Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Αθανάσιος Διάκος


                                                           
«Και των ηρώων καύχημα στην δόξα του Κυρίου,
Θανάση Διάκο σ΄ έφερεν ο δαρμός του μαρτυρίου,
και ενώ σου σπάραζε κακή φωτιά το τίμιο σώμα,
τραγούδι αγγελικό φιλί σου μύρωνε το στόμα».Κ Παλαμάς 



   Ο Αθανάσιος Διάκος ήταν ένας από τους Έλληνες πρωταγωνιστές ήρωες - οπλαρχηγούς του πρώτου έτους της Επανάστασης του 1821που έδρασε στη Στερεά Ελλάδα. Γεννήθηκε στην Άνω Μουσουνίτσα Φωκίδος σύμφωνα με μαρτυρίες του Γκούρα,του Φιλήμονος, του Περραιβού και ξένων όπως του Finley και του Bartholdy αλλά και του Hertsberg.Το πραγματικό του όνομα ήταν Αθανάσιος Μασσαβέτας . Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1818 και το 1820 έγινε αρματολός στη Λιβαδειά. Τον Απρίλιο του 1821 σε συνεργασία με άλλους οπλαρχηγούς κατέλαβε το φρούριο της Λιβαδειάς και χρησιμοποιώντας το σαν ορμητήριο, έδωσε πολλές νικηφόρες μάχες. Κατέλαβε την γέφυρα της Αλαμάνας και στις 22 Απριλίου 1821 έδωσε μάχη με τα στρατεύματα του Ομέρ Βρυώνη. Στη μάχη αυτή συνελήφθη και αφού μεταφέρθηκε στη Λαμία δολοφονήθηκε με ανασκολοπισμό (λογοτεχνικά αναφέρεται ότι "σουβλίστηκε") από τους Τούρκους και κάηκε στις 24 Απριλίου 1821.
Ο Ελληνικός Στρατός του απένειμε τιμητικά τον βαθμό τουΣτρατηγού
Εγγονός ενός ντόπιου κλέφτη, είχε έφεση στη θρησκεία και σε ηλικία 12 ετών στάλθηκε από τη μητέρα του στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στην Αρτοτίνα Φωκίδας, από την τέως Άνω Μουσουνίτσα όπου γεννήθηκε, για την εκπαίδευσή του. Έγινε μοναχός σε ηλικία δεκαεπτά ετών και, λόγω της αφοσίωσής του στη χριστιανική πίστη και της ιδιοσυγκρασίας του, έγινε πολύ γρήγορα διάκος.
Η λαϊκή παράδοση αναφέρει πως όταν ο Α. Διάκος ήταν μοναχός, ένας Τούρκος πασάς πήγε στο μοναστήρι με τα στρατεύματά του και εντυπωσιάστηκε απ' την εμφάνιση του νεαρού μοναχού. Ο Διάκος προσβλήθηκε απ' τα λεγόμενα του Τούρκου (και την μετέπειτα πρόταση) και μετά από καβγά τον σκότωσε. Έτσι αναγκάστηκε να φύγει στα κοντινά βουνά και να γίνει κλέφτης. Κατά μια άλλη εκδοχή,σε ένα γάμο στην Αρτοτίνα, όπου γλεντούσαν και πυροβολούσαν όπως συνηθιζόταν, είχε πάρει μέρος και ο Διάκος. Μια αδέσποτη σφαίρα βρήκε και σκότωσε τον γιό της Κοντογιάννενας, που ήταν από μεγάλο σόι της Κοσταρίτσας (ενός γειτονικού χωριού της Αρτοτίνας). Ο φόνος καταλογίστηκε από όλους, Χριστιανούς και Τούρκους, στον Διάκο και ας μην ήταν καθόλου βέβαιο πως εκείνος, άθελά του, ήταν ο φονιάς. Αναγκάστηκε έτσι να κρυφτεί στα περίχωρα γιατί τον αναζητούσαν τα τουρκικά αποσπάσματα. Αργότερα τονΔεκαπενταύγουστο, στο πανηγύρι της Παναγίας, ο Διάκος κατέβηκε στο χωριό. Οι Τούρκοι, που παραμόνευαν, τον συνέλαβαν μαζί με κάποιον Καφέτζο που κυνηγούσαν και τους οδήγησαν δεμένους στον Φεράτ-εφέντη, διοικητή του Λιδωρικίου, ο οποίος τους φυλάκισε. Ο Διάκος κατάφερε να αποδράσει μαζί με τον Καφέτζο και να φύγουν στα βουνά. Μαζί έφτασαν στο λημέρι του ξακουστού κλέφτη της Δωρίδας, Τσαμ

Κλέφτης και Αρματολός 

Αρχικά κλέφτης υπό την εξουσία διαφόρων καπετάνιων της Ρούμελης, διακρίνεται σε διάφορες συγκρούσεις με τους Τούρκους. Ο Καπετάνιος Τσαμ Καλόγερος, σε μια συμπλοκή με τους Τούρκους, πληγώθηκε βαριά στο πόδι και θα έπεφτε στα χέρια τους αν ο Διάκος δεν έμενε να τον υπερασπιστεί. Με το σπαθί στο χέρι, τον σήκωσε και τον μετέφερε ως την Γραμμένη Οξυά, μια ψηλή ράχη, δύο ώρες από την Αρτοτίνα. Εκεί έφτασαν και οι άλλοι Κλέφτες και μπροστά τους είπε ο Τσαμ Καλόγερος: «Αν πεθάνω, αυτός πρέπει να γίνει καπετάνιος σας».
Αργότερα οι Κλέφτες χωρίστηκαν σε μπουλούκια (μικρές ομάδες), κατατρεγμένοι από το κυνήγι των Τούρκων. Ένα μπουλούκι έγινε από τον Διάκο, τον Γούλα και τον Σκαλτσοδήμο. Εκείνο τον καιρό, έμαθε ο Διάκος ότι πέθαναν ο πατέρας του κι ένας από τους αδερφούς του, ο Απόστολος. Ο Διάκος είχε δύο αδερφούς, τον Απόστολο και τον Κωνσταντίνο, που τον έλεγαν και Μασσαβέτα και δύο αδερφές, την Καλομοίρα και την Σοφία. Ο πατέρας του με τον Απόστολο και τον Κωνσταντίνο, είχαν προτιμήσει την τσοπάνικη ζωή και τότε ήταν με τα κοπάδια τους στα χειμαδιά. Ένα Τούρκικο απόσπασμα που έφτασε στην καλύβα τους, συνέλαβε πατέρα και γιό επειδή βοήθησαν και πρόσφεραν φαγητό σε κλέφτες και τους πήγαν δεμένους στον Πατρατσίκι (Υπάτη). Ο Κωνσταντίνος δεν βρισκόταν εκεί και έτσι γλύτωσε. Οι άλλοι δύο όμως βρήκαν τον θάνατο στη φυλακή την ίδια νύχτα.Μόλις πληροφορήθηκε το γεγονός ο Διάκος, ορκίστηκε να εκδικηθεί. Τουρκικό απόσπασμα δεν προλάβαινε να ξεμυτίσει και το αποδεκάτισε με τα παληκάρια του. Από τότε άρχισαν να αναζητούν και το αρματολίκι της περιοχής. Έτσι μια μέρα, οι κλέφτες, ορμώντας στα Μπαϊρια (θέση κοντά στην Αρτοτίνα), απήγαγαν την Κρουστάλλω, κόρη του Μπαμπαλή, κοτζαμπάση της Δωρίδας. Οι κλέφτες την πήγαν στην Καρυά, στο λημέρι τους. Ζήτησαν από τον Μπαμπαλή, αν θέλει το κορίτσι του, να πάει στο Λιδωρίκι και να ενεργήσει, ώστε να τους δώσουν οι Τούρκοι το αρματολίκι. Και το πέτυχαν.
Εκείνη την περίοδο ο Αλή πασάς, στα Γιάννενα, έκανε σχέδια εναντίον του Σουλτάνου και κάλεσε στην έδρα του όλους τους καπετάνιους, Αρβανίτες και Χριστιανούς. Ανάμεσα τους και τον Σκαλτσοδήμο (σαν αντιπρόσωπο των αρματολών του Λιδωρικίου). Εκείνος όμως έστειλε τον Διάκο στη θέση του. Ο Αθανάσιος Διάκος υπήρξε αρματολός για δύο χρόνια (1814-1816) στο στρατό του Αλή πασά τον ίδιο καιρό με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο.
Όταν ο Ανδρούτσος έγινε καπετάνιος μιας μονάδας αρματολών στη Λιβαδειά, ο Διάκος ήταν για ένα χρόνο πρωτοπαλίκαρο του. Στα χρόνια που ακολουθούν και που καταλήγουν στην Επανάσταση του 1821, ο Διάκος είχε φτιάξει τη δική του ομάδα κλεφτών και όπως πολλοί άλλοι καπετάνιοι κλεφτών και αρματολών γίνεται μέλος της Φιλικής Εταιρίας.

