροής και της ίδιας στάθμης του ύδατος, το επιθυμητό προσυμφωνημένο μήνυμα εμφανίζεται και στη συσκευή του «δέκτη».

Μετά από το παραπάνω σύστημα του «οπτικού τηλέγραφου» που μας περιγράφει ο Πολύβιος έπρεπε να περιμένουμε τη Γαλλική επανάσταση ώστε να δούμε την επόμενη εξέλιξη στο σύστημα των τηλεπικοινωνιών, δηλαδή μετά από 2000 χρόνια!

                         «Ακουστικός τηλέγραφος»

                                                      ακουστικός τηλέγραφος


Αποτελούνταν από μια γιγάντια κυκλικά αναδιπλωμένη σάλπιγγα που είχε τη μορφή ηχητικού κέρατος και ήταν αναρτημένη από ένα τρίποδο ύψους τεσσάρων μέτρων για την ευχερή περιστροφή της και μετάδοση του σήματος προς κάθε κατεύθυνση. Χρησιμοποιήθηκε από το στρατό του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην περίφημη εκστρατεία του και είχε εμβέλεια δράσης έως τέσσερα χιλιόμετρα. Πιθανότατα λειτουργούσε και αντίστροφα ως εντοπιστής ήχων οπότε πρόκειται και για το πρώτο ακουστικό ραντάρ της ιστορίας. 

                     ΑΝΑΚΛΑΣΤΗΡΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ 

 Τα σήματα από τις φωτιές λέγεται ότι βοηθιόταν με ειδικούς ανακλαστήρες να φανούν αρκετά μακριά. Κάποιες γυαλισμένες ασπίδες λένε ότι ήταν πολύ καλές και για τέτοια χρήση. Αργότερα η χρήση κανονικών κατόπτρων μπορούσε να χρησιμοποιήσει προφανώς και την αντανάκλαση του ηλιακού φωτός για επικοινωνία.
                                               φάρος της Αλεξανδρείας


 Όπως λέει η Ιστορία, ο περίφημος φάρος της Αλεξανδρείας χρησιμοποιούσε ειδικούς ανακλαστήρες και ίσως καικάποιον ειδικό φακό, ώστε να στέλνει το φως του στην μέγιστη δυνατήαπόσταση. Λέγεται μάλιστα ότι παρατηρώντας μέσα από αυτό τον φακόυπήρχε η δυνατότητα να φανούν ευκολότερα τα μακρινά πλοία αλλά και μετην βοήθειά του να καούν από μακριά εχθρικά πλοία. 

                 ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ

 Γνωστοί χαριτωμένοι αγγελιοφόροι της ιστορίας είναι τα ταχυδρομικά περιστέρια. Έχουν την άνεση να επιστρέφουν στην φωλιά τους από πολύ μακρινές αποστάσεις μεταφέροντας και μικρά μηνύματα δεμένα σε μικρή θήκη πάνω τους. Εντυπωσιακή και ανεξήγητη είναι και η ικανότητά τους να ξαναβρίσκουν την φωλιά τους από μεγάλες αποστάσεις, ακόμα κι αν αυτή έχει μετακινηθεί σε κάποια απόσταση απ την αρχική της θέση ή ακόμα κι όταν αυτή είναι διαρκώς μετακινούμενη π.χ. σε πλοίο. Η ταχυδρομική χρήση των περιστεριών είναι γνωστή απ την αρχαιότητα και συνεχίστηκε μέχρι και στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όπου κάποια περιστέρια παρασημοφορήθηκαν για τις ικανότητές τους.

Ακόμα και σήμερα ο στρατός των ΗΠΑ και του Καναδά διατηρεί ταχυδρομικά περιστέρια για περίπτωση έκτακτης ανάγκης.Πραγματικοί εφευρέτες του τρόπου επικοινωνίας με ταχυδρομικά περιστέρια υπήρξαν οι Σουμέριοι, γύρω στο 2000 π.Χ. Τις πρώτες αναφορές για χρήση περιστεριών τις έχουμε από αιγυπτιακές πηγές του 12ου π.Χ. αιώνα.Στην Ελλάδα ο Αιλιανός αναφέρει ότι στους Ολυμπιακούς Αγώνες στην Αρχαία Ολυμπία πήρε μέρος και ο αθλητής Ταυροσθένης από την Αίγινα. Το μήνυμα της νίκης του έφθασε στην Αίγινα με ένα περιστέρι που είχε στο πόδι του μια κόκκινη κορδέλα

