Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Ντίνα Γεωργαντοπούλου "Τι φέρνει μια πασχαλιά;"


ίσως μυρίζει το τσουρέκι όμορφα και μας παρασύρει με τη μυρωδιά του σε σπίτια γεμάτα αγάπη και χαρά.Ίσως χρειαζόμαστε τόσο πολύ τις μυρωδιές και τα χρώματα...Η ανάγκη μας να βρεθούμε με συγγενείς και φίλους..Να κλείσουμε πάλι το στενό μας κύκλο...Μα ίσως και αυτή να είναι αληθινή χαρά..Η υπερβολή ,το τραγούδι,οι σκέψεις ,οι βόλτες...Εκεί και αλλού..Το άγγιγμα στο χερι του παιδιού,το χάδι στον ανήμπορο γονιό,η φιλική κουβέντα με το ξένο...Ένα διαφορετικό κατανυκτικό και σπάνιο συναίσθημα που μάλλον δεν ξέρουμε που μας οδηγεί...Σίγουρα όχι στην Ανάσταση...Κι ίσως να ανοίγει η ψυχή και να θέλει μια βόλτα στη φύση,τη χαρά της δροσερής ανάσας,το αεράκι που φυσά απαλά στο προσωπό μας,τον πρώτο καυτό ήλιο,το πρώτο μπάνιο στη θάλασσα...Η αρχή ενός καλοκαιριού που περιμένουμε ...Ακόμα πιο απλά να μαζέψουμε τις δικές μας παπαρούνες για τα βάζα μας,το κύλισμα στο χορτάρι η υποψία πως μπορεί να κόψει πασχαλιές για τα μαλλιά μας...Η εικόνα τους/της/ οι παρουσίες ή οι απουσίες της ζωής μας...Το κόκκινο αβγό ,το τσούγκρισμα όμοιο με το καυγαδάκι και κόκκινο σαν τον έρωτα,στα χρώματα της Λαμπρής όλα...Το φιλί της αγάπης...ένα κερί στο μανουάλι ,η προσευχή ,η φλόγα που φωτίζει τη νύχτα ,το προσωπό της/του...Που μας πάει η πασχαλιά;Είναι μια γιορτή που μας παέι στην αγάπη ,φέρνει την αγάπη κοντά μας ή είναι όπως οι άλλες μέρες;Κάπου στις πένθιμες μέρες μπορεί να μας ξεφύγει ένα δάκρυ λυτρωτικό...Ίσως να μη ξέρουμε το λόγο ,μπορεί να μη χρειάζεται να τον ξέρουμε... Ίσως η μοναδική γιορτή που κλείνει μέσα της όλα τα συναισθήματα. Από την αγωνία, τον πόνο τη θλίψη των Παθών και της Σταύρωσης, περνάμε στην αγαλλίαση και την ελπίδα που φέρνει η Ανάσταση...Ή έτσι θέλουμε να πιστεύουμε....






Η Μαρία Μαγδαληνή στην Ποίηση και στη Ζωγραφική"

 Δομήνικος Θεοτοκόπουλος - Maria Magdalena 
Η Μαρία Μαγδαληνή ήταν μια νέα γυναίκα που ανήκε στον κύκλο των γυναικών οι οποίες ακολουθούσαν τον Ιησού και τους αποστόλους και βοηθούσαν στο έργο τους με κάθε δυνατό τρόπο. Η καταγωγή της ήταν από τα Μάγδαλα, μια μικρή πόλη στα δυτικά της Λίμνης Γεννησαρέτ και νότια της πεδιάδας τηςΓαλιλαίας.
Θεωρείται αγία από την Ορθόδοξη, την Καθολική, την Λουθηρανική, την Αγγλικανική και μερικές ακόμα Προτεσταντικές εκκλησίες.

  Wojciech Gerson - Jezus i Maria Magdalena 1900

Κώστας Βάρναλης  - Η Μαγδαληνή

Μέσ' σε παλάτια, που σα σπήλια αντήχαν απ' τις μουσικές
κι' αστράβαν απ' τα μέταλλα και τα δεμένα φώτα,
στα μάγουλά μου, που κανείς δεν τα είδεν ήλιος, οι μοσκές
γλίστρααν με λάγγεμα πολύ και τα δάγκωναν σαν οχιές
στην κρουσταλλένια μου φωνή θαμπή εγλιστρούσε νότα.

Στην τεσσεροβασίλεφτη Γιουδαία εγώ μουν η Πηγή :
του κόρφου μου τ' αμάραντα και μοσκοβόλα κίτρα.
Ωσάν τη φλόγα του κορμιού μου άλλη δε γνώρισεν η Γη,
σαν της αγκάλης μου μεστή καμιά δεν ύπαρχε σιγή.
Ο έρωτάς μου νίκαγε τη Ρώμη τη νικήτρα.

Σκοτάδια ήτανε μέσα μου, ξέρα μεγάλη κι' αμμουδιά
και στα γλυκά τα χείλια μου πικρά πολύ τα γέλια.
Και μου τινάζαν άξαφνα τ' αγνώστου φόβοι την καρδιά
και μου κοβόταν η αναπνιά μέσ' σε φορέματα φαρδιά-
απ' του θριάμβου την κορφή μακριά ‘βλεπα συντέλεια.

Δεν ήταν άξαφνη αστραψιά. Τούτο συνέβη αργά, σιγά
Ωραίος δεν ήσουν, τίποτα δεν είχες πάνω σου άξο !
Κοίταγες χάμου τα χαλίκια, ως μίλαγες σιγά κι' αργά.
Την τρίτη ή τέταρτη φοράν άρχισε ο νους μου να ριγά,
κι' ως σήκωσες τα μάτια σου, δε βάσταα να κοιτάξω.