Επανάσταση 


Σύντομα μετά από το ξέσπασμα των εχθροπραξιών, ο Διάκος κι ένας ντόπιος καπετάνιος και φίλος, ο Βασίλης Μπούσγος, οδήγησαν ένα απόσπασμα μαχητών στη Λιβαδειά με σκοπό την κατάληψη της. Στις 1 Απριλίου του 1821, μετά από τρεις ημέρες άγριας μάχης από σπίτι σε σπίτι, το κάψιμο του σπιτιού του Μιρ Αγά(συμπεριλαμβανομένου του χαρεμιού) και την κατάληψη του κάστρου, η πόλη έπεσε στους Έλληνες. Η Λιβαδειά, ελεύθερη πλέον, σήκωσε την ελληνική σημαία στις 4 Απριλίου στο κάστρο και την θέση Ώρα. Ο Χουρσίτ πασάς, εντεταλμένος από τον Σουλτάνο, έστειλε δύο από τους ικανότερους διοικητές του απ' τη Θεσσαλία, τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ Μεχμέτ, επικεφαλής 8.000 πεζών και 900 ιππέων Τούρκων με διαταγή να καταστείλουν την επανάσταση στη Ρούμελη και μετά να προχωρήσουν στην Πελοπόννησο και να σταματήσουν την πολιορκία της Τριπολιτσάς. Ο Χουρσίτ στηριζόταν στις ικανότητες του Ομέρ Βρυώνη. Ο Βρυώνης, αλβανικής καταγωγής και πασάς του Βερατίου, ήταν ικανότατος στρατηγός και γνώριζε πολύ καλά τα εδάφη και τους Έλληνες οπλαρχηγούς, τους περισσότερους εκ των οποίων είχε γνωρίσει στην αυλή του Αλή πασά. Μαζί τους ήταν και οι Αρβανίτες αρχηγοί Τελεχά-βέης, Χασάν Τομαρίτσας, και Μεχμέτ Τσαπάρας.
Αλ. Ησαϊας « Η μάχη της Αλαμάνας»

Ο Διάκος και το απόσπασμά του, που ενισχύθηκαν από τους μαχητές Πανουργιά καιΔυοβουνιώτη, αποφάσισαν να αποκόψουν την τούρκικη προέλαση στη Ρούμελη με την λήψη αμυντικών θέσεων κοντά στις Θερμοπύλες. Η ελληνική δύναμη των 1.500 ανδρών χωρίστηκε σε τρία τμήματα: ο Δυοβουνιώτης θα υπερασπιζόταν τη γέφυρα τουΓοργοποτάμου, ο Πανουργιάς τα ύψη της Χαλκωμάτας, και ο Διάκος τη γέφυρα της Αλαμάνας.
Στρατοπεδεύοντας στο Λιανοκλάδι, κοντά στη Λαμία, οι Τούρκοι διαίρεσαν γρήγορα τη δύναμή τους. Η κύρια τούρκικη δύναμη επιτέθηκε στο Διάκο. Η άλλη επιτέθηκε στο Δυοβουνιώτη, του οποίου το απόσπασμα γρήγορα οδηγήθηκε σε οπισθοχώρηση, και η υπόλοιπη στον Πανουργιά, οι άντρες του οποίου υποχώρησαν όταν πληγώθηκε σοβαρά, ενώ βρήκαν ηρωικό θάνατο, μεταξύ των άλλων ανδρών, και ο επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας με τον αδερφό του Παπαγιάννη. Έχοντας η πλειοψηφία των Ελλήνων υποχωρήσει, οι Τούρκοι συγκέντρωσαν την επιθετική τους ισχύ ενάντια στη θέση του Διάκου στη γέφυρα της Αλαμάνας. Βλέποντας ότι ήταν θέμα χρόνου προτού κατακλυστούν απ' τον εχθρό, ο Μπούσγος, που πολεμούσε παράλληλα με τον Διάκο, του πρότεινε να υποχωρήσουν. Ο Διάκος επέλεξε να μείνει και να παλέψει μαζί με 48 συμπολεμιστές του σε μία απελπισμένη μάχη σώμα με σώμα, λίγες ώρες πριν συντριβούν.
Ο σοβαρά πληγωμένος στον δεξί ώμο ο Διάκος συνελήφθη από πέντε Τσάμηδες. Οι συναγωνιστές του Καλύβας και Βακογιάννης που όρμησαν ξιφήρεις να το σώσουν σκοτώθηκαν κοντά στον αρχηγό τους. Ο Διάκος μεταφέρθηκε από τους Τούρκους στην Λαμία μπροστά στον Ομέρ Βρυώνη, ο οποίος προσφέρθηκε να τον κάνει ανώτερο αξιωματικό στον οθωμανικό στρατό αν αλλαξοπιστούσε και ασπαζόταν το Ισλάμ. Ο Διάκος αρνήθηκε απαντώντας "Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω". Ο Ομέρ πασάς έδειξε συμπάθεια προς τον Διάκο, αλλά κάποιος Χαλήλ μπέης από την πόλη ικέτευσε για την άμεση και παραδειγματική θανάτωσή του. Έτσι την επόμενη μέραανασκολοπίστηκε.Ο Διάκος αντιμετώπισε το μαρτυρικό του θάνατο με θάρρος. Μόνο ένα παράπονο βγήκε απ' τα χείλη του, προβλέποντας την ανάσταση του Ελληνισμού: "Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει, τώρα που ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζει η γης χορτάρι".Κατά τον Φιλήμονα ο Διάκος στράφηκε προς τους Αλβανούς και είπε "Δεν βρίσκεται από σας κανένα παλληκάρι να με σκοτώσει με πιστόλα και να με γλυτώσει από τους Χαλδούπιδες!". Η φοβερή αυτή θανατική ποινή εκτελέστηκε στο Ζητούνι (Λαμία) στις 24 Απριλίου, την επομένη της μάχης στην Αλαμάνα. Μετά τον θάνατό του, οι Τούρκοι πέταξαν το λείψανό του σε κοντινό χαντάκι. Οι Χριστιανοί, όμως, βγήκαν κρυφά τη νύχτα και έθαψαν το σώμα του, στον χώρο που αρχίζει σήμερα η οδός Ησαϊα Ο χώρος της ταφής του είχε λησμονηθεί και ανακαλύφθηκε από τον αντισυνταγματάρχη Ρούβαλη, το 1881. Το 1886 έγινε το πρώτο μνημόσυνό του και τοποθετήθηκε η σημερινή προτομή. Η επιτροπή εκδουλεύσεων, προηγουμένως, τον αναγνώρισε ως ανώτατο αξιωματικό πρώτης τάξης και επεδίκασε μηνιαία σύνταξη στην αδερφή του ως τον θάνατό της, το 1873

Ο μαρτυρικός του θάνατος

Κωνσταντίνος Παρθένης  Αποθέωση του Αθανασίου Διάκου (1931)
Ο Αθανάσιος Διάκος βρήκε φρικτό μαρτυρικό θάνατο. Οι Τούρκοι τον παλούκωσαν ζωντανό. Ένας Τούρκος παραγγέλθηκε για να του περάσει το σουβλί μέσα από το σώμα του. Χωρίς να πειράξει τα ζωτικά εσωτερικά όργανα, και μόνον τρυπώντας του το έντερο και τοδιάφραγμα, ο γύφτος του πέρασε το σουβλί ανάμεσα από τα σπλάχνα και το πνευμόνι, μέχρι που του το έβαλε επάνω από τον ώμο. Ο Διάκος στήθηκε όρθιος στραμμένος προς τη Δύση για να τον καίει ο ήλιος. Γύρω του οι Τούρκοι έστησαν σε πασσάλους τα ακρωτηριασμένα κεφάλια των παλικαριών του, να τον κοιτάνε. Ο Διάκος άντεξε για πολύ το φρικτό βασανιστήριό του, βρίζοντας τους Τούρκους και τη θρησκεία τους, ενώ επαινούσε τους Έλληνες. Ζητούσε όμως νερό να πιει και κανείς δεν του έδινε. Ένας από τους συντρόφους του προσπάθησε να τον απαλλάξει από το μαρτύριό του, και τον πυροβόλησε από μακρυά. Αστόχησε όμως, και αντί να τον σκοτώσει, η σφαίρα του τρύπησε τον ώμο, επιδεινώνοντας το μαρτύριό του. Ο βάναυσος τρόπος θανάτου του Διάκου στα χέρια των Τούρκων (παλουκώθηκε και στη συνέχεια κάηκε) τρομοκράτησε αρχικά το λαό της Ρούμελης, αλλά η γενναία στάση του κοντά στις Θερμοπύλες τον έκανε μάρτυρα για τον απελευθερωτικό σκοπό. Ένα μνημείο στέκεται τώρα κοντά στη γέφυρα της Αλαμάνας, το σημείο της τελικής μάχης του. Προς τιμήν του, η Άνω Μουσουνίτσα (το χωριό στο οποίο γεννήθηκε ο πατέρας του) μετονομάστηκε σε "Αθανάσιος Διάκος" στις 15/12/1958  ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

                                       ΠΟΙΗΜΑΤΑ


Αριστοτέλης Βαλαωρίτης  "θανάσης Διάκος"

Ἆσμα Πρῶτον "Ἡ παραμονή"