                         Βυζαντινές καμινοβίγλες 

 Στη βυζαντινή περίοδο, χωρίς να γνωρίζουμε πότε ακριβώς και κάτω από ποιες συνθήκες, η ονομασία φρυκτωρίες (ή φρυκτώρια) εγκαταλείπεται και αντικαθίσταται από τη λέξη καμινοβίγλα και καμινοβίγλια, καθώς αναφέρει ο Νικηφόρος Φωκάς.
Η λέξη καμινοβίγλα εύκολα γίνεται κατανοητό ότι είναι σύνθετη από τις κάμινος και βίγλα, λέξεις ελληνικές και οι δυο. Η λέξη κάμινος είναι αρχαία ελληνική και υποδηλώνει έναν χώρο όπου καίγονται διάφορα υλικά, η δε λέξη βίγλα υποδηλώνει το παρατηρητήριο. Τα καμινόβλ(ι)α  ήταν επομένως «οπτικά παρατηρητήρια» και παραπέμπουν στους σταθμούς προειδοποίησης και επιφυλακής»
                                                ο πύργος του Πύθιου της Θράκης

Στο έργο του Νικηφόρου Φωκά «Περί Παραδρομής» γραμμένο στο β΄ μισό του 18ου αιώνα, υπάρχει ειδικό κεφάλαιο που επιγράφεται «Περί των καμινοβιγλίων και κατασκόπων « και αναφέρεται στο ρόλο που διαδραμάτιζαν ακριβώς τα κτίσματα αυτά και όσοι τα επάνδρωναν. Οι καμινοβιγλάτορες σκοπό είχαν να «…ειδοποιούν το στρατηγό αλλά και τον άμαχο πληθυσμό των απειλούμενων περιοχών για επικείμενη εχθρική επίθεση.
 Φυσικά υπάρχει διαφοροποίηση σε σχέση με τις αρχαίες φρυκτωρίες, που αφορά τόσο τη διοικητική διάταξη όσο και τα ίδια τα κτίσματα. Από στοιχεία που έχουμε γνωρίζουμε π.χ. ότι οι καμινοβίγλες ως κατασκευές ήταν πολύ βελτιωμένες σε σχέση με τις φρυκτωρίες. Όπως σημειώνει ο Πορετσάνος μιλώντας για τον πύργο του Πύθιου της Θράκης, μια γνωστή καμινοβίγλα που διατηρείται ακόμη: «Ήταν τριώροφος, περιτριγυρισμένος με τείχος περιφέρειας 200 μέτρων περίπου και δίδυμος όπως και τώρα φαίνεται. Στο αριστερό τμήμα του είχε στην κορφή του σκεπασμένες επάλξεις – παρατηρητήρια στους κάτω ορόφους του αίθουσες διαμονής της  φρουράς. Με το δεξιό τμήμα του επικοινωνούσε με γέφυρα. Από τα παράθυρα του κυρίως «φρυκτωρίου – καμινοβιγλατορίου» ανταλλάσσονταν τα φωτεινά σήματα με την Ανδριανούπολη, την Πόλη κλπ. 

Μετά την κατάκτηση του Βυζαντίου από τους Σταυροφόρους το 1204 αυτοί χρησιμοποίησαν το τηλεπικοινωνιακό σύστημα των πύργων (οι Τούρκοι τους ονόμαζαν κουλέδες). Είχαν φτιάξει πολλούς πύργους τους οποίους ονόμαζαν και φανούς (Το Φανάρι της Κωνσταντινούπολης από αυτό πήρε το όνομά του).

Η επινόηση και η χρήση τόσο εξελιγμένων συστημάτων, προδρομικών της σύγχρονης τεχνολογίας (και μοναδικών στο είδος τους προτάσεων παγκοσμίως μέχρι που ο Αμερικανός φυσικός Αλεξάντερ Γκράχαμ Μπελ το 1876, ανακάλυψε το τηλέφωνο ) καθιστούν τους Έλληνες θαυμαστούς πρωτοπόρους και στο χώρο των τηλεπικοινωνιών.
 


  • ΠΗΓΕΣ...
http://kotsanas.gr/gr/index_ekthemata.html
http://lyk-esp-kastor.kas.sch.gr/ekdiloseis0809/tilepikoinonies/history1.html