Κι' ένιωσα ορμή ασυγκράτητη στα πόδια σου να κυλιστώ.
Είδα να σειέται μέσα μου ψυχή παρθένα ως τώρα.
Την ευτυχία τη γνώρισα στο δόσιμο χωρίς μιστό,
τη λευτεριά-στο σκλάβωμα σε κάποιο ιδανικό σωστό
και την υπέρτατ' ηδονή στον πόνον,-άξια γνώρα.

Και στους φτωχούς μοιράζοντας τα υπάρχοντά μου
(ασημικά, διαμαντικά, μεταξωτά, μπαξέδες και παλάτια)
τα βήματά σου ακλούθησα, που κι' αν τα σβηούσε ταχτικά
στον άμμ' ο αγέρας του βραδιού, σα φώτα μένανε γλυκά
για πάντα σ' άμμο και ψυχή και σ' ακοές και μάτια.

Πράματα νέα δεν έλεγες κι' ούτε, με λόγια νέα, παλιά.
Από πολλούς κι' από καιρούς όλα ήταν ειπωμένα.
Μα 'χες τη δύναμη ν' ακούς των ουρανών τη σιγαλιά
κι' όλα για σένα (κι' άψυχα κι' άνθρωποι) διάφανα γιαλιά
και διάφαν' η καρδιά του Θεού για σένα - και για μένα !

Κανείς (και πλήθη και σοφοί και μαθητάδες και γονιοί)
δεν ξάνοιγε το σπαραγμό στα θάματά σου πίσω.
Κι' αν πρόσμενες το λυτρωμό σου από την άδικη θανή,
εγώ μονάχα το 'νιωσα, που ήμουνα λάσπη και κοινή,
πόσο, Χριστέ 'σουν άνθρωπος ! Κι' εγώ θα σ' αναστήσω !


 Piero di Cosimo - Maria Maddalena, 1500-1510


Ντίνος Χριστιανόπουλος
  - Μαγδαληνή

Τον ξεχώρισα μόλις τον είδα, ήμουνα τακτική στα κηρύγματά του,
πούλησα κι ένα κτηματάκι της θειας μου για να τον ακολουθήσω.

Όμως όταν πια όλα τα ξόδεψα, αποφάσισα να πουλήσω και το κορμί μου,
στην αρχή στους ανθρώπους των καραβανιών, κατόπι στους τελώνες∙
κοιμήθηκα με σκληροτράχηλους Ρωμαίους κι οι Φαρισαίοι δε μου είναι άγνωστοι.
Κι όμως μέσα σ' αυτά δεν ξεχνούσα τα μάτια του.
Μήνες για χάρη του έτρεχα απ' το Ναό στο λιμάνι
κι απ' την πόλη στο Όρος των Ελαιών.

Κύριε μυροπώλη, κάντε μου, σας παρακαλώ, μια μικρή έκπτωση.
Για ένα βάζο αλάβαστρου δε φτάνουν οι οικονομίες μου.
Κι όμως πρέπει να αποχτήσω αυτό το μύρο με τα σαράντα αρώματα.
Μ' αυτό το μύρο θ' αλείψω τα πόδια του,
μ' αυτά τα μαλλιά θα σφουγγίσω τα πόδια του,
μ' αυτά τα χείλη, τα πόδια του τα εξαίσια κι άχραντα θα φιλήσω.
Ξέρω, είναι πολύ αυτό το μύρο για τη μετάνοια,
ωστόσο για τον έρωτα είναι λίγο.

Κι αν μια μέρα ασπαστώ το χριστιανισμό, θα είναι για την αγάπη του∙
κι αν μαρτυρήσω γι' Αυτόν, θα 'ναι η αγάπη του που θα μ' εμπνέει.
Γιατί, κύριε, ο έρωτας μού ανάβει την πίστη κι η αγάπη τη μετάνοια
κι ίσως μείνει αιώνια τ' όνομά μου σα σύμβολο
εκείνων που σώθηκαν και λυτρώθηκαν «ότι ηγάπησαν πολύ».

Από τη συλλογή Εποχή των ισχνών αγελάδων (1950)


 
Michele Tosini - Maria Maddalena
Νίκος Καζαντζάκης - Μαγδαληνή

Ω Κύριε, εγώ ‘μαι που έσπασα σα μυρογιάλι
στα ιερά σου πόδια την καρδιά μου, και τα ολόξανθα
μακριά μαλλιά μου εγώ τ’ ανέμισα στις τρέμουλες,
σκυφτές των Αποστόλων κεφαλές, σα φλάμπουρο!
Εγώ ‘μαι που όντας όλοι οι εδικοί μακριάθε
κοιτώντας το σταυρό σε κλαίγαν σκορπισμένοι,
στεκόμουν στο πλευρό σου παραστάτης, κι όρθια
στα χέρια μου εδεχόμουν, στην ποδιά, στο πρόσωπο,
πηχτό, ζεστό, σαν όμπρο θερινό, το γαίμα σου!
Κ’ έκραζα: Ανοίξου γης, ποτίσου γης, σκιρτήστε
σα σπόροι αθάνατοι στο χώμα, ώ πεθαμένοι!
Χριστέ, κι αν όλοι σ’ αρνηθούν, δε θα πεθάνεις!
Γιατί στον κόρφο μου το αθάνατο νερό
κρατώ και σε κερνώ, και κατεβαίνεις πάλι
στη γης, και περπατάς μαζί μου στα χωράφια,
βολές σωπαίνοντας γλυκά, βολές ταΐζοντας
το Λόγο τον καλό στα πεινασμένα πλήθη.