«Ἀνέβα, Μῆτρε στοῦ βουνοῦ κατάκορφα τὴ ράχη,

πᾶρε τὸ μάτι τἀητοῦ καὶ τἀλαφιοῦ τὸ πόδι
καὶ τὴν ἀγρύπνια τοῦ λαγοῦ, καὶ στῆσε καραοῦλι.
Κι᾿ ἂν δῇς χιλιάδαις τὸν ἐχθρό, ἄλογα καὶ πεζούρα,
μὲ τὸν Κιοσὲ Μεχμὲτ πασᾶ, τὸν ὕπνο μὴ μοῦ κόψῃς,
στάσου, πολέμα μοναχός. Κι᾿ ἂν δῇς μὲς στὸ φουσάτο
νὰ πηλαλάῃ τἄλογο τοῦ Ὁμέρπασα Βρυώνη,
πέτα ροβόλα, κρᾶξε με. Σύρε μὲ τὴν εὐχή μου».
Ἄστραψε ἀπ᾿ ἄγρια χαρὰ τὸ μέτωπο τοῦ κλέφτη,
ἐβρόντησαν τὰ χαϊμαλιά, ἀνέμισε ἡ φλοκάτη,
ἔλαμψε ὁ Μῆτρος μία στιγμὴ κ᾿ ἐσβήστηκε σὰν ἄστρο.
Ὁ Διάκος τὸν συντρόφεψε γιὰ λίγο μὲ τὸ μάτι
κ᾿ ὕστερα πέφτει κατὰ γῆς γονατιστὸς στὴν πέτρα:
«Ἀδέρφια, παλληκάρια μου! Ἐλᾶτε ὁλόγυρά μου
καὶ γονατίσετε μ᾿ ἐμέ. Ὁ κόσμος στὴ χαρά του
εἶν᾿ ἀνθοστόλιστη ἐκκλησιά, κι᾿ ἐδῶ μας παραστέκει
ἐκεῖνος ποὺ τὴν ἔχτισε, γιὰ νὰ τὸν προσκυνοῦμε».
Ἤτανε νύχτα. Τὰ βουνά, οἱ λαγκαδιαίς, τὰ δέντρα,
οἱ βρύσαις, τ᾿ ἀγριολούλουδα, ὁ οὐρανός, τ᾿ ἀγέρι,
στέκουν βουβὰ ν᾿ ἀκούσουνε τὴν προσευχὴ τοῦ Διάκου.
«Ὅταν ἡ μαύρ᾿ ἡ μάνα μου, ἐμπρὸς σὲ μίαν εἰκόνα,
Πλάστη μου, μ᾿ ἐγονάτιζε μὲ σταυρωτὰ τὰ χέρια
καὶ μώλεγε νὰ δεηθῶ γιὰ κειοὺς ποὺ τὸ χειμῶνα
σὰ λύκοι ἐτρέχαν στὰ βουνά, μὲ χιόνια, μ᾿ ἀγριοκαίρια
γιὰ νὰ μὴ ζοῦνε στὸ ζυγό, ἔνοιωθα τὴ φωνή μου,
νὰ ξεψυχάει στὰ χείλη μου. ἐσπάραζε ἡ καρδιά μου,
μοῦ ἐτρέμανε τὰ γόνατα, σὰν νἄθελε ἡ ψυχή μου
νὰ φύγῃ μὲ τὴ δέηση ἀπὸ τὰ σωθικά μου.
Ὕστερα μὤλεγε κρυφὰ νὰ σοῦ ζητῶ τὴ χάρη
νὰ μ᾿ ἀξιώσῃς μία φορὰ ἕνα σπαθὶ νὰ ζώσω
καὶ νὰ μὴν ἔρθῃ ὁ θάνατος νὰ μ᾿ εὕρῃ, νὰ μὲ πάρῃ
πρὶν πολεμήσω ἐλεύθερος, γιὰ σὲ πρὶν τὸ ματώσω.
Πατέρα παντοδύναμε! Ἄκουσες τὴν εὐχή μου.
μοῦ φύτεψες μὲς στὴν καρδιὰ ἀγάπη, πίστη, ἐλπίδα,
ἔδωκες μίαν ἀχτίδα σου, ἀθέρα στὸ σπαθί μου
καὶ μοὖπες: Τώρα πέθανε γιὰ μέ, γιὰ τὴν πατρίδα!
Ἕτοιμος εἶμαι, Πλάστη μου! Λίγαις στιγμαὶς ἀκόμα
καὶ σβυῶνται τ᾿ ἄστρα σου γιὰ μέ. Γιὰ μὲ θὰ σκοτειδιάσῃ
τὤμορφο γλυκοχάραμα. Θὰ μοῦ κλειστῇ τὸ στόμα,
ποὺ ἐκελαδοῦσε στὰ βουνά, στὴ ρεματιά, στὴ βρύση.
θὰ μαραθοῦν τὰ πεῦκα μου. Ἀραχιασμέν᾿ ἡ λύρα,
ποὺ μοὖταν ἀδερφοποιτὴ κι᾿ ὁποὺ μ᾿ ἐμὲ στὴ φτέρη
ἀγκαλιασμένη ἐπλάγιαζε, τώρα θὰ μείνη στεῖρα
καὶ στάψυχο κουφάρι της θὰ νὰ βογγάῃ τ᾿ ἀγέρι.
Ὅλα τ᾿ ἀφίνω μὲ χαρά, χωρὶς ν᾿ ἀναστενάξω.
Καὶ τὤχω περηφάνειά μου, ποὺ ἐδιάλεξες ἐμένα
αὐτὴν τὴν ἔρμη τὴν πορειὰ μὲ τὸ κορμὶ νὰ φράξω.
Εὐχαριστῶ σε, Πλάστη μου! Δὲ θὰ χαθοῦν σπαρμένα
καὶ δὲ θὰ μείνουν ἄκαρπα τ᾿ ἄχαρα κόκκαλά μου.
Εὐλόγησε τηνε τὴ γῆ ὁποὺ θὰ μ᾿ ἀγκαλιάσῃ
καὶ στοίχειωσε κάθε κλωνὶ ἀπὸ τὰ χώματά μου,
νὰ γένῃ ἀδιάβατο βουνὸ τὸ μνῆμα τοῦ Θανάση.
Θέ μου! Ξημέρωσέ τηνε τὴν αὐριανὴ τὴ μέρα!
Θὰ μᾶς θυμᾶτ᾿ ἡ Ἀρβανιτιὰ καὶ θὰ τὴν τρώ᾿ ἡ ζήλεια.
Θὰ χλημητᾶνε τ᾿ ἄλογα, θὰ καῖνε τὸν ἀγέρα
μὲ τ᾿ ἄγρια τὰ χνῶτα τοὺς γκέκικα καρυοφύλλια,
θὰ γένουν πάλαι τὰ Θερμιὰ λαίμαργη καταβόθρα...
Χιλιάδες ᾖρθαν θερισταὶ καὶ Χάρος ὀργοτόμος,
μουγκρίζουν, φοβερίζουνε πὼς δὲ θὰ μείνη λώθρα
σ᾿ αὐτὴν τὴ δύστυχη τὴ γῆ, φωτιά, δρεπάνι, τρόμος...
Κ᾿ ἐμεῖς θὰ πᾶμε μὲ χαρὰ σ᾿ αὐτὸν τὸν καταρράχτη.
Ἐπάνωθέ μας θἆσαι σύ, καὶ τὰ πατήματά μας
θὰ νἄχουνε γιὰ στήριγμα τὴ φοβερή τη στάχτη,
πὤμεινε σπίθ᾿ ἀκοίμητη βαθειὰ στὰ σωθικά μας.
Δυνάμωσέ μας, Πλάστη μου! Γιὰ ν᾿ ἀκουστῇ στὴ Δύση
πὼς δὲν ἀπονεκρώθηκε καὶ πὼς θ᾿ ἀνθοβολήσῃ
τώρα μὲ τὰ Μαγιάπριλα ἡ δουλωμένη χώρα.
Εὐλογημέν᾿ ἡ ὥρα!»
*

Ἔσκυψ᾿ ὁ Διάκος ὡς τὴ γῆ, ἕσφιξε μὲ τὰ χείλη

κ᾿ ἐφίλησε γλυκὰ γλυκὰ τὸ πατρικό του χῶμα.
Ἔβραζε μέσα του ἡ καρδιά, καὶ στὰ ματόκλαδά του
καθάριο, φωτοστόλιστο, ξεφύτρωσ᾿ ἕνα δάκρυ...
Χαρὰ στὸ χόρτο πὤλαχε νὰ πιῇ σὲ τέτοια βρύση!
*

Πλαγιάζει ὁ λιονταρόψυχος! Τὰ νειάτα, τὴ θωρειά του

τ᾿ ἀστέρια βλέπουν μὲ χαρὰ καὶ κάπου κάπου ἀφίνουν
κρυφὰ τὸ θόλο τ᾿ οὐρανοῦ γιὰ νὰ διαβοῦν σιμά του.
Μοσχοβολάει τριγύρω του καὶ τὸν σφιχταγκαλιάζει
στὸν κόρφο της ἡ ἄνοιξη, σὰν νἄτανε παιδί της.
Χαρούμενα τὰ λούλουδα φιλοῦν τὸ μέτωπό του
χάνει μὲ μιᾶς τὴν ἀσκημιὰ καὶ τὴν ταπεινοσύνη
ὁ ἔρμος ἀζώηρος, ἡ ποταπὴ ἡ λαψάνα,
γλυκαίνει τὸ χαμαίδρυο, στοῦ χαμαιλειοῦ τὴ ρίζα
ἀποκοιμιέται ὁ θάναρος καὶ τὸ περιπλοκάδι,
ποὺ πάντα κρύβεται δειλὸ καὶ τ᾿ ἄπλερο κορμί του
ἀλλοῦ στυλόνει τὸ φτωχό, δυναμωμένο τώρα
τρελλό, περηφανεύεται καὶ θέλει νὰ κλαρώσῃ
στ᾿ ἀνδρειωμένο μέτωπο γιὰ ν᾿ ἀκουστῇ πὼς ἦταν
στὴ φοβερὴ παραμονὴ μία τρίχ᾿ ἀπ᾿ τὰ μαλλιά του.
*

Πλαγιάζει ὁ λιονταρόψυχος! Τοῦ ὕπνου του οἱ ὥραις

ὅσο κι᾿ ἂν φύγουν γρήγορα, μεσότοιχο θὰ γένουν
ν᾿ ἀποστομώσουν τὸ θολό, τ᾿ ἀγριωμένο κῦμα
τοῦ χρόνου ποὺ μᾶς ἔπνιξε. Μ᾿ ἐκείνην τὴν ρανίδα
πὤσταξ᾿ ἀπὸ τὰ μάτια του θὰ ξεπλυθῇ ἡ μαυράδα,
ποὺ ἐλέρωνε τῆς μοίρας μας τὸ νεκρικὸ δεφτέρι.
Ὁ Διάκος στὸ κρεββάτι του, ζωσμένος τὴ φλοκάτη,
σὰν ἀητὸς μὲς στὴ φωλειά, ὀλάκαιρο ἕνα γένος
ἔκλωθ᾿ ἐκείνην τὴν βραδειά. Ὅταν προβάλ᾿ ἡ μέρα,
θὰ νἄβγουν τ᾿ ἀητόπουλα μὲ τροχισμένα νύχια,
μὲ θεριεμένα τὰ φτερά, ν᾿ ἀρχίσουν τὸ κυνήγι...
Πλάστη μεγαλοδύναμε! Ἀξίωσέ μας ὅλους,
πρὶν μᾶς σκεπάσῃ ἡ μαύρη γῆ, στὰ δουλωμένα πλάγια
νὰ κοιμηθοῦμε μία νυχτιὰ τὸν ὕπνο τοῦ Θανάση!
* * *

Ἆσμα Δεύτερον "Οἱ τρεῖς Διάκος, Πανουριᾶς, Δυοβουνιώτης"


-Διάκε, χαρὰ στὸν ὕπνο σου!

-Καλῶς τὸ Δυοβουνιώτη,
καλή σου μέρα, Πανουριᾶ... Μὴ μὲ προπῆρ᾿ ἡ ὥρα;
Ἐξέχασα, ἐγελάστηκα, γλυκὰ κρυφομιλώντας,
ἀδέρφια, μὲ τὴ μάνα μου, ποὖρθε νὰ μ᾿ εὕρῃ ἀπόψε.
-Θανάση, ἂν δὲ σοῦ ζήλεψα τὰ νειῶτα, τὴν ἀνδρειά σου,
τ᾿ ἄρματα τ᾿ ἀξετίμωτα, τὸ μάτι, τὸ τραγούδι,
ζηλεύω αὐτὴν τὴν ξαστεριὰ πὤχει τὸ μέτωπό σου!
Ἔστησε στὸ κατώφλι μας τὸ νεκροκρέββατό του
ὁ Χάρος καὶ μᾶς καρτερεῖ. Ξήπλεγαις, τρομασμέναις
μανάδες ἀναρίθμηταις μὲ κουφωμένα στήθια
φεύγουν στὰ πλάγια νὰ κρυφτοῦν μὲ τὰ βυζασταρούδια.
Τὰ ὄρνια ἐμυριστήκανε τὸ σκοτωμὸ ποὺ θἄρθῃ
καὶ γρούζουν ἀνυπόμονα τροχίζοντας τὰ νύχια,
καὶ σὺ κοιμᾶσαι σὰν ἀρνί! Θανάση σὲ ζηλεύω!...
-Δὲν ἔχω πέτρινη ψυχή. Τοῦ κόσμου τὴ λαχτάρα
μέσα στὴ φλέβα τῆς καρδιᾶς σὰ σίδερο λυωμένο
τὴ νοιώθω π᾿ ἀναδεύεται καὶ μὲ σαρακοτρώγει.
Συχώρεσέ με, Πανουριᾶ, πρώτη φορὰν ἀπόψε
ἀφ᾿ ὅτου ζώνω τ᾿ ἄρματα μ᾿ ἐξάφνισε τ᾿ ἀστέρι.
Μὴ μὤχετε βαρύγνωμο. Ποιὸς ξέρει μὴν ἡ μοῖρα,
ἀδέρφια, μ᾿ ἀποκοίμησε γιὰ νὰ μὲ συνειθίσῃ
στοῦ τάφου τὸ τρισκότειδο. Ἐγὼ κι᾿ ὁ γερο Χάρος
ἐψὲς λογαριαστήκαμε, καὶ στὸ κατάστιχό του
ἕνα μικρὸ κατεβατὸ μένει ἄγραφο γιὰ μένα.
Γνοιαστῆτ᾿ ἐσεῖς τοὺς ζωντανούς. Ἐγὼ θὰ πολεμήσω
γιὰ τὰ παληά μας κόκκαλα. Στὴ φλόγα τοῦ πολέμου,
σὰ μέσα σ᾿ ἕνα θυμιατό, θὰ ρίξω τὸ κορμί μου
νὰ γένω νεκρολίβανο στὸ φοβερὸ τρισάγιο.
-Μὴν τὰ ξεσυνερίζεσαι τοῦ Πανουριᾶ τὰ λόγια.
Θυμήσου, Διάκε, μοναχά, πὼς ἄδειασεν ἡ φλέβα
τοῦ δύστυχου τοῦ γένους μας, καὶ μία ρανίδα τώρα
ἂν στάξῃ ἀπὸ τὸ αἷμα μας στὴ γῆ χωρὶς ἐλπίδα,
ἀντὶ νἆναι μνημόσυνο, μπορεῖ νἆναι κατάρα.
Ξέρω τί κρύβεις στὴν καρδιά, γνωρίζω τί θὰ κάμῃς...
-Ποιὸς μ᾿ ἐμαρτύρησε σ᾿ ἐσᾶς;
-Κανένας, μὴ θυμόνεις.
Εἶδα κ᾿ ἐγὼ τὴ μάνα σου ἀπόψε στὄνειρό μου
καὶ μοὖπε νἄρθω νὰ σ᾿ εὑρῶ καὶ νὰ σοῦ πῶ, Θανάση,
ποὺ ἂν χαλαστοῦμε σήμερα, θὰ νὰ δειλιάσῃ ὁ κόσμος
καὶ θὰ χουμήσῃ ἡ Ἀρβανιτιὰ πυκνὴ σὰν τὴν ἀκρίδα,
καὶ τἄλογο τοῦ Ὁμέρπασα ποιὸς θὰ τ᾿ ἀποστομώσῃ;
-Ὁ γυιὸς τοῦ Ἀνδρούτσου στὴ Γραβιά!
-Τί θέλεις, Δυοβουνιώτη;
Νὰ πάει τὸ Γοργοπόταμο θολὸ κ᾿ ἐντροπιασμένο
νὰ πῇ στὴν ἄγρια θάλασσα, πὼς δὲν εὑρέθηκ᾿ ἕνας
τὰ ξακουσμένα του νερὰ μὲ δυὸ ρανίδαις αἷμα
σ᾿ αὐτὸ τὸ πρῶτο βάφτισμα ν᾿ ἁγιάσῃ, νὰ μυρώσῃ;
Κ᾿ ἡ θάλασσα μουγκρίζοντας νὰ τρέξῃ στ᾿ ἀκρογιάλια,
σὰ φοβερὸς διαλαλητής, κι᾿ Ἀνατολὴ καὶ Δύση
νὰ μάθουν πῶς γιορτάζομε τὴ νεκρανάστασή μας;...
Νἆναι ὁ Βρυώνης στὰ Θερμιὰ καὶ νὰ μὴν εὕρῃ ἐμπρός του
δέκα κουφάρια ξαπλωτὰ γιὰ νὰ σκοντάψῃ ἐπάνω!
Νὰ μὴ βαφῇ τὸ πέταλο στοῦ ἀλόγου του τὸ νύχι!...
Ἀδέρφια, τἀποφάσισα καὶ μοναχὸς ἂν μείνω,
θ᾿ ἁπλώσω ὀργυιὰ τὰ χέρια μου, τὰ πόδια θὰ ριζώσω,
κι᾿ ἂν δὲ μὲ ξεχωνιάσουνε κι᾿ ἂν δὲ μὲ κατακόψουν,
δὲ θὰ μὲ διώξουν ἀπεκεί, δὲ θὰ μοῦ ἰδοῦν τὴ φτέρνα.
Καὶ σὺ τί λέγεις, Πανουριᾶ;
-Μ᾿ ἐθάμπωσε ἡ ἀχτίδα,
π᾿ ἀστράφτει ἀπὸ τὰ μάτια σου. Τριγύρω στὰ μαλλιά σου
παίζει τὸ γλυκοχάραμα. Μοῦ φαίνεσαι μεγάλος,
ψηλὸς ὡσὰν τὸν Ὄλυμπο καὶ στέκω καὶ προσμένω
ἐμπρός σου ἀκίνητος, βουβός, Διάκε, νὰ ἰδῶ τὸν ἥλιο,
π᾿ ὥραν τὴν ὥρα θὰ προβῇ ἀπ᾿ τ᾿ ἀντικέφαλό σου.
-Τί λόγος, γέρο Πανουριᾶ, τί φοβερὴ βλαστήμια
ξαγλίστρησ᾿ ἀπ᾿ τὰ χείλη σου! Αὐτὸ τὸ φῶς, ποὺ βλέπεις,
ἂς μὴ τὸ σκοτειδιάσωμε... Ἐσὺ στὴ Χαλκομμάτα
σῦρε νὰ ρίξης θέμελο. Στεῖλε τὸν Παπαντρία
νὰ πάῃ στοῦ Μουσταφάμπεη μὲ τὸν Κομνὰ τὸν Τράκα.
Καὶ πρὶν ἀρχίσῃ ὁ πόλεμος, θυμήσου ὁ Ἡσαΐας
νὰ βγῇ ψηλὰ στὸ ξέφαντο κ᾿ ἐκεῖθε νὰ κηρύξῃ
τὸν φοβερὸν τὸν ὅρκο μας, γιὰ νὰ γνωρίσῃ ὁ κόσμος
ὅτι τὸ ράσο τοῦ παπᾶ κ᾿ ἡ μίτρα τοῦ Δεσπότη
θὰ γένουν Χάρου φλάμπουρο καὶ σκιάχτρο καὶ σκοτάδι
καὶ κατασάρκι μελανὸ στὴν Ἅγια Τράπεζά μας,
ὅσο σ᾿ αὐτὰ τὰ χώματα δαφνοστεφανωμένη
ἡ δουλωμένη Ἐκκλησιὰ τὸ μέτωπο δὲ δείξῃ.
-Δὲν εἶμαι, Διάκε, Πανουριᾶς, νἆμαι γυναῖκα χήρα
καὶ νὰ μὲ πνίξῃ τὸ ψωμί, ποὺ ἐφάγαμε στὰ πλάγια,
ἂν λησμονήσω σήμερα τὸ βάφτισμα, τὸν ὅρκο.
-Ἐσὺ τὸ Γοργοπόταμο θὰ πιάσῃς, Δυοβουνιώτη,
καὶ πολεμώντας τὸν ἐχθρὸ λησμόνησε πὼς ἔχεις
κλεισμένο μὲς στὰ Γιάννινα τὸ Γιῶργο, τὸ παιδί σου.
Βλέπε τὸ ρέμμα τοῦ νεροῦ, κᾶμε το ν᾿ ἁρμυρίσῃ
μὲ δάκρυ τῆς Ἀρβανιτιᾶς. Στεῖλε το ματωμένο
στὰ μακρινὰ τ᾿ ἀδέρφια μας τὸν τρύγο σου νὰ φέρῃ
ὡσὰν πρωτόλουβο καρπό, μαζὶ μὲ τὤνομά σου.
Ὁ Βακογιάννης στὰ ριζά, καὶ πλεύρα στὸ γεφύρι
τῆς Ἀλαμάνας, Πανουριᾶ, θὰ στήσω τὸν Καλύβα.
Εἰς τὴν Δαμάστα μένω ἐγώ, σὰς τὸ ζητῶ γιὰ χάρη,
κι᾿ ὅταν ἀρχίσουνε... Σιωπή!... μοῦ ῾κάστηκε πὼς εἶδα
σὰν ἕναν ἴσκιο νὰ διαβῇ... Ἐσ᾿ εἶσαι, μωρὲ Μῆτρε;
-Ἐγᾦμαι, καπετάνιε μου.
-Πατεῖς βουβὰ τὴ νύχτα
καὶ δὲ σ᾿ ἐγνώρισα μὲ μιᾶς. Μὲ δίκηο νυχτοπούλι
σὲ κράζουν οἱ συντρόφοι μας. Τί φέρνεις παλληκάρι;
-Ἐκίνησε ὁ Ὁμέρπασας ἀπὸ τὸ λιανοκλάδι.
-Πέτα, ροβόλα, Πανουριᾶ... Στ᾿ ἄρματα, Δυοβουνιώτη...
Χριστὸς ἀνέστη, ἀδέρφια μου! Καλῶς ν᾿ ἀνταμωθοῦμε
ἀπόψε πάλαι νικηταί. Κι᾿ ἂν δὲ μὲ μεταϊδῆτε,
δὲν θέλω νὰ μὲ κλάψετε. Θέλω, σὰν πολεμᾶτε,
τὴν πρώτη σας τὴν τουφεκιά, τὸ πρῶτο σὰς τὸ βόλι
γιὰ μένα νὰ τὸ ρίχνετε, γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ Διάκου.
Ἐφιληθήκανε καὶ οἱ τρεῖς. Τὰ χείλη τοῦ Θανάση
ἐλουλουδίζανε χαρά, σπιθοβολοῦν τὰ μάτια,
στὸ κρύο τἀγέρι τοῦ βουνοῦ καπνίζει ὁ ἀνασασμός του,
λὲς ἀπὸ βράχου σχισματιὰ οἱ ἀκοίμηταις οἱ φλόγαις,
ὁποὺ κρυφόβραζαν βαθειὰ στοῦ γένους μας τὰ σπλάγχνα.
* * *