Τισιάνο - Penitent Mary Magdalene (1531)

Κ Καρυωτάκης - Μπροστά σε μια Μαγδαληνή

Την έβλεπα στα πόδια μου μπροστά γονατισμένη:μου γύρευε ένα φίλημα.
Τ’ αφράτα της τα στήθιαη πιθυμιά τα τράνταζε.
Δειλή, κομματιασμένηανέβαινε η φωνούλα της απ’ της ψυχής τα βύθια.
Πουκάμισο αραχνόφαντο της σκέπαζε τα κάλληκι η σάρκα της διακρίνονταν σφιχτή, σφιχτή, ροδάτη,να τρέμει μες στη θύμηση της ηδονής.
Μια αγκάλη ολάνοιχτη με πρόσμενε μυρόβολη, χιονάτη.
Την άκουγα κι εγέλαγα, μ’ αντίκριζε θλιμμένα.
Μα ξάφνου ανασηκώνεται, στα μάτια με κοιτάει,και με γοργότη αφάνταστη —
που κάτι είχε παρμένα απ’ του σπαθιού το τράβηγμα— το ρούχο της πετάει.
Γυμνή, πανώρια, θεϊκή στεκότανε σιμά μου,τα μάτια μου θαμπώθηκαν,
επιάστηκε η φωνή μου,15και μου ’πε ξαναπέφτοντας σα νεκρωμένη χάμου,
σε δυο λυγμούς ανάμεσα: «Σου δίνω το κορμί μου».
Και νιώθω τότε μέσα μου μια πάλη γιγαντένια:οι πόθοι μ’ έσερναν εκεί,
ν’ αρμέξω το φιλί της,μα μια φωνή μού φώναζεν: «Αυτή ’ναι τιποτένια
κι έχει πουλήσει σε πολλούς τ’ αμαρτωλό κορμί της».
Έριξα κι άλλη μια φορά στην όμορφη ένα βλέμμα όλ’ όργητα,
κάποια βρισιά μού ξέφυγε απ’ το στόμα,κι είπα
(μα μέσα μου έβραζε από τον πόθο το αίμα):«Της σάρκας σου δε γίνηκα προσκυνητής ακόμα!»




 Carlo Crivelli - Maria Maddalena

Κική Δημουλά - Η ΛΥΤΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΑΓΔΑΛΗΝΗΣ
Επιτέλους
έμπηξα το χαριστικό καρφί
στο πάθος μου για σένα
τετέλεσται όλα
στον μέσα και τον έξω μου σταυρό


κι έτσι, δίχως θρήνους
απαθής κατεβάζω
τυλιγμένο μες στο λευκό σεντόνι
των μαλλιών μου
το άψυχο διωγμένο φίλημά μου
από τα απαρνητικά σου πόδια
τα όξινά σου χείλη

μόνη μου το σηκώνω
δεν έχει καν
το ιδεολόγο εκείνο βάρος που
αποκτά μια στέρηση όταν
την κληρονομεί η ιστορία

αχ, πανάλαφρος απέμεινε
ο θάνατος του πόθου μου για σένα
φυσικό
έχει κλαπεί από μέσα του το σώμα
μέτρα πόσους αιώνες ήκμασε φρενήρες
σφαδάζοντας επάνω
στην παγερή απάρνησή σου γατζωμένο

και τώρα που αποχωρούν
αι μυροφόροι μοίραι μία μία
κι έμεινα μόνη μες στο άδειο γεγονός

ανασηκώνω το καπάκι που σκεπάζει
αυτά εδώ τα πτώματα που γράφω
και θλιμμένη γελώ παρατηρώντας

πώς ζάρωσε τι γερόντιο έθιμο απέμεινε
ο έρως μου για σένα
αλλά και τι γραΐδιο κωμικό τι μάταιο
η μη ανταπόκρισή σου

τετέλεσται όλα Χριστέ μου.

Τήρησα ωστόσο ευλαβώς
το έθιμο της οδύνης και φέτος.


Bernardino luini - Mary Magdalen 

 Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ - Μαγδαληνή το μεγάλο θηλαστικό 1974

Το σώμα είναι η νίκη και η ήττα των ονείρων
Το σώμα είναι η Νίκη των ονείρων
όταν ασύστολο σαν το νερό
σηκώνετ’ απ’ τον ύπνο
με κοιμισμέν’ ακόμη τις βούλες
τις ουλές, τα τόσα σημάδια
τους σκούρους ελαιώνες του
ερωτευμένους
δροσερούς μέσα στη χούφτα.

Το σώμα είναι η Ήττα των ονείρων
σαν κείται μακρύ κι αδειανό
- να φωνάξεις μέσα ακούς την ηχώ –
με τις αναιμικές τριχίτσες του
ανέραστο απ’ το χρόνο
βογκάει, πλήγεται
μισεί την κίνησή του
ξεθωριάζει σταθερά
το αρχικό του μαύρο
ξυπνώντας ζεύεται την τσάντα
από δαύτη κρέμεται μαρτυρικά
ώρες μέσα στη σκόνη.

Το σώμα είναι η Νίκη των ονείρων
όταν βάζει το ένα πόδι μπρος στο άλλο
και κερδίζει συγκεκριμένο χώρο.
Ένα τόπο.
Με τράνταγμα βαρύ.
Θάνατο.
Όταν το σώμα κερδίζει τον τόπο του
με θάνατο
στην πλατεία
σα λύκος με ρύγχος καυτό
ουρλιάζει το «θέλω»
«δεν αντέχω»
«φοβερίζω-ανατρέπω»
«πεινάει το μωρό μου».

Το σώμα γεννάει το δίκιο του
και το υπερασπίζεται.

Το σώμα φτιάχνει το λουλούδι
φτύνει το κουκούτσι – θάνατο
κατρακυλάει πετάει
ακίνητο στροβιλίζεται γύρω απ’ την καταβόθρα
-κίνηση του κόσμου-
στ’ όνειρο το σώμα θριαμβεύει
ή βρίσκεται γυμνό στους δρόμους
και υποφέρει
χάνει τα δόντια του
τρέμει από έρωτα
σκάει η γη του σαν καρπούζι
και τελειώνει.