Χατζημιχαήλ Θεόφιλος-O ήρως Αθανάσιος Διάκος το 1821


Ἆσμα Τρίτον "Εἰκοστὴ τρίτη Ἀπριλίου"



Μνήμη τοῦ ἁγίου καὶ ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος
Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου

Λαλοῦν οἱ πέρδικαις γλυκὰ κι᾿ ὁ ἥλιος στὴ χαρά του

ἁπλώνει μίαν ἀχτίδα του καὶ ψηλαφίζει ὁ κλέφτης
τὰ παρδαλὰ τὰ στήθια τους κι᾿ αὐταὶς ἀναγαλλιάζουν.
Κατάκορφα στὸν οὐρανὸ πετιέται κι᾿ ὁ πετρίτης,
τ᾿ ἀητοὺ πρωτοπαλλήκαρο, νὰ βάψῃ τὰ φτερούγια
μὲς στὸν αἰθέρα τῆς αὐγῆς πρὶν ἔβγη στὴν παγάνα.
Πλένουν τὰ φύλλα στὴ δροσιὰ χαρούμενα τὰ ρείκη,
καὶ στὸ ἐλαφρὸ τὸ φύσημα τοῦ ἀγέρα, ποὺ διαβαίνει,
συναπαντοῦσε φιλικὰ μὲ τὸν ἀνασασμό του
τὸ θρούμπι τὴν ἀλιφασκιά, τὸ σφελαχτὸ ἡ μυρτούλα.
Δακρύζουνε τ᾿ ἀπάρθενα τὰ χιόνια στὸ λιοπύρι,
ἀκούοντ᾿ οἱ νεροσυρμαὶς ἀπὸ ἐγκρεμὸ σὲ βράχο
νὰ παραδέρνουνε γοργὰ καὶ λὲς μὲ τὴ γαργάρα
π᾿ ἀνάκραζαν τὴν κλεφτουριὰ καὶ τὴν ἀποζητοῦσαν.
Ἐκυματίζαν τὰ σπαρτά, χαρὰ τοῦ ζευγολάτη,
καὶ κάπου κάπου ἀνάμεσα ξεπρόβαιν᾿ ἕνα στάχυ
καὶ ἔγερν᾿ ἐδῶ, κ᾿ ἔγερν᾿ ἐκεῖ τὸ τρυφερὸ κεφάλι,
ὡσὰν νὰ παραμόνευε νὰ ἰδῇ κι᾿ αὐτὸ τὸ Διάκο.
Κι᾿ ὡστόσο ἀνθρώπινη φωνὴ μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο,
ποὺ φαίνεται ὁλοζώντανος, καμμιὰ δὲν ἀγροικιέται,
οὔτε φλογέρα πιστικοῦ, οὔτε χαρᾶς τραγοῦδι
οὔτ᾿ ἀγωγιάτη σάλαγος. Ἐφαίνετ᾿ ὅλη ἡ φύσις
λουλούδι χωρὶς μυρωδιά, κόρη γλυκειά, πανώρηα,
ὁποὺ ἐγεννήθηκε βουβὴ κι᾿ ὁποὺ τὴν παραστέκει
ἡ μαυρισμέν᾿ ἡ μάνα της νὰ ἰδῇ μὴν ξεχαράξῃ
μαζὶ μ᾿ ἕνα χαμόγελο στὰ χείλη κ᾿ ἡ λαλιά της.
Ἀστράφτουνε, λαμποβολοῦν τριγύρω στὴ Δαμάστα
ἄλλοι στρωμένοι κατὰ γῆς ἄλλοι στὸ διπλοπόδι
περήφανοι, σιωπηλοί, τρακόσιοι ἀνδρειωμένοι.
Ἐπάνωθέ τους κάτασπρο τὸ φλάμπουρο τοῦ Διάκου
ἀνέμιζε τρομαχτικό, καὶ στὸ ξεδίπλωμά του
λεβέντης ἀστραπόμορφος ἐπρόβαινε ὁ Ἅη Γιώργης
μὲ τ᾿ ἄγριό του τ᾿ ἄλογο κρατώντας καρφωμένο
τ᾿ ἄσπλαγχνο τὸ κοντάρι του στὸ διάπλατο λαρύγγι
τοῦ φοβεροῦ τοῦ δράκοντα, ποὺ δέρνεται στὸ χῶμα.
Ποιὸς ἐσυντύχαινε κρυφὰ μὲ τοῦ σπαθιοῦ τὴν κόψη
κ᾿ ἐπάνω της ἐξέσερνε γοργὰ τὸ δάχτυλό του,
ποιὸς ἐπελέκαε τεχνικὰ τὴ στουρναρόπετρά του
στὸ λύκο τοῦ καρυοφυλλιοῦ, ποιὸς τρίβει τὰ παφήλια
συγνεφιασμέν᾿ ἀπὸ νοτιὰ καὶ ποιὸς γιὰ νὰ ξεδώσῃ
ἐθόλωνε μὲ τὸν ἀχνὸ τοῦ μαχαιριοῦ τὴ λάμψη.
Κανένας δὲν ἀνάσαινε. Σ᾿ ἕνα κοντρὶ μονάχος
κυττάζει ὁ Διάκος σιωπηλὸς κατὰ τὸ Λιανοκλάδι.
Ἔξυπνος κι᾿ ὀνειρεύεται. Ἀπὸ τὸ ριζοβοῦνι,
ἀνέβηκε κ᾿ ἡ καταχνιά, ψιλὸς ἀφρὸς τοῦ ἀγέρα,
καὶ μία στιγμὴ τὸν ἔκρυψε στὴ δροσερὴ ἀγκαλιά της
* * *

Ἆσμα Τέταρτον. "Ἀποκάλυψις" [ἀπόσπασμα]


Κοιμᾶται ἀκόμα ἡ Ἀρβανιτιά, χορτάτη, ἀποσταμένη,

μὲς στὴν πυκνὴ τὴ χλωρωσιά. Τόσες χιλιάδες κόσμος,
κι οὔτ᾿ ἕνα ὄνειρο γλυκό, οὔτ᾿ ἕνα καρδιοχτύπι!
Στοῦ ὕπνου τῆς τὴ συγνεφιὰ δὲν ἔλαμπαν ἐλπίδες,
δὲ φέγγει πόθος μακρυνός. Στὰ μάτια τῆς μαυρίλα
καὶ στὴν καρδιὰ τῆς ἐρημιά. Τ᾿ ἀνθρώπινα κοπάδια
ἀπ᾿ τὸ βαρὺ τὸν κάματο βουβά, ἀποκαρωμένα,
μὲς στὰ λουλούδια τ᾿ Ἀπριλιοῦ μαυρολογοῦν, πλαγιάζουν,
σὰν νά ῾τανε συντρίμματα, χορταριασμένες πέτρες
ὁποὺ εἶχε πάρει ὁ χαλασμὸς ἀπὸ κανέναν πύργο
καὶ τά ῾χε σπείρει ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ μὲ τοῦ σεισμοῦ τὸ χέρι.

Ἀκόμα ἡ Πούλια εἶναι ψηλὰ καὶ τῆς αὐγῆς ἀκόμα

τ᾿ ὀρνίθι δὲν ἐλάλησε. Προτοῦ νὰ βασιλέψῃ
τὸ δρέπανο τοῦ φεγγαριοῦ σ᾿ ἑνὸς βουνοῦ τὴ ράχη
ἐστάθηκε γιὰ μία στιγμὴ καὶ πικραμένο ρίχνει
τὴν ὕστερή του τὴ ματιὰ στὸ ἔρμο τὸ Ζητούνι.
Ἐμαύρισαν οἱ λαγκαδιές. Στὸ μελανό του κῦμα
τ᾿ ἀγέρι πνίγει τὰ σπαρτά, τὰ δέντρα, τὰ λιβάδια,
γένονται θάλασσα οἱ στεριές, λὲς ὅτι αὐτὸ τὸ βράδυ
ᾖρθε μὲ δυὸ μεσάνυχτα κι ἀργεῖ νὰ ξημερώσῃ.
Μὲς στὸ σκοτάδι τὸ βαθὺ χιλιόχρονο ρουπάκι
φοβέριζε τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾿ ἀγριομανητό του.
Στοιχειὸ τῆς γῆς περήφανο, βουλήθηκε νὰ φτάσῃ
τὰ σύγνεφα μὲ τὰ κλαριά, τὸν Ἅδη μὲ τὴ ρίζα,
καὶ δὲν ἀνανοήθηκε ποὺ ὁ χαλαστὴς ὁ χρόνος
τοῦ ῾χε φωλιάσει στὴν καρδιὰ καὶ τὤσκαφτε λαγοῦμι
δουλεύοντας σιγὰ σιγὰ μὲ τὰ σκυλόδοντά του.

Εἰς τὸν βαρὺν τὸν ἴσκιο του περίχαρο λουλοῦδι

ποτὲ δὲν ἐξεφύτρωσε. Οὔτε τὸ χαμομήλι
οὔτε ἡ χολάτη ἡ κυκλαμιά. Ὁλόγυρά του σπλόνοι
καὶ δρακοντιὲς φαρμακερές. Στὸ χῶμα κάπου κάπου
σπαρμένα ραχοκόκκαλα, ποὺ τά ῾χε ξεσαρκώσει
ὁ τραπεζίτης τοῦ σκυλιοῦ, τοῦ κόρακα τὸ νύχι,
ἐσέποντο χωρὶς ταφή. Κι ἀνίσως πλανεμένος
κανεὶς ἐδιάβαινε ἀπ᾿ ἐκεῖ κ᾿ ἔνοιωθε τὰ σαράκια
νὰ πριονίζουν ἄγρυπνα τὰ κούφια κατακλείδια
κι ὁλονυχτὶς νὰ τρίζουνε, ἔκανε τὸ σταυρό του
κι οὔτε ποὺ γύριζε νὰ ἰδῇ τὸ φοβερὸ τὸ δέντρο.