ΑΠΟ  http://logocafe.blogspot.gr/


Δομήνικος Θεοτοκόπουλος - Μαρία Μαγδαληνή 



Σπύρος Αυλωνίτης - ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ


Χαμένο φτερό στον άνεμο υποτάσσομαι,

υπνωτισμένη ακροπατώ στα χνάρια των άλλων

αφήνοντας την ψυχή μου , στης μοναξιάς την άκρη.

Νύχτες και μέρες , ίδιες σαν είδωλα καθρέφτη

λερά σεντόνια, άνομες αγκαλιές με συντροφεύουν

γυρνώντας επιδεικτικά την πλάτη στο μέλλον .
Ντυμένη με τις σκιές της ντροπής μου
σε συνάντησα, την ώρα που τα είδωλα κατέρρεαν
και το φως πολεμούσε, το σκοτάδι να νικήσει .
Ξεχνώ ποιά είμαι όταν στα μάτια σου βυθίζομαι
πόθοι λευκοί σαν κρίνα οι επιθυμίες ανθίζουν
γλυκιά ανατριχίλα στο κορμί με συνεπαίρνει .
Ένας απλός, καθημερινός άνθρωπος, ανάμεσά μας
ή, μήπως έτσι ήθελες εσύ να φαίνεσαι
μέσα στις αυταπάτες των λογισμών μου.
Εκστασιασμένοι πολλοί, σε ακολούθησαν
μα ο φθόνος του κατεστημένου παραμόνευε
ψηλά στον σταυρό σου , να σ' ανεβάσει.
Τώρα, κεντημένο απ' τη λόγχη αντικρίζω 
τ' άψυχο κορμί, στην αγκαλιά της μάνας
με το βλέμμα καρφωμένο στο άπειρο.
'Ασε με καλέ μου , ν' ανασάνω γιά σένα
θυμίαμα ευωδιαστό τη στερνή πνοή μου 
εγώ η ασήμαντη , να σου προσφέρω.
Κι όταν αστέρι ανεξίτηλο λάμψεις
παρακαλώ σε, σαν μιά μόνη αχτίδα
λίγη απ' την αγάπη σου να μου χαρίσεις...
ΑΘΗΝΑ 01 -- 04 -- 2018ΑΥΛΩΝΙΤΗΣ ΣΠΥΡΟΣ



Hugue Merle / Mary Magdalene in the Cave (1868)


ΡΑΙΝΕΡ ΜΑΡΙΑ ΡΙΛΚΕ - Ο ΑΝΑΣΤΑΣ


Ποτέ δεν το κατόρθωσε , ως το τέλος,

να της απαγορέψει ή να της αρνηθεί

να επαίρεται για τον έρωτά της’

κ’ εκυλήστη μπρος στον σταυρό ντυμένη

στου πένθους το μαύρο, γαρνιρισμένο όλο

με τις μεγαλύτερες πέτρες του έρωτά της.


Άλλ ΄ ύστερα , όταν ήρθε για να τον μυρώσει
στον τάφο του , μ’ υγρό απ΄ τα δάκρυα πρόσωπο,
είχε για χάρη της αναστηθεί κιόλας,
μόνο για να της πει πιο ευτυχισμένος : Όχι-

Πρώτη φοράν εννόησε στη σπηλιά της
πως, στο τέλος ,δυναμωμένος απ’ τον θάνατό του,
της απαγόρεψε την ανακούφιση των μύρων
και του αγγίγματός του την πρόγευση μονάχα

απ΄ αυτήν για να πλάσει την Ερωτευμένη,
που πια προς τον αγαπημένο της δε γέρνει 
γιατί, υψωμένη από γιγάντιες καταιγίδες,
έχει πια τη φωνή του ξεπεράσει.

Άρη Δικταίου " Εκλογή από το Ποιητικό έργο του Ρ/ Μαρία Ρίλκε " Εκδ. Ηριδανός 
( Αντιγραφή του ποιήματος από το βιβλίο :Μαίρη Μπριλή , την οποία και ευχαριστώ πολύ )


Alexander Ivanov - Christ's Appearance to Mary Magdalene after the Resurrection 

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ 

 Φώτης Κατσιμπούρης  " Οδυσσέας Ντεσάντ, Η ερωμένη του σπαθιού και του ρόδου"

Πίνακας εξωφύλλου - Lorenzo Pasinelli (1680) "The Penitent Magdalen"

Περίληψη

Όταν ο ιδιωτικός ερευνητής Οδυσσέας Ντεσάντ και η πολύ γοητευτική επιχειρηματίας Ελεάνα Παλαιολόγου συναντώνται σε ένα μπαρ, κανείς από τους δυο δεν υποψιάζεται τη θυελλώδη συνέχεια της γνωριμίας τους. Η Ελεάνα μέσα από ένα παιχνίδι ερωτικής πρόκλησης, θα κινήσει το ενδιαφέρον του Οδυσσέα και τελικά θα του ζητήσει να βρει τη μεγαλύτερη αδερφή της την Ειρήνη, η οποία αγνοείται κάπου στην έρημο του Ισραήλ.
Η Ειρήνη, μια αντισυμβατική αρχαιολόγος, αναζητά στην Ιερουσαλήμ την αλήθεια μιας απόκρυφης παλαιοχριστιανικής δοξασίας και τα ίχνη μιας άγνωστης μεσαιωνικής αδελφότητας. Χωρίς να το ξέρει έχει μπει στο στόχαστρο μιας μυστικής εταιρείας που θεωρεί πως κατέχει το στοιχείο του Ρόδου, την ένσαρκη συνέχεια του θείου αίματος...
Η εμπλοκή του Οδυσσέα στην έρευνα της Ειρήνης θα αποκαλύψει φοβερά μυστικά και για το δικό του οικογενειακό παρελθόν.
Ένα απρόβλεπτο και επικίνδυνο ταξίδι σε παρόν και παρελθόν, στο έτος 33μ.Χ. και στον Μεσαίωνα, μέσα από τα πάθη και τους έρωτες των ηρώων, καθώς και τις απόκρυφες θεωρήσεις του χριστιανισμού με έπαθλο τη γνώση για την αλήθεια ή το ψέμα της πίστης, την επικύρωση ή την κατάρρευση των ιερών προτύπων. Ένα θρίλερ με αστυνομική ροή και μυστήριο αλλά και ευδιάκριτο, όπως πάντα, το φανταστικό στοιχείο."


Για την Μαρία Μαγδαληνή


Το βιβλίο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΝΤΕΣΑΝΤ - Η ερωμένη του Σπαθιού και Ρόδου κινείται στο ίδιο θεματολογικό πλαίσιο με τον Κώδικα Da Vinci. O κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου μου είναι ο ιδιωτικός ερευνητής Οδυσσέας Ντεσάντ. Έχοντας βρεθεί σε μια ιδιότυπη κατάσταση μαθητείας και ομηρίας σε έναν πύργο στην Παλαιά Πεντέλη, όπου έχει την έδρα της η Εκκλησία των Παρακλήτων, του δίνουν να μελετήσει Το Χρονικό του Ρόδου, ένα βιβλίο αυτής της μυστικής αδελφότητας. Έτσι μαθαίνει τι πρεσβεύει η Εκκλησία των Παρακλήτων για τη Μαρία Μαγδαληνή.

Το Χρονικό του Ρόδου ξεκινούσε την αφήγηση από μια παραλιακή κωμόπολη της Ιουδαίας, την επονομαζόμενη Ταριχαία ή Magdalah (ελληνιστί Μάγδαλα) στα εβραϊκά. Ήταν το μέρος από όπου καταγόταν, όπως με έκπληξη διάβασε, η μία Μαρία Μαγδαληνή άλλα και η άλλη… η επίσης Μαρία Μαγδαληνή, η Μαρία η άτεκνη και η Μαρία η μητέρα των παιδιών Του. Το βιβλίο μιλούσε για δύο γυναίκες με την ίδια ακριβώς ονομασία που κατάγονταν από τα Μάγδαλα. Από εκείνο το σημείο και μετά, για να τις διαχωρίζει, το Χρονικό τις ονόμαζε Μαρία η άτεκνη και Μαρία η μητέρα.
Οι δύο Μαρίες γνωρίζονταν από μικρές μεταξύ τους, όμως καθεμιά ανήκε σε διαφορετική κοινωνική τάξη. Η Μαρία η άτεκνη προερχόταν από ευκατάστατη οικογένεια και ήταν μορφωμένη. Αντιθέτως, η Μαρία η μητέρα ήταν κόρη φτωχής οικογένειας. Ορφανή από νωρίς, είχε πέσει θύμα βιασμού από Ρωμαίο στρατιώτη στα δεκατέσσερα και είχε καταλήξει παρά τη θέλησή της στην πορνεία.
Με μοναδικό προστάτη κάποιον ζηλωτή μακρινό συγγενή της, συχνά εξαναγκαζόταν να τον ακολουθεί και να γυρίζει στις πόλεις της Ιουδαίας όπου εκδιδόταν. Κάποια φορά που είχε επιστρέψει στα Μάγδαλα –κι ενώ ο προστάτης της είχε σκοτωθεί στο τελευταίο ταξίδι– συναντήθηκε με την άλλη Μαρία. Αυτή της μίλησε για κάποιο δάσκαλο και προφήτη και την πήρε υπό την προστασία της.
Κάποτε, η Μαρία η άτεκνη αποφάσισε να ακολουθεί το δάσκαλο στις περιπλανήσεις του και πήρε μαζί της και τη Μαρία τη μητέρα. Και οι δύο γυναίκες, πέρα από το γεγονός ότι πίστεψαν βαθιά στα λόγια του, ήξεραν πως είχαν ερωτευτεί το πρόσωπο που ακολουθούσαν. Η καθεμιά είχε καταλάβει τι ένιωθε η άλλη για το δάσκαλό τους. Έτσι, η μεταξύ τους σχέση έγινε ιδιόρρυθμη.
Αν και σύμφωνα με το κήρυγμά του, όφειλαν να νιώθουν ως αδελφές και η σχέση τους έδειχνε πάντοτε αρμονική, συχνά στα μάτια της Μαρίας της άτεκνης, η άλλη Μαρία, φάνταζε ως ανταγωνίστρια και η καρδιά της πονούσε όταν νόμιζε πως ο δάσκαλός τους έδειχνε παραπάνω εύνοια σε εκείνην.
Αυτό που πόνεσε περισσότερο και δεν μπόρεσε να δεχτεί η Μαρία η άτεκνη ήταν το «θείο μοίρασμα». Τον Δάσκαλο τον ήθελε αποκλειστικά δικό της. Σε αυτό το σημείο, το Χρονικό του Ρόδου εξηγούσε τι ήταν το «θείο μοίρασμα».
Όπως συνέβη, σύμφωνα με το μύθο, στον αρχαίο θεό Διόνυσο από τις μαινάδες, νομοτελειακά το σώμα του δασκάλου έπρεπε να διαμοιραστεί στο θνητό κόσμο, να τεμαχιστεί για χάρη των ανθρώπων. Μια συμβολική εκδοχή του θείου μοιράσματος ήταν εκείνη του Μυστικού Δείπνου όπου μοίρασε το ψωμί στους άντρες μαθητές του λέγοντας το: «λάβετε φάγετε·τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου».
Η άλλη, η εντελώς άγνωστη και πρώτη εκδοχή του μοιράσματος είχε προηγηθεί προς τις γυναίκες μαθήτριές του. Το σώμα του Δασκάλου μοιράστηκε σε εκείνες μέσα από έρωτα και μπόλιασμα του κορμιού καθεμιάς με ένα δικό του ζωντανό στοιχείο. Θα άφηνε στους αιώνες μοιρασμένη τη σάρκα Του, ανάμεσα στους ανθρώπους, μέσω των απογόνων του, μέσω των παιδιών που θα γεννούσαν οι μαθήτριές Του.