Στὴν μαύρη τὴν κουφάλα του ἐμόνιαζε ἕνας γύφτος,

γέροντας, κακοτράχαλος, βουβός, φωτοκαμένος,
ἀνάθρεμμα τῆς εὐλογιᾶς, τῆς λώβας στερνοπαίδι.
Τὸν ἔβοσκε βαθὺ χτικιό, τοῦ θέριζε τὰ σπλάγχνα
ἔχθρα κρυφή, παντοτινή, γιὰ τ᾿ ἄνθη, γιὰ τ᾿ ἀστέρια,
γιὰ τοῦ παιδιοῦ τὴν εὐμορφιά, κ᾿ ἔτρωγε μὲ τὸ μάτι
ὅ,τι τὸ χέρι τὸ σκληρὸ δὲν ἔφτανε νὰ φθείρῃ.
Ἔκλωθε τὴ σαπίλα του στρωμένος στὰ ξεσκλίδια,
ποὺ τὤφερνε πᾶσα φορὰ τὸ κλεψιμιό, ἡ κρεμάλα.
Ἀχώριστοί του σύντροφοι σφυριά, τριχιές, ἀμόνι,
στουρνάρια γιὰ τὸ γδάρσιμο, παληόκαρφα, ψαλίδες,
μιὰ νυχτερίδα, ἕνας σκορπιός, μιὰ κίσσα, μιὰ χελῶνα.
Κανένας δὲν ἐγνώριζε στὴ Λιβαδειὰ πῶς ᾖρθε.
Τὸν εἶχε ρίξει σύγνεφο;... Τὸν εἴχανε ξεράσει
τὰ χώματα τοῦ ρουπακιοῦ;... Κανένας δὲν τὸ ξέρει.
Ὅταν τὴ νύχτα στὸν τροχὸ τὰ σύνεργα ἐπερνοῦσε
κι ἀνάδευε τὰ χέρια του κ᾿ ἔτρεμε τὸ κεφάλι,
παρασαρκίδα ἀφύσικη μὲς στὴν κοιλιὰ τοῦ δέντρου,
ἐφάνταζεν ἀπὸ μακρὰ ὅτι ἦτον θεριεμένο
χταπόδι στὴ θαλάμη του, ποὺ πρόσμενε κυνήγι
κι ἀνήσυχο παράδερνε μὲ τοὺς ἀποκλαμούς του.

Σ᾿ αὐτὸν τὸν λάκκο ἀποβραδὺς θαμμένος εἶν᾿ ὁ Διάκος,

τ᾿ ἀστροπελέκι τοῦ βουνοῦ σβυέται σ᾿ αὐτὸ τὸ μνῆμα.
Χαρούμενο στ᾿ ἁρπάγια του τὸν ἔχει τὸ σφαλάγγι
καὶ τοῦ βυζαίνει τὴν ψυχή. Ξερὲς παλαμονίδες
τοῦ στρώνει μέσα στὴ σπηλιὰ καὶ τόνε ρίχνει ἐπάνω.
Μὲ δαγκανάρια, μὲ σχοινὶ τὰ χέρια ξεκλειδόνει
καὶ τὰ φορτόνει σίδερα, τοῦ δένει τὰ ποδάρια,
χαλκᾶ τοῦ σφίγγει στὸ λαιμό. Τὰ στήθια του πλακόνει
μ᾿ ἕνα ἀγκωνάρι κοφτερό. Τὰ σερπετὰ μαυλίζει
καὶ τὰ τινάζει ἐπάνω του... Ὕστερα, διπλοπόδι,
τὰ παραμόνευε ὁ φονιὰς μὴν ἀποκοιμηθοῦνε
κι ἀφήσουν ἀτελείωτο τὸ νυχτοκάματό τους.
Ἀκοίμητο, ἀγρυπνοῦσ᾿ ἐκεῖ καὶ τοῦ Θεοῦ τὸ μάτι.

Χιλιάδες ᾔρθανε μὲ μιᾶς τριγύρω στὸ Θανάση

ψυχὲς μεγαλοδύναμες ἀπὸ τὸν ἄλλον κόσμο
μὲ τὰ παληά τους βάσανα, μὲ τὴν παλληκαριά τους,
καὶ τοῦ φιλοῦν τὸ μέτωπο καὶ τὸν περιδροσίζουν.
Στὴ σκοτεινή του φυλακή, γαλανοφορεμένες,
ἁπλόνουν τὰ φτερούγια τοὺς κ᾿ ἐπάνωθέ του ἀνοίγουν
βαθύν, ἀπέραντο οὐρανὸ καὶ τοῦ τὸν ἀστερόνουν
μ᾿ ἀθάνατες ἐνθύμησες, μοσχοβολιὲς τοῦ τάφου.

Καταίβηκε ὁ Φιλόθεος μὲ θυμιατὸ στὸ χέρι

καὶ λιβανίζει κ᾿ εὐλογᾷ. Μαζί του κι ὁ Δημήτρης
κρατώντας στὸ δισάκκι του κρυμμένα τοῦ Δεσπότη
τ᾿ ἀγαπημένα λείψανα, σὰ νὰ ζητοῦσε ναὕρῃ
λιγάκι χῶμα, ψυχικό, ἐλεύθερη μίαν ἄκρη
γιὰ νὰ τὰ θάψῃ ὁ δύστυχος. Τοὺς συντροφεύει ὁ Κούρμας,
πλατύς, ψηλὸς σὰν ἔλατος, κι ὁ Πάνος Μεϊντάνης
μὲ τὸ μικρὸ Χορμόπουλο καὶ μὲ τὸ Σπαθογιάννη.
Εἶδε τοῦ Βάλτου τὸ θεριό, τὸ Χρῆστο τὸ Μιλλιόνη,
μὲ τὴ στερνή του τὴν πληγή. Τὸ Γιάννη Μπουκουβάλα
γυμνὸ βαστώντας τὸ σπαθὶ σὰν νά ῾φτανε τρεχάτος
ψηλ᾿ ἀπὸ τὸ Κεράσοβο. Σιμά του ὁ Μητρομάρας.
Ἐφάνηκε ὕστερα ὁ Σταθᾶς, θολός, ἀνταριασμένος,
θαλασσοπούλι, πὤσταζεν ἀφροὺς ἀπ᾿ τὴν Κασσάνδρα.
Ὁ Ζῆδρος ὁ ἀνήμερος. Ὁ Θύμιος ὁ Βλαχάβας,
πού ῾χε παράπονο κρυφὸ γιατ᾿ ἦτον πεθαμένος
καὶ δὲν μποροῦσε μία φορὰ νὰ μαρτυρήσῃ ἀκόμα
γιὰ τὤνειρό του τὸ γλυκό. Ὁ Βλαχαρμάτας Βέργος.
Ὁ Λιὰς ἀπὸ τὴ Βίδαβη. Ἐπέρασε ὁ Λαμπέτης
καὶ δείχνει τ᾿ Ἀστραπόγιαννου τὴν κάρα ματωμένη
στὴν ἀγκαλιά του τὴν πιστή. Ἐκεῖ κι ὁ Ἀμπελογιάννης
μὲ τρεῖς θηλειές, ποὺ ἑσφίγγανε τὸν ἄγριο λαιμό του.
Ὁ Κωνσταντάρας, πὤφερνε στὸν ὦμο τὸ παιδί του
σφαμμένο μὲ τὰ χέρια του, μονάκριβή του κλῆρα,
γιατί, κακούργιο, ἐντρόπιαζε τ᾿ ἄρματα, τὴ γενειά του.
Ὁ Λάζος, ὁ Βρυκόλακας, ὁ γερο Κώστας Πάλλας,
ὁ Καλιακούδας ὁ Λουκᾶς, ὁ Χρόνης, ὁ Γυφτάκης,
τ᾿ Ἀνδρούτζου τ᾿ ἄσπρο φάντασμα, τρανὸ σὰν τὸ Βελούχι
μὲ τὸν ψυχοπατέρα του τὸ Βλάχο τὸ Θανάση,
λιοντάρια, ποὺ δὲν ἄφιναν τὸν Ἅδη σ᾿ ἡσυχία.
Ὁ Λιάκος ἀπ᾿ τὸν Ὄλυμπο. Ἐκεῖ κι ὁ Κοντογιάννης,
ποὺ γύρευε συγχώρεση νὰ πάῃ γιὰ τὸ Μῆτσο.
Ὁ Κατζαντώνης, πὤδειχνε μὲ κρυφοπερηφάνεια
στὸ κόκκαλό του τὸ σφυρί... Ὁ Δίπλας στὸ πλευρό του.
Ὁ Ἀλέξης ὁ Καλόγερος, οἱ Κατζικογιανναῖοι,
ἀχώριστοι στὸ σκοτωμό, στὸ μνῆμ᾿ ἀδερφωμένοι.
Τῆς Λάμιας ὁ σταυραητὸς πλακόνει ὁ Χρῆστος Γρίβας.
Σὲ φλογισμένο σύγνεφο διαβαίνει θρονιασμένος,
ἐμπρὸς στὸ Διάκο ὁ Σαμουήλ, τῆς Κιάφας ὁ προφήτης.
Κρατεῖ στὴ ζώνη τὰ κλειδιά, ποὺ πῆρε ἀπὸ τὸ Κούγγι
ὅταν τὸν ἔφαγε ἡ φωτιά. Ἀχτίδες τὰ μαλλιά του,
τὰ γένεια σπίθες καὶ καπνός. Οἱ πέντε του συντρόφοι
στὸν ὦμο τους τόνε βαστοῦν. Ἀνέμιζαν τριγύρω
στὸ φοβερὸ καλόγερο παιδιὰ βυζασταρούδια,
ἀγράμπελες ποὺ ἐφύτρωσαν στὸ βράχο τοῦ Ζαλόγγου,
καθένα τοῦ ῾χε ἡ μάνα του στὴν τραχηλιὰ τῆς ρόδο
κ᾿ ἀνάμεσό τους φαίνεται ὁ γερο πολεμάρχος
σὰν περατάρης γερανός, ποὺ σέρνει στὰ φτερούγια
τὰ χελιδόνια τοῦ Μαρτιοῦ δαρμέν᾿ ἀπ᾿ τὴν ἀντάρα.
M᾿ ἀνέλπιστη παρηγοριὰ ὁ πεθαμένος κόσμος
τὸ πονεμένο τὸ κορμὶ ραντίζει τοῦ Θανάση,
κι ἐπίστεψεν ἀπὸ μακρὰ ὅτ᾿ εἶδε τὸ λημέρι,
ποὺ τὴν ψυχή του ἐπρόσμενε. Ἐρρίζωσε ἡ καρδιά του
βαθύτερα στὰ σωθικά, τοῦ φώλιασε στὰ μάτια
γλυκειὰ τῆς μάνας του ἡ εὐχή. Σκοτείδιασε τὸ φῶς του
κι ἀποκαρώθηκε ὁ φτωχός. Τὰ σερπετὰ δειλιάζουν
στ᾿ ἀγώγι τους καὶ φεύγουνε. Νεκρόνεται κι ὁ γύφτος,
ἡ φύσις ὅλη ἐσίγησε, λὲς κ᾿ ἤθελε ν᾿ ἀφήσει
ἐλεύθερα νὰ καταιβοῦν τὰ ὀνείρατα τοῦ Διάκου.