Η Μαρία η μητέρα έγινε κάτι σαν σύζυγος, προεξέχουσα ανάμεσα στις άλλες και ηγουμένη των ερωμένων μαθητριών, επειδή αυτή πρώτη επιλέχτηκε να δεχτεί το ερωτικό μοίρασμα του δασκάλου τους. Η Μαρία η μητέρα ήταν με αυτόν τον τρόπο το Δισκοπότηρο, το ζωντανό δοχείο του αίματος του δασκάλου που θα έμενε και θα διαμοιραζόταν στον κόσμο μέσω των παιδιών που θα έφερνε στον κόσμο. Το ίδιο βέβαια ίσχυε και για τις υπόλοιπες μαθήτριες που αποδέχτηκαν το μοίρασμα, αλλά αυτή ήταν η πρώτη στην τάξη διότι πρώτη θυσίασε το εγώ της. Η ταπεινή και πολύπαθη Μαρία, η πρώην πόρνη από τα Μάγδαλα, έγινε το Μυστικό Ρόδο. Από κει και μετά, κατονομαζόταν και ως Ρόδο του Θεού και Ρόδο της πίστης. Σε κάποια σημεία του Χρονικού αναφερόταν επίσης και ως η πρώτη και μεγάλη ερωμένη του Θεού.
Η άλλη Μαρία, η άτεκνη, αν και δεν απομακρύνθηκε ποτέ από εκείνον, ποτέ δεν δέχτηκε αυτή την τροπή στη ζωή του Δασκάλου της. Αυτή την πλευρά της αλήθειας και της μυστικής διδασκαλίας Του προσπάθησε να την εξαλείψει. Αφού δεν έγινε αποκλειστικά δικός της, στη μνήμη των επόμενων γενιών δεν θα έπρεπε να υπάρχει καμία γυναίκα δεμένη ερωτικά με εκείνον.
Μετά το θάνατό Του, η Μαρία η άτεκνη προσκολλήθηκε στους άντρες μαθητές και στη μητέρα Του, την οποία φρόντιζε μέχρι την ημέρα της Κοίμησής της. Ύστερα από πολλές περιπλανήσεις, κατέληξε μαζί με το Ιωάννη. Τον ακολούθησε στην Έφεσο, όπου έζησε το υπόλοιπο της ζωής της. Μοναδικό κειμήλιο από το δάσκαλο της, που κρατούσε σαν φυλαχτό και ιερή ανάμνηση, ήταν τα καρφιά της Σταύρωσης.
Η άλλη Μαρία, η μητέρα, μαζί με τις άλλες μαθήτριες-ερωμένες και τα παιδιά που γεννήθηκαν από το «θείο μοίρασμα», κατέφυγαν στη Μασσαλία. Είχαν πέσει στη δυσμένεια των ανδρών μαθητών. Η σχέση αυτών των γυναικών με το Δάσκαλο, όπως και ολόκληρη η πλευρά της διδασκαλίας Του, η οποία τόνιζε τη γυναικεία πλευρά της νέας πίστης και το ρόλο που είχαν παίξει οι γυναίκες μαθήτριες στη ζωή του Δασκάλου, έπρεπε να κλειδωθεί στη λήθη.
Το μήνυμα της ελευθεριότητας στις σχέσεις ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες και η απενοχοποίηση του έρωτα εξαφανίστηκε μέσα από αυστηρές ηθικολογικές διδαχές σωτηρίας που διαμόρφωσαν την ηθική της πρώτων εκκλησιών. Ήταν μια ηθική βασισμένη σε άντρες που φοβήθηκαν τη δύναμη της γυναίκας και του έρωτα.
Το Ρόδο, η Μαρία η μητέρα, ως υπέρτατη έκφραση της γυναίκας που ενώνεται με το θεό και κυοφορεί το διαμοιρασμένο, εντός του θνητού κόσμου, σώμα του, και όσα άλλα αυτό συμβόλιζε, έγινε εχθρός των ανδρών και πολεμήθηκε στους επόμενους αιώνες. Η Εκκλησία της Μαρίας της μητέρας, μετέπειτα αδελφότητα του Ρόδου, συνέχισε να υπάρχει, αλλά παρέμεινε διαχρονικά μυστική και διωκόμενη. Από αυτήν προήλθε η Εκκλησία των Παρακλήτων της Θείας Δυνάμεως.
Ωστόσο, ένα σημαντικό στοιχείο του Δασκάλου, εκείνο που τον σκότωσε, μαζί με ένα ελάχιστο απομεινάρι από το Σώμα Του, βρισκόταν στα χέρια της Μαρίας της άτεκνης. Τα καρφιά της Σταύρωσης, μαζί με τα ίχνη από το αίμα του Δασκάλου, ήταν μια ακόμα εκδοχή του Δισκοπότηρου.
 Κι ενώ ο Οδυσσέας Ντεσάντ θα έχει σχεδόν πειστεί, μέσα από τη μελέτη του Χρονικού του Ρόδου, για τις προθέσεις και το θεωρητικό υπόβαθρο αυτής της εκκλησίας - μυστικής αδελφότητας, γρήγορα θα καταλάβει ότι πρόκειται να τον δολοφονήσουν και να κάνουν κακό στους δικούς του ανθρώπους και ότι εν τέλει η Εκκλησία των Παρακλήτων είναι, όπως εξαρχής υποψιαζόταν, μια παγκόσμια σέχτα με σκοτεινά σχέδια για την ανθρωπότητα. Έτσι η αλήθεια του Χρονικού του Ρόδου, στη συνείδηση του Οδυσσέα, θα παραμείνει μια αμφισβητούμενη και αναπόδεικτη υπόθεση, μια σκόπιμη θεωρία συνωμοσίας, σκαιών κύκλων που διαχρονικά κινούνται στη σκιά της Ιστορίας.
Φώτης Κατσιμπούρης