K᾿ ἰδοὺ τοῦ ῾κάστηκε μὲ μιᾶς ὅτ᾿ εἶδε τὴν κουφάλα

τοῦ δέντρου ν᾿ ἀναδεύεται. Τοῦ ρουπακιοῦ τὰ φύλλα
νὰ πέσουν ὅλα κατὰ γῆς, νὰ μεταμορφωθοῦνε,
νὰ γένουν σάρκες ζωντανές, καὶ τ᾿ ἄψυχο τὸ ξύλο
νὰ λάβῃ ἀνθρώπινη μορφή. Ἡ φλούδα μοναχή της
χωρίζει, ξεδιπλώνεται, καὶ τότε μὲ τὸ χέρι,
τὸ σιωπηλὸ τὸ φάντασμα, ποὺ στέκει ἐπάνωθέ του,
τὴ σήκωσε, τὴν ἔρριξε στὴν πλάτη του σὰ ράσο,
κ᾿ ἔμειν᾿ ἐμπρός του ἀκίνητο... Τριγύρω στὸ λαιμό του
χαράκι κόκκινο βαθύ, σὰν νά ῾θελε περάσῃ
ἐκεῖθε ἡ κόψη τοῦ σπαθιοῦ...


 Αρ .Βαλαωρίτης   προσευχή το Διάκου



τανε νύχταΤ βουνά, ο λαγκαδιαίς, τ δέντρα,
ο βρύσαις, τ᾿ γριολούλουδα,  ορανός, τ᾿ γέρι,
στέκουν βουβ ν᾿ κούσουνε τν προσευχ το Διάκου.


«ταν  μαύρ᾿  μάνα μου, μπρς σ μίαν εκόνα,

Πλάστη μου, μ᾿ γονάτιζε μ σταυρωτ τ χέρια
κα μώλεγε ν δεηθ γι κειος πο τ χειμνα
σ λύκοι τρέχαν στ βουνά, μ χιόνια, μ᾿ γριοκαίρια
γι ν μ ζονε στ ζυγό, νοιωθα τ φωνή μου,
ν ξεψυχάει στ χείλη μου. σπάραζε  καρδιά μου,
μο τρέμανε τ γόνατα, σν νθελε  ψυχή μου
ν φύγ μ τ δέηση π τ σωθικά μου.στερα μλεγε κρυφ ν σο ζητ τ χάρη
ν μ᾿ ξιώσς μία φορ να σπαθ ν ζώσω
κα ν μν ρθ  θάνατος ν μ᾿ ερ, ν μ πάρ
πρν πολεμήσω λεύθερος, γι σ πρν τ ματώσω.
Πατέρα παντοδύναμε! κουσες τν εχή μου.
μο φύτεψες μς στν καρδι γάπη, πίστη, λπίδα,δωκες μίαν χτίδα σου, θέρα στ σπαθί μου
κα μοπες: Τώρα πέθανε γι μέ, γι τν πατρίδα!
……………………..
Κ᾿ μες θ πμε μ χαρ σ᾿ ατν τν καταρράχτη.πάνωθέ μας θσαι σύ, κα τ πατήματά μας
θ νχουνε γι στήριγμα τ φοβερή τη στάχτη,
πμεινε σπίθ᾿ κοίμητη βαθει στ σωθικά μας.
Δυνάμωσέ μας, Πλάστη μου! Γι ν᾿ κουστ στ Δύση
πς δν πονεκρώθηκε κα πς θ᾿ νθοβολήσ
τώρα μ τ Μαγιάπριλα  δουλωμένη χώρα.
Ελογημέν᾿  ρα!»σκυψ᾿  Διάκος ς τ γσφιξε μ τ χείλη
κ᾿ φίλησε γλυκ γλυκ τ πατρικό του χμα.βραζε μέσα του  καρδιά, κα στ ματόκλαδά του
καθάριο, φωτοστόλιστο, ξεφύτρωσ᾿ να δάκρυ…
Χαρ στ χόρτο πλαχε ν πι σ τέτοια βρύση!

*

Πλαγιάζει ὁ λιονταρόψυχος! Τοῦ ὕπνου του οἱ ὥραις
ὅσο κι᾿ ἂν φύγουν γρήγορα, μεσότοιχο θὰ γένουν
ν᾿ ἀποστομώσουν τὸ θολό, τ᾿ ἀγριωμένο κῦμα
τοῦ χρόνου ποὺ μᾶς ἔπνιξε. Μ᾿ ἐκείνην τὴν ρανίδα
πὤσταξ᾿ ἀπὸ τὰ μάτια του θὰ ξεπλυθῇ ἡ μαυράδα,
ποὺ ἐλέρωνε τῆς μοίρας μας τὸ νεκρικὸ δεφτέρι.
Ὁ Διάκος στὸ κρεββάτι του, ζωσμένος τὴ φλοκάτη,
σὰν ἀητὸς μὲς στὴ φωλειά, ὀλάκαιρο ἕνα γένος
ἔκλωθ᾿ ἐκείνην τὴν βραδειά. Ὅταν προβάλ᾿ ἡ μέρα,
θὰ νἄβγουν τ᾿ ἀητόπουλα μὲ τροχισμένα νύχια,
μὲ θεριεμένα τὰ φτερά, ν᾿ ἀρχίσουν τὸ κυνήγι…
Πλάστη μεγαλοδύναμε! Ἀξίωσέ μας ὅλους,
πρὶν μᾶς σκεπάσῃ ἡ μαύρη γῆ, στὰ δουλωμένα πλάγια
νὰ κοιμηθοῦμε μία νυχτιὰ τὸν ὕπνο τοῦ Θανάση.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ "Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΔΙΑΚΟΥ "

Aντίκρυ του, σαν όμορφο
του Φειδίου άγαλμα
καθόντανε σε μάρμαρο
εκείνος ο μεγάλος
της Αλαμάνας ήρωας,
σαν Λεωνίδας άλλος,
ο Διάκος ο καταστροφεύς
κι εχθρός του Κορανίου.

Κοιτάζει όλους μια φορά
μ' αστραπηβόλα μάτια,
και με μια σοβαρότητα.
Το ζέρβιο χέρι βάνει
μέσ' στο ζερβί του το πλευρό. 
Βγάζει το γιαταγάνι,
και λέγει: «Αδέλφια, βλέπετε? 
Γίνηκε δυο κομμάτια
αυτό το γιαταγάνι μου
κι αυτό το τσακισμένο
τουφέκι μου· θα μαρτυρούν 
πάντα το θάνατο μου,
το θάνατό μου το σκληρό
και το μαρτύριο μου,
μέσ' στ' Αλαμανογέφυρο
το τόσο δοξασμένο.

Άκουσα ότι στα βουνά
μαύρη Τουρκιά πλακώνει,
ότι Σκορδιάνους διαλεχτούς 
δέκα οχτώ χιλιάδες
από κοντά τους φέρνουνε
δυό λύκοι, δυό πασσάδες,
κειός ο Κιοσέ Μεχμέτ - πασσάς, 
με τον Ομέρ - Βρυώνη.


Έμεινα με σαράντα οχτώ 
συντρόφους, παλληκάρια.
Την Αλαμάνα πιάσαμε. 
Ανάφτει το τουφέκι.
Και κάθε, κάθε μας φωτιά 
ήταν αστροπελέκι.
Τρεις ώρες πολεμήσαμε
πίσω 'πό τα λιθάρια.

Τη μιά χιλιάδα των Τουρκών 
σκορπίζαμε κι η άλλη 
πυκνότερη μας πλάκωνε. 
Σκορπιότανε κι εκείνη,
και πίσω της άλλη φωτιά 
άναφτε σαν καμίνι.
Κι εμείς τους εσκορπίζαμε
με λύσσα και με ζάλη.

Τα βόλια μας επέφτανε
ζεστά στους Οσμανλήδες
κι εκείνοι στρώνονταν στη γη.
 — Παιδιά! μη φοβηθήτε, 
παλληκαράδες, φώναξα,
σαν Έλληνες σταθήτε! 
Κτυπάτε! μη σας φύγουνε
της νίκης οι ελπίδες!

Φλογίσθη το τουφέκι (μου)
και σχίσθηκε στη μέση.
Τότε ορθός πετάζομαι,
τη σπάθη μου γυμνώνω
και μπαίνω μέσα στην Τουρκιά
και σφάζω και σκοτώνω,
κι Όμέρ - Βριώνης γλύτωσε
απ' το σπαθί να πέσει.


Άξαφνα μούρθε τουφεκιά,
σα φλεγορό χαλάζι. 
Τσακίσθηκε κι η σπάθη μου 
και το δεξί μου χέρι.
Αδειάζω τα πιστόλια μου
και φώναξα στο ασκέρι
να με σκοτώσουνε.
Κανείς δε μ' απαντάει, δεν κράζει

Έπεσα τότε ζωντανός
στους Τούρκους και μ' αρπάζουν.
Στη μέση τους με βάλανε
οι άπιστοι φονιάδες.
Χιλιάδες μπρος και στα πλευρά,
και πίσω μου χιλιάδες.
Μου λέγουν Τούρκος να γενώ
και χρήματα μου τάζουν.

Κι Ομέρ - Βριώνης μυστικά
μ' ερώταγε στο δρόμο:
«Γίνεσαι Τούρκος, Διάκο μου, 
την πίστι σου ν' αλλάξεις,
να προσκυνήσεις στο τζαμί
και τον Αλλάχ!!!... να κράξεις??»
Κι εγώ πικρά τον ύβριζα,
και πήρε φόβο, τρόμο.

«Πάτε και σεις, κι η πίστη σας, 
μουρτάρηδες, χαθήτε,
Διάκος εγώ γεννήθηκα
και Διάκος θα πεθάνω.
Δε θέλω τη θρησκεία σας
και τα φλουριά τα χάνω»
Πέντ’  εξ ήμερες τη ζωή,
αν, θέλετε, μ' αφήτε.