 Mary Magdalene, by Domenico Tintoretto, c. 1598








Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Σ.ΠΟΔΑΡΑΣ "Φωτιά " 29/04/2013



Αμφιβολία

Ψάχνω δυο χέρια
να με σφίξουν
δυο χέρια που να με σηκώσουν και να αγγίξω τ' άστρα
θα σε κάνω να με αγαπήσεις
μη φοβάσαι έλα

Φάνηκες σαν την φωτιά
καλεσμένος από την καρδιά μου
Σε κοιτάζω και λιώνω
γιατί καις τόσο ;
με κοιτάς και φλόγες με τυλίγουν
γιατί να είσαι φωτιά ;
Προσπαθώ να σ' αγγίξω και χάνομαι
θα με ψάξεις ;
με αγγίζεις και καίγομαι
πεθαίνω βοήθησε με
θα με αναστήσεις ;

Θέλω να σε αγκαλιάσω
αλλά φοβάμαι το πάθος σου
θέλω να σε φιλήσω
για να νιώσεις την ψυχή μου
θέλω να σου χαρίσω το βλέμμα μου
για να δεις πως σε βλέπω
θέλω να σου χαρίσω την φωνή μου
για να ακούς τα σ'αγαπώ μου
θέλω να βγει η καρδιά στα στήθη μου για να δεις πως δακρύζει αίμα
Θα καώ αν με αγκαλιάσεις ;

Ανοίγεις τα χέρια σου και τρέχω
θέλω να γίνω δροσιά για να μην καώ
αλλά φοβάμαι μην σβήσεις
καλύτερα στάχτη στην αγκαλιά σου
παρά να ζώ χωρίς ζωή
κάψε με να σωθώ

μη φοβάσαι έλα θα σε κάνω να με αγαπήσεις




Νίκος Γκάτσος "Μέρες Επιταφίου"



Μεγάλη Δευτέρα

Ο ων και ο ην και ο ερχόμενος.
Το Άλφα και το Ωμέγα

Περίμενέ με μάνα μου περίμενέ με ακόμα
Ώσπου να φτάσει η άνοιξη στο παγωμένο χώμα.

Ο γεωμέτρης του αχανούς.
Ο ποιμήν των αστέρων.

Περίμενέ με μάνα μου σαν το πουλί του νότου
Που σμίγει μάτι και φτερό να βρει τον ουρανό του

Ο κυβερνήτης των Αριθμών.
Ο δαμαστής των Σημείων.

Περίμενέ με μάνα μου κάποια Παρασκευή σου
στην πύλη του παράδεισου, στο φρέαρ της αβύσσου.

Εγγύς. Εγγύτατος ο καιρός.
Ο ων και ο ην και ο ερχόμενος.



Μεγάλη Τρίτη

Επόρνευσον οι βασιλείς και εκ του οίνου της πορνείας
εμεθύσθησαν οι κατοικούντες την γην.

Κάτω απ' τα λάβαρα της Ρώμης
στην τέντα της Μαγδαληνής
εσύ πατέρας της συγγνώμης
κι εμείς παιδιά της ηδονής.

Ζοφώδης και ασέληνος ο έρως της αμαρτίας.

Βραχνή ακούστηκε η κραυγή
στα καπηλειά της πολιτείας
εσύ αμνίo για σφαγή
κι εμείς κριοί της αμαρτίας.

Το πολύτιμον μύρον η πόρνη έμιξε μετά δακρύων και εξέχεεν
είς τους άχράντους πόδας σου.

Δε σε πτοήσαν οι Πιλάτοι
ούτ’ ο καιρός πού είν’ εγγύς
εσύ στων ουρανών τα πλάτη
κι εμείς παρείσακτοι της γης.

Εγώ το φως εις τον κόσμον ελήλυθα, ίνα πας ο πιστεύων εις
εμέ εν τη σκοτία μη μείνη.




Μεγάλη Τετάρτη

Εκ των σπηλαίων του όρους εξήλθον οι δαίμονες

Τετάρτη των τεφρών και των παθών
ο θάνατος δεν έχει παρελθόν.
Τετάρτη των ψυχών και των αγγέλων
ο θάνατος δεν έχει ούτε μέλλον.

Ως θάλασσα υαλίνη ομοία κρυστάλλω.

Του σύμπαντος ηχεί το εκκρεμές
Ξυπνήστε ν’ αποδώσουμε τιμές.
Φανήκαν οι ουράνιοι στρατηλάτες
Σα σκοτεινού Ρουβίκωνα Γαλάτες.

Πίστις, ελπίς, αγάπη. Τα τρία ταύτα. Μείζων δε
τούτων η αγάπη

Της γης αναθαρρήσαν οι πληγές.
Πότε θ’ ανάψει ο ήλιος πυρκαγιές
Να κάψουν το παλάτι του Ηρώδη
Και τ’ άνθος του κακού να γίνει ρόδι;

Πάντα ποιείτε ίνα γένησθε άμεμπτοι και ακέραιοι
Μέσον γενεάς σκολιάς και διεστραμμένης.



Μεγάλη Πέμπτη

Τα έργα του αληθινά και αι οδοί του ευθείαι.

Αυτός που κρέμασε τον ήλιο
στο μεσοδόκι τ' ουρανού,
κρέμεται σήμερα σε ξύλο -
ίλεως Κύριε γενού!
Και στ' ασπαλάθια της ερήμου
Μια μάνα φώναξε "παιδί μου"!

Δια ξύλου τα τέκνα του Αδάμ Παραδείσου γεγόνασιν άποικοι.

Με τ’ Απριλιού τ' αρχαία μάγια
με των δαιμόνων το φιλί
μπήκε στο σπίτι κουκουβάγια
μπήκε κοράκι στην αυλή.
Κι όλα τ’ αγρίμια στο λαγκάδι
πήραν το δρόμο για τον Άδη.

Ελήλυθε εις την γην ίνα μαρτυρήσει τη αληθεία.

Θα ξανασπείρει καλοκαίρια
στην άγρια παγωνιά του νού
αυτός που κάρφωσε τ’ αστέρια
στην άγια σκέπη τ’ ουρανού.
Κι εγώ κι εσύ κι εμείς κι οι άλλοι
θα γεννηθούμε τότε πάλι.

Ούτος εστιν η ζωή και το φως και η ειρήνη του κόσμου




Μεγάλη Παρασκευή

Άξιος ο την γην κρεμάσας εν ύδασιν.

Βαριά τα βήματά μου σέρνω
στο φως της μέρας το θαμπό.
Κρίνα της άνοιξης σου φέρνω
και στο σταυρό σου τ' ακουμπώ -
φίλε δακρυπότιστε
των πρωτίστων πρώτιστε.
των πρωτίστων πρώτιστε.

Άξιος ο νεφέλαις κοσμήσας το στερέωμα.

Άρρωστος κύλησε ο αιώνας
κι ο ήλιος βγαίνει μισερός
σαν το φτερό της χελιδόνας
που το σακάτεψε ο καιρός –
φίλε τρισμακάριστε
των αρίστων άριστε
των αρίστων άριστε

Άξιος ο την γην ζωγραφήσας τοις άνθεσιν.

Σήμερα ο Άδης ηνεώχθη
γεφύρι εγίνη ο Γολγοθάς
και στου θανάτου εσύ την όχθη
άφατο δρόμο ακολουθάς –
έγγιστε κι ανέγγιστε
των μεγίστων μέγιστε
των μεγίστων μέγιστε.

Άξιον εστί το αρνίον το εσφαγμένον.






Μέγα Σάββατον

Μέμνησο!

Όλα στερέψαν σιγά σιγά.
Τα περιστέρια πετούν αργά
σε λίμνες άνυδρες βάλτους υγρούς
σε διψασμένους κήπους κι αγρούς.

Μέμνησο των παιδίων α σοι έδωκεν ο Θεός.

Πίσω απ' τους λόφους τους χαμηλούς
με τους προφήτες και τους τρελλούς
στέκουν παράμερα τρία παιδιά
σαν γλαροπούλια στην αμμουδιά.

Τα ρήματα α λελάληκας ημίν πνεύμα εστιν και ζωή εστιν.

Μες των καιρών την ανημποριά
Διώξε το γρέγο και το βοριά
Και ξαναγύρισε ήλιε στη γη
Με του θριάμβου σου την κραυγή.

Ότι συ ει η αλήθεια και η ζωή και η ανάστασις.
Ο ων και ο ην και ο ερχόμενος.






Χρήστος Αναστασιάδης "Παραδεισένια Πόρνη"



Νωρίς ο θηλασμός κομμένος
και κόκκινο κρασί τα χείλη τύλιξε
τα στήθια πότισε και άνθισαν γεράνια
ρίζες τραβήχτηκαν από τα πάνω
μαλλιά να μοιάζουν
και μια δροσιά τα χάιδεψε
μα τ ανακάτεψε
Ολόλευκα φιλιά δεν κεράστηκες
μόνο περαστικά, μελανιασμένα
γιατί εσύ άγριο λουλούδι από την έρημο εγίνηκες
και περισσέματα φιλιά τα μοίρασες
τι κι αν το κορμί σου πούλησες
ή στο πουλήσαν
με ηδονή τους μέθυσες
και έγκωσαν απ τα παραπανίσια σου
σκόρπια χάδια σε πληρωμένες αγάπες
δανικές ευτυχίες και κακοπληρωμένες ελπίδες
να σου ζαρώνουν χρόνους και πίκρες το παιδεμένο από την εργασία κορμί
ένα μυαλό σφουγγάρι να σημειώνει σαν τη μοίρα φάτσες, διαθέσεις και πορτοφόλια
και ένα μαλλί ξανθό που πελώριασε
να διώχνει με φως τη μιζέρια πάνω από τα παραμορφωμένα πρόσωπα
όλοι να παίρνουν δύναμη από τις στείρες σου αγκαλιές
μα συ να χάνεις
να μοιράζεις το μαγικό σου φίλτρο σε ανάξια στομάχια
βρόμα, ιδρώτας, λερωμένα σεντόνια, ενοχές, ντροπή και άδειασμα
κουφάριασμα, να δίνεις από το μέσα
να χορταίνεις τους άλλους από την πείνα σου
τη δύναμη κ αυτό
βράδια με φασαρία, οινοπνεύματα και βρώμικες ανάσες έτοιμες να πάρουν φωτιά
εσύ όμως εκεί, γέμιζες τα άδεια κορμιά κ πόναγες με τις ουλές τους
να μην πέφτεις με τίποτα, όρθια σαν τον ψηλό αέρα, τον δυνατό
και να γλιστράς και να σηκώνεσαι
να γιομίζεις με φως τις μουτζουριασμένες πλευρές τις καρδιάς
και να στέκεις
εσύ γυναίκα ολάκερη, λυγερή και αλύγιστη συνάμα
να κρατάς τα κλειδιά από τα σεντούκια της περηφάνιας σφιχτά στα στήθη σου
εκεί που λαίμαργες γλώσσες δεν φτάνουν από την βιασύνη
και ένας παράδεισος αγωνιά να ανοιχτεί

Πονεμένη γυναίκα, αδικημένη,  τα έχει τα κλειδιά
που όταν σωθεί αυτή, όταν καταλάβει ότι η πόρτες ανοίγουν με τα κλειδιά
και όχι με το χέρι που τα κρατάει, θα βγούμε και άλλοι από το ίδιο τούνελ

Αναδημοσίευση από http://anorthografies.net/