Λυσσάζουν από το θυμό
οι σκύλοι. Με περνούνε
σ' ένα ελάτινο σουβλί, 
ολόρθονε με σταίνουν,
φωτιά με ξύλ' αναφτούνε
και στη φωτιά με ψένουν
σαν το κριάρι [το σφακτό]. 
Και ψητόν στο λόγγο με πετούνε.»

Είπε και σιωπή βαθειά
όλους εκεί πλακώνει·
όλοι τον Διάκο άκουγαν
κανένας δεν μιλάει.
Κρυφά, σιωπηλά ο εις 
τον άλλονε τηράει..........
Από την τριλογία του Κώστα Κρυστάλλη: ΑΙ ΣΚΙΑΙ ΤΟΥ ΑΔΟΥ, Άσμα δεύτερον-Ο Παράδεισος


ΠΙΝΑΚΑΣ  Φ. ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ

Κ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ Ο Διάκος


Μέρα του Απρίλη.

Πράσινο λάμπος,
γελούσε ο κάμπος
με το τριφύλλι.

Ως την εφίλει

το πρωινό θάμπος,
η φύση σάμπως
γλυκά να ομίλει.

Εκελαδούσαν

πουλιά, πετώντας
όλο πιο πάνω.

Τ’ άνθη ευωδούσαν.

Κι είπε απορώντας:
«Πώς να πεθάνω;»


ΔΗΜΟΤΙΚΑ  ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ι) Τρία πουλάκια κάθουνταν ψηλά στη Χαλκουμάτα.
Το `να τηράει τη Λειβαδιά και τ’ άλλο το Ζητούνι, 
το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέει:
Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα.
Μην ο Καλύβας έρχεται, μην ο Λεβεντογιάννης;
Νουδ’ ο Καλύβας έρχεται νουδ’ ο Λεβεντογιάννης.
Ομέρ Βρυώνης πλάκωσε με δεκαοχτώ χιλιάδες.

Ο Διάκος σαν τ’ αγροίκησε πολύ του κακοφάνη.
Ψηλή φωνή εσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει.
"Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλληκάρια, 
δώσ’ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις χούφτες, 
γλήγορα για να πιάσουμε κάτω στην Αλαμάνα, 
που `ναι ταμπούρια δυνατά κι όμορφα μετερίζια".

Παίρνουνε τ’ αλαφριά σπαθιά και τα βαριά τουφέκια, 
στην Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια.
"Καρδιά, παιδιά μου" φώναξε, "παιδιά μη φοβηθείτε, 
σταθείτε αντρειά σαν Έλληνες και σαν Γραικοί σταθείτε".

Ψιλή βροχούλα έπιασε κι ένα κομμάτι αντάρα, 
τρία γιουρούσια έκαμαν, τα τρία αράδα αράδα.
Έμεινε ο Διάκος στη φωτιά με δεκαοχτώ λεβέντες.
Τρεις ώρες επολέμαε με δεκαοχτώ χιλιάδες.
Βουλώσαν τα ταμπούρια του κι ανάψαν τα τουφέκια
κι ο Διάκος εξεσπάθωσε και στη φωτιά χουμάει.
Ξήντα ταμπούρια χάλασε κι εφτά μπουλουκμπασήδες
και το σπαθί του κόπηκε ανάμεσα απ’ τη χούφτα
και ζωντανό τον έπιασαν και στον πασά τον πάνουν.
Χίλιοι τον παν από μπροστά και χίλιοι από κατόπι.

Κι ο Ομέρ Βρυώνης μυστικά στον δρόμο τον ερώτα:
"Γίνεσαι Τούρκος Διάκο μου, την πίστη σου ν’ αλλάξεις, 
να προσκυνήσεις στο τζαμί, την εκκλησιά ν’ αφήσεις";
Κι εκείνος τ’ αποκρίθηκε και στρίβει το μουστάκι:
"Πάτε κι εσείς κι η πίστη σας, μουρτάτες να χαθείτε!
Εγώ Γραικός γεννήθηκα Γραικός θε ν’ αποθάνω.
Α, θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες
μόνον εφτά μερών ζωή θέλω να μου χαρίστε, 
όσο να φτάσει ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βόγιας".
Σαν τ’ άκουσε ο Χαλίμπεης, αφρίζει και φωνάζει:
"Χίλια πουγκιά σας δίνω γω κι ακόμα πεντακόσια, 
το Διάκο να χαλάσετε, το φοβερό τον κλέφτη, 
γιατί θα σβήσει τη Τουρκιά κι όλο μας το ντοβλέτι".

Το Διάκο τότε παίρνουνε και στο σουβλί τον βάζουν.
Ολόρτο τον εστήσανε κι αυτός χαμογελούσε, 
την πίστη τους τους ύβριζε, τους έλεγε, μουρτάτες:
"Σκυλιά, κι α’ με σουβλίσετε ένας Γραικός εχάθη.
Ας είναι ο Οδυσσεύς καλά και ο καπετάν Νικήτας, 
που θα σας σβήσουν την Τουρκιά κι όλο σας το ντοβλέτι".

ΙΙ) Τρία πουλάκια κάθονταν στου Διάκου το ταμπούρι


το 'να τηράει τη Λειβαδιά και τ' άλλο το Ζητούνι,

το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέει.
-Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα.
Μην ο Καλύβας έρχεται, μην ο Λεβεντογιάννης;
-Νουδ' ο Καλύβας έρχεται, νουδ' ο Λεβεντογιάννης.
Ομέρ Βρυώνης πλάκωσε με δεκαοχτώ χιλιάδες.

Ο Διάκος σαν τ' αγροίκησε πολύ του κακοφάνει.

Ψηλή φωνή εσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει.
-Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλικάρια,
δώσ' τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις χούφτες,
γλήγορα και να πιάσουμε κάτω την Αλαμάνα,
που 'ναι ταμπούρια δυνατά κι όμορφα μετερίζια.

Παίρνουνε τ' αλαφρά σπαθιά και τα βαριά τουφέκια,

στην Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια.
-Καρδιά παιδιά μου, φώναξε, παιδιά, μη φοβηθείτε!
Σταθείτε αντρειά σαν Έλληνες και σα Γραικοί σταθείτε!



ΙΙΙ) "Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά, μη φοβηθείτε
Ανδρεία, ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθείτε".
Εκείνοι εφοβήθησαν κι εσκόρπισαν στους λόγκους.
Έμειν΄ ο Διάκος στη φωτιά με δεκαοχτώ λεβέντες,
Τρεις ώρες επολέμαε με δεκαοχτώ χιλιάδες,
Σχίστηκε το τουφέκι του κι εγίνηκε κομμάτια
και το σπαθί του έσυρε και στη φωτιά εμβήκεν.
Έκοψε Τούρκους άπειρους, κι εφτά Μπουλουκμπασήδες*,
Πλην το σπαδί του έσπασεν απάν΄ από τη χούφταν.
Κ΄ έπεσ΄ ο Διάκος ζωντανός εις των εχθρών τα χέρια.
Χίλιοι τον πήραν απ΄ εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω.
Κι Ομέρ Βρυώνης μυστικά στον δρόμο τον ερώτα:
- "Γίνεσαι Τούρκος Διάκο μου, τη πίστι σου ν΄ αλλάξεις;
Να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιά ν΄ αφήσεις":
Κ΄ εκείνος τ΄ αποκρίθηκε και με θυμόν του λέγει:
- "Πάτε κι εσείς κ΄ η πίστις σας μουρτάτες να χαθείτε.
Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θέλ΄ αποθάνω....
Αν θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες*,
Μόνον πέντ΄ έξι ημερών ζωήν να μου χαρίστε.
Όσον να φθάσ΄ ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βάγιας"
Σαν τ΄ άκουσ΄ ο Χαλήλμπεης* με δάκρυα φωνάζει:
-"Χίλια πουγγιά σας δίνω ΄γω, κι ακόμα πεντακόσια,
τον Διάκο να χαλάσετε, τον φοβερό τον κλέφτη,
ότι θα σβύση τη Τουρκιά κι όλο το Δοβλέτι*".
Τον Διάκο τότε πήρανε και στο σουβλί τον βάλαν.
Ολόρθο τον εστήσανε κι αυτός χαμογελούσε.
"Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει
τώρα π΄ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζ΄ η γη χορτάρι".
Την πίστι τους, τους ύβριζε, τους έλεγε μουρτάτες
"Εμέν΄ αν εσουβλίσετε, ένας Γραικός εχάθη,
Ας είν΄ καλά ο Οδυσσεύς κι ο καπετάν Νικήτας*.
Αυτοί θα κάψουν την Τουρκιά κι όλο σας το Δοβλέτι."

ΤΡΑΓΟΥΔΙ 

Στίχοι: Μανώλης Ρασούλης
Μουσική: Παραδοσιακό
Μανώλης Ρασούλης



Όσοι καλά τον είδανε και λίγο τον γνώριζαν

το παλληκάρι του Πασά, το πρώτο το αγόρι.
το βράδυ εκείνο το πικρό και το στερνό του Διάκου
πως έτρεμε και διάβαινε και πως επαραμίλιε
γιατί βαθειά αγάπαγε του Διάκου τ’ άγια μάτια
έρως βουβός και δήμιος που τούτρωγε τα σπλάχνα
τη διαταγή σαν άκουσε κόπηκε κι η ζωή του
που να στραφεί, που να το πει, και να το μολοίσει
αμάν μονάχα φώναξε και το φεγγάρι βγήκε
μεγάλο, κίτρινο πολύ, με φως σαν πεθαμένο
το τουμπελέκι βάραγε τ’ ασκέρι χασκογέλα
κι οι ίσκιοι με τον ίσκιο του κρυφά παιχνίδια έπαιζαν
κι αυτός στοιχειό μες στα στοιχειά εδάγκωνε τα χέρια
και οι φωτιές θολώσανε από τ’ αγνό του δάκρυ
κι ως είδε να τον παίρνουνε κι αντίκρυσε την όψη
Θανάση είπε ο θάνατος εσέ δε θα σε πάρει
κάλλιο εμένα πρώτιστα παρά να δω το φόνο
να δω, ν’ ακούσω την ψυχή να βγαίνει από το στόμα
που πρώτα έφτιαξ’ ο Θεός κι ύστερα τους ανθρώπους
κι ως η κραυγή του Διάκονα του βγήκι απ’ το στομάχι
το είναι μάτωσε του νιου κι η Αλαμάνα όλη
κι ο γυιός εκείνου του Αγά έχασε πια το νού του
κι ο ίδιος χάθη των ετών κι ίσως εδώ γυρίζει.


ΠΙΝΑΚΑΣ  PETER VON HESS 






